Legislator Case Law & Legislation
66/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor dispute appeal due to vague claim under Article 656 of the Civil Code.

Case Number 66/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final labor dispute judgment regarding an employee's dismissal and wage arrears. The appellant argued that the employee worked elsewhere during her employment, but the lower court rejected this claim due to its lack of specificity. The court held that the appeal was inadmissible because the claim under Article 656 of the Civil Code failed to detail specific facts or amounts, rendering the request for document production and the subsequent suspension defense legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 656, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; Article 656, paragraph 2 of the Civil Code: An appeal based on a vague claim regarding concurrent employment is inadmissible if it fails to specify concrete facts and amounts, thereby precluding the court from examining the request for document production or the defense of suspension.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal Article 656 Civil Code vague claim inadmissibility document production request suspension defense wage arrears claim concurrent employment

Cited Legislation

AI generated
Article 656, paragraph 2 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case No. 1067/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 66 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 66/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ένωσης Ποδοσφαιρικών Σωματείων Ανατολικής Αττικής" (Ε.Π.Σ.Α.Ν.Α.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Παλλήνη Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευτύχιου-Δημητρίου Καλαμίδα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Σ. Δ. του Χ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Λεοντόπουλου-Βαμβέτσου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 224/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1478/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-4-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 19.4.2019 και αριθ. κατάθεσης 4048/349/23.4.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών- εργατικές διαφορές (άρθρκ. 614 επ. ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 1478/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επί της από 20.3.2018 και με αριθ. κατάθ. 28733/1963/22.3.2018 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η ανωτέρω έφεση κατά της με αριθ. 224/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 14.7.2017 και με αριθ. κατάθ. 560134/1781/19.7.2017 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης με την οποία ζητούσε :

α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας της, λόγω μη ύπαρξης σπουδαίου λόγου, άλλως, και σε περίπτωση, που ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας της ήταν αορίστου χρόνου, ως καταχρηστική για λόγους εκδίκησης και εμπάθειας, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 31.034,52 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, επικουρικά και σε περίπτωση που δεν ήθελε αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας το ποσό των 127.789,20 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εναγομένου και δ) να καταδικαστεί το εναγόμενο να την απασχολήσει πραγματικά υπό τους ίδιους όρους απασχόλησης και να επιβληθεί σε περίπτωση μη συμμορφώσεως στο διατακτικό της εκδοθησομένης απόφασης χρηματική ποινή εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα μη απασχόλησής της.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 669 και 672 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Τα μέρη δεν μπορούν να απαλλαγούν με μονομερή δήλωση από τη συμβατική δέσμευση πριν από την πάροδο της συμφωνημένης διάρκειας (pacta sunt servanda), διατηρούν όμως το δικαίωμα πρόωρης λύσης της σύμβασης (έκτακτη καταγγελία), εφόσον συντρέχουν περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο.

Ο δε χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ. α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3).

Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.

Επίσης, στο άρθρο 3 του ΠΔ 180/2004, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 5 του Π.Δ. 81/2003, σκοπός του οποίου ήταν η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 99/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UNICE και CEEP (E.E.L. 175/10.7.1999), ορίζονται τα εξής: "1.

Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως : Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός ή αναφέρεται στον τομέα των επιχειρήσεων αεροπορικών μεταφορών και των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών αεροδρομίου εδάφους και πτήσης. 2.

Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν την ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας πρέπει να αναφέρονται στη σχετική συμφωνία των μερών, η οποία συνάπτεται εγγράφως, ή να προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Αντίγραφο της συμφωνίας αυτής πρέπει να παραδίδεται στον εργαζόμενο αμελλητί μετά την έναρξη της προσφοράς της εργασίας του.

Ο έγγραφος τύπος της ανωτέρω συμφωνίας δεν είναι απαραίτητος, όταν η ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας έχει εντελώς ευκαιριακό χαρακτήρα και δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη των δέκα (10) εργάσιμων ημερών. 3. Σε περίπτωση μη συνδρομής αντικειμενικού λόγου, όπως αυτός ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος και εφόσον η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα τρία (3) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Αν στο χρονικό διάστημα των τριών (3) ετών ο αριθμός των ανανεώσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης. 4. "Διαδοχικές" θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες.

Προκειμένου περί ομίλου επιχειρήσεων για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου στην έννοια του όρου "ίδιου εργοδότη" περιλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις του ομίλου. 5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος".

Το άρθρο 5 του Π.Δ., πριν την τροποποίησή του με το προαναφερθέν Π.Δ. 81/2003, προέβλεπε ότι η ορισμένη διάρκεια της σύμβασης μπορεί να δικαιολογείται και από λόγους "κείμενους στο πρόσωπο του εργαζόμενου". Το Π.Δ. 180/2004/ στους ενδεικτικά απαριθμούμενους αντικειμενικούς ως άνω λόγους( δεν αναφέρει τη συγκεκριμένη κατηγορία λόγων.

Από την παράλειψη ωστόσο αυτή δεν συνάγεται το συμπέρασμα ότι μετά την ισχύ του Π.Δ. 180/2004 δεν μπορούν πλέον λόγοι "κείμενοι στο πρόσωπο του εργαζόμενου" να δικαιολογήσουν την ορισμένη διάρκεια της σύμβασης, αφού το ίδιο το Π.Δ. 180/2004 στον κατάλογο των ενδεικτικά απαριθμούμενων αντικειμενικών λόγων αναφέρει, μεταξύ άλλων, ως τέτοιους λόγους την περίπτωση που η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζόμενου σε συναφή απασχόληση.

Συνεπώς, λόγοι αναγόμενοι στο πρόσωπο του εργαζόμενου, μπορούν να δικαιολογήσουν την ορισμένη διάρκεια της σύμβασης, όπως η επιθυμία του να απασχοληθεί για ορισμένο χρονικό διάστημα, υπό την προϋπόθεση βέβαια να έχει εκφράσει ο ίδιος την σχετική επιθυμία ελεύθερα και όχι να έχει αυτή επηρεασθεί από τον εργοδότη.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 6/2019, 7/2006).

Εξάλλου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και ; 200 Α.Κ., οι οποίοι αφορούν στην αναζήτηση, κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και των δικαιοπραξιών γενικώς, της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις που αυτοί χρησιμοποίησαν, και όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη, παραβιάζονται όταν το δικαστήριο, καίτοι διαπιστώνει, ανελέγκτως, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για την συμπλήρωση ή ερμηνεία TOJS στις διατάξεις των άρθρων 173, 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη ερμηνείας ή συμπληρώσεως, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστεως.

Οι αυτοί δε ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξία5;κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη (ήτοι οι συνήθειες και τρόποι ενέργειας που επικρατούν στις συναλλαγές.

Το δικαστήριο, κατά την εφαρμογή των, ως άνω, διατάξεων, διαπιστώνει κυριαρχικώς τη. βούληση των μερών, στην κρίση του δε αυτή δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Η ως άνω παραβίαση, μπορεί να γίνει και έμμεσα, όταν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του για τη μορφή και το περιεχόμενο της σύμβασης, καταφεύγει και σε άλλα έγγραφα, μάρτυρες κλπ, εκτός του εγγράφου με το οποίο καταρτίστηκε αυτή (Ολ ΑΠ 26/2004, ΑΠ 416/2018, ΑΠ 1457/2017).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2019, 8/2018).

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. (Ολ ΑΠ 15/2006, απ 355/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ότι η ενάγουσα, που είναι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, απόφοιτος του Πανεπιστημίου της Λιέγης, ομιλεί αγγλικά και γαλλικά και χειρίζεται Η/ Υ, την 15.2.2005 σύναψε με το εναγόμενο σύμβαση ορισμένου χρόνου για να εργαστεί ως υπάλληλος γραφείου, απασχολούμενη επί πενθήμερο, με οκτάωρη ημερήσια εργασία.

Ότι η σύμβαση αυτή έληξε το έτος 2009, πλην όμως, καθώς η ενάγουσα συνέχισε να προσφέρει την εργασία της στο εναγόμενο και εκείνο να την αποδέχεται, κατέστη αορίστου χρόνου, όπως υποστηρίζει και το εναγόμενο. Ότι η ενάγουσα μαζί με ακόμη μία υπάλληλο, την Χ. Κ., διεκπεραίωναν όλες τις εργασίες Γραμματείας του εναγομένου και των τμημάτων του (αλληλογραφία κ.λ.π.), επιμελούνταν των δελτίων τύπου, οργάνωναν τις εκδηλώσεις και παρίσταντο σ' αυτές, όπως και στα σεμινάρια και στα συμβούλια, διενεργούσαν τις εισπράξεις από τα 60 περίπου σωματεία, που ανήκαν στο εναγόμενο, εξέδιδαν αποδείξεις και στην συνέχεια παρέδιδαν στον Ταμία και στον λογιστή, έκαναν τις συνεννοήσεις με τις ομάδες και την ΕΠΟ, συγκέντρωναν όλα τα έγγραφα από τις ομάδες και τις ομοσπονδίες, εξέδιδαν τα δελτία των ποδοσφαιριστών, τις ταυτότητες των προπονητών, μεριμνούσαν για τις καταστάσεις υγείας και γενικά απασχολούνταν με κάθε τι που αφορούσε τη λειτουργία του εναγομένου.

Ότι την 11.6.2010 η ενάγουσα σύναψε νέα σύμβαση εργασίας με το εναγόμενο, διάρκειας 12 ετών, με βάση την οποία η ενάγουσα θα απασχολείτο, όπως και πριν, έναντι μηνιαίων αποδοχών, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί από το έτος 2009 και ανέρχονταν στο ποσό των 1.300 €, που καταβάλλονταν στο τέλος κάθε μήνα. Ότι η παραπάνω σύμβαση συμφωνήθηκε ως ορισμένου χρόνου με συγκεκριμένη διάρκεια και λήξη, κατόπιν αιτήματος της ενάγουσας το οποίο αποδέχτηκε το εναγόμενο δια της διοικήσεώς του, διότι η ενάγουσα επιθυμούσε να εξασφαλιστεί η θέση εργασίας της τα υπόλοιπα χρόνια και να μην κινδυνεύσει από ανεργία, παρά μόνο αν υφίστατο σπουδαίος λόγος, θεωρώντας άνευ σημασίας ότι στη λήξη της σύμβασης δεν θα ελάμβανε αποζημίωση.

Ότι το ότι δια της συμβάσεως αυτής η ενάγουσα ανέλαβε να προσφέρει εργασία, η οποία κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ως γεγονός δεν αρκεί από μόνο του για να χαρακτηριστεί η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, όπως υποστηρίζει το εναγόμενο, αφού η βούληση των συμβαλλομένων ήταν να συναφθεί ως ορισμένου χρόνου προς εξασφάλιση δικαιολογημένων συμφερόντων της εργαζόμενης και κατ' απαίτηση αυτής και ουδόλως έγινε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας- εργαζόμενης, είτε εκείνων που αφορούν την καταγγελία της σύμβασης, είτε εν γένει των δικαιωμάτων της από τη λειτουργία της σύμβασης.

Ότι ο λόγος της σύναψης της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ορισμένου χρόνου αποδείχτηκε από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Γ. Α., ο οποίος ανήκε στη διοίκηση του εναγομένου που σύναψε την παραπάνω σύμβαση με την ενάγουσα και εκ της θέσεώς του ήταν γνώστης αυτού, όπως και από τις ένορκες βεβαιώσεις του Φ.

Μ. που(ως Πρόεδρος του εναγομένου, συνυπέγραψε την ανωτέρω σύμβαση και της έτερης υπαλλήλου Χ. Κ., η οποία αναφέρθηκε στη ανησυχία των εργαζομένων για τη θέση εργασίας τους. Ότι η ενάγουσα, όπως και πριν,συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της προσηκόντως, με ζήλο και υπευθυνότητα, έχοντας απόλυτη γνώση της όλης λειτουργίας του εναγομένου, λόγω της μακροχρόνιας πλέον εμπειρίας της στη θέση αυτή.

Ότι την 23.6.2017, το εναγόμενο, δια της νέας διοικήσεώς του, που αναδείχτηκε από τις αρχαιρεσίες του 2016, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας σαν να ήταν σύμβαση αορίστου χρόνου και της κατέβαλε αποζημίωση απόλυσης 17.038,56 €, ενώ σταμάτησε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, παρά την εναντίωση της ενάγουσας.

Ότι η καταγγελία αυτή ήταν άκυρη, διότι έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο, την ύπαρξη του οποίου ως λόγο καταγγελίας και την περαιτέρω εξειδίκευσή του δεν πρότεινε το εναγόμενο με ένσταση στο ακροατήριο του πρωτόδικου δικαστηρίου, ώστε να καταγραφεί στο πρακτικό συνεδρίασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 & 1δ' ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015.

Ότι οι επικαλούμενοι οικονομοτεχνικοί λόγοι, που πρότεινε το εναγόμενο ως αιτία της καταγγελίας αντικρούοντας την αγωγή στη βάση της σύμβασης αορίστου χρόνου και οι οποίοι συνίσταντο, σύμφωνα με το εναγόμενο, στο ότι η δαπάνη μισθοδοσίας των δύο υπαλλήλων (ενάγουσας και Χ. Κ.), δηλαδή μικτός μισθός μετά των εργοδοτικών εισφορών κ.λ.π., ανερχόταν στο ποσό των 1.825,56 € για την καθεμία και αποτελούσε το 42% των εσόδων του εναγομένου το 2016 και το 2018, σύμφωνα με τα προϋπολογισθέντα;

το 50% εσόδων του σωματείου, ενώ με την απόλυση της ενάγουσας και την πρόσληψη στη θέση της με πλήρες ωράριο, άλλης υπαλλήλου (εκτός της Χ. Κ., που παρέμεινε στο εναγόμενο) της Γ. Π. της οποίας το μισθολογικό κόστος ανέρχεται μηνιαίως στο ποσό των 819,14 €, υπάρχει εξοικονόμηση περί το 15% των προϋπολογισθέντων για το έτος 2018 εξόδων, δεν συνιστούν σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης ορισμένου χρόνου.

Συνεπώς, κατέληξε το Εφετείο, η από 11.6.2010 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου δεν λύθηκε και συνακόλουθα δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την ανωτέρω εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγής την δέχτηκε κατά ένα μέρος, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας, που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, υποχρέωσε το εναγόμενο να απασχολεί πραγματικά την ενάγουσα στη θέση εργασίας που την απασχολούσε και καταδίκασε το εναγόμενο, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, στη καταβολή χρηματικής ποινής 5.000 ευρώ υπέρ της ενάγουσας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 669 εδ. α' και 672 ΑΚ τις οποίες και εφάρμοσε, συντρεχουσών των προϋποθέσεων αυτών, αφού πρόκειται για λύση, χωρίς σπουδαίο λόγο, σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, που δικαιολογείται κατά τις ουσιαστικές ως άνω παροχές της προσβαλλόμενης απόφασης από την επιθυμία της εργαζόμενης, προκειμένου να εξασφαλιστεί η θέση εργασίας της για δώδεκα έτη και να μην κινδυνεύσει από ανεργία, και όχι η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 669 εδ.

β' του ΑΚ, που αφορούν τη λύση σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, καθώς και του προαναφερόμενου 180/2004 Π.Δ., που αφορούν διαδοχικές ("αλυσιδωτές") συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες συνήφθησαν για καταστρατήγηση των διατάξεων για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και δεν δικαιολογείται η σύναψή τους από αντικειμενικούς λόγους, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αν, με τα γενόμενα δεκτά, εφαρμόσθηκαν ορθά ή όχι οι διατάξεις αυτές.

Συνεπώς, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της αιτήσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο σκέλος του, εκείνο της παραβιάσεως των ως άνω διατάξεων, είναι αβάσιμος. Κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ο ίδιος λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές αιτιολογίες για το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του χαρακτηρισμού της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, διότι δέχθηκε το Εφετείο αφενός μεν ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, αφετέρου δε ότι η συνδέουσα το τελευταίο και την αντίδικο του σύμβαση εργασίας ήταν ορισμένου χρόνου, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον δεν υπάρχουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ουσιαστικές παραδοχές, όπως παραπάνω εκτίθενται από το αναιρεσείον, αλλά το Εφετείο, επιχειρηματολογώντας για την αντίκρουση του ισχυρισμού του τελευταίου ότι πρόκειται για σύμβαση αορίστου χρόνου, διέλαβε στο σκεπτικό του ότι "...Το ότι δια της συμβάσεως αυτής η ενάγουσα ανέλαβε να προσφέρει εργασία η οποία κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ως γεγονός δεν αρκεί από μόνο του για να χαρακτηριστεί η σύμβαση εργασίας, αορίστου χρόνου, όπως υποστηρίζει το εναγόμενο, αφού η βούληση των συμβαλλομένων, ήταν να συναφθεί ως ορισμένου χρόνου....".

Περαιτέρω, απ' αυτά που δέχτηκε ως άνω το Εφετείο, προκύπτει ότι δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στην από 11.6.2010 σύμβαση εργασίας, ούτε ετέθη θέμα διάγνωσης της αληθινής βούλησης των συμβληθέντων, σε σχέση με το ζήτημα αν είχε συναφθεί μεταξύ αυτών σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου.

Επομένως, δεν ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων ως προς το είδος της συναφθείσας σύμβασης εργασίας και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 1α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Ούτε έμμεση παραβίαση των ως άνω διατάξεων υπάρχει, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν κατέφυγε στην κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Γ. Α., γιατί διαπίστωσε ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεων των συμβληθέντων στην ως άνω σύμβαση εργασίας και τον σχηματισμό της κρίσης του ως προς το αν η σύμβαση αυτή ήταν ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αλλά προς ενίσχυση της κρίσης του ως προς τους λόγους, που ώθησαν την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη να συνάψει σύμβαση ορισμένου χρόνου.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ" είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 573/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο λόγο της αίτησης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη του την από 1.6.2018 έγγραφη τροποποίηση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, συναφθείσα μεταξύ του αναιρεσείοντος και της Χ.

Κ., νομίμως και παραδεκτώς προσκομισθείσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπου συνομολογείται ότι η από 11.6.2010 σύμβαση εργασίας της τελευταίας, που είναι αυτολεξεί όμοια με αυτή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, είναι αορίστου χρόνου, καθώς σ' αυτή ρητώς και σαφώς αναφέρεται ότι σε περίπτωση τυχόν μελλοντικής απόλυσής της η αποζημίωση απόλυσής της, τέτοια δε αποζημίωση νοείται μόνο σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, θα υπολογιστεί με βάση την από 3.5.2004 προϋπηρεσία της.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας- εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης είναι ορισμένου χρόνου ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και "....

όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι στις προτάσεις τους για να χρησιμοποιηθούν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων....". Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη και η ως άνω( νομίμως και παραδεκτώς προσκομισθείσα, έγγραφη από 1.6.2018 τροποποιητική σύμβαση εργασίας της Χ.

Κ., την οποία το Εφετείο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του, πλην όμως, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του εναγομένου) την αποδεικτική του δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών του.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αιτήσεως,με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός ιδρύεται αν το δικαστήριο : α) επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, β) επιδίκασε περισσότερο από ό,τι ζητήθηκε και γ) άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος. Στην έννοια της επιδίκασης περιλαμβάνεται και η (χωρίς αίτηση) αναγνώριση ή διάπλαση, δηλαδή η διάγνωση της έννομης συνέπειας που δεν ζητήθηκε, ενώ παρά την έλλειψη αιτήματος, ο λόγος δεν ιδρύεται αν ο νόμος ορίζει ότι το δικαστήριο προβαίνει αυτεπαγγέλτως στην "επιδίκαση", όπως στο άρθρο 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το οποίο "Αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να επιχειρήσει πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του οφειλέτη, το δικαστήριο τον καταδικάζει να εκτελέσει την πράξη και στην περίπτωση που δεν την εκτελέσει τον καταδικάζει αυτεπαγγέλτως σε χρηματική ποινή έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ υπέρ του δανειστή και σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος".

Από την γραμματική διατύπωση της ως άνω διατάξεως προκύπτει ότι δεν τίθεται ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της η προΰπαρξη τελεσίδικης διάταξης ή επιταγής προς εκτέλεση και για την εφαρμογή της απαιτούνται (αθροιστικά) μόνο οι εξής προϋποθέσεις: α) Υποχρέωση του οφειλέτη να επιχειρήσει πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο.

Πρόκειται για μη χρηματική παροχή που η εκπλήρωσή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του οφειλέτη. Τούτο μπορεί να καθορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο, τη φύση της πράξης, τις ιδιαίτερες συνθήκες ή την ιδιαίτερη συμφωνία των μερών, β) Η πράξη αυτή να εξαρτάται μόνο από τη βούληση του οφειλέτη. Τούτο καθορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο ή από τη φύση της πράξης ή από την ιδιαίτερη συμφωνία των μερών ή και τις ιδιαίτερες συνθήκες.

Και γ) έκδοση απόφασης που να καταδικάζει τον οφειλέτη. Αν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, ο δανειστής, από οποιονδήποτε τίτλο και αν έλκει το δικαίωμα, για να αξιώσει από τον οφειλέτη την τέλεση της πράξης αυτής, πρέπει να απευθυνθεί στο δικαστήριο και να επιτύχει την καταδίκη του οφειλέτη να εκτελέσει την πράξη και στην περίπτωση που δεν την εκτελέσει το δικαστήριο τον καταδικάζει αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1618/1998) σε χρηματική ποινή έως 50.000 € υπέρ του δανειστή και σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος.

Το δικαστήριο, αν καταδικάζει κάποιον σε τέλεση πράξης, κατά το άρθ. 946 ΚΠολΔ, αυτεπαγγέλτως επιβάλλει (και δεν απειλεί απλώς) (αθροιστικά) τη χρηματική ποινή (και την προσωπική κράτηση) ως μέσα εκτέλεσης - (ΟλΑΠ 2/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, με το τέταρτο λόγο της αίτησης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, υποχρέωσε το αναιρεσείον να απασχολεί πραγματικά την αναιρεσίβλητη στη θέση εργασίας που απασχολείτο και το καταδίκασε, σε περίπτωση τυχόν μη συμμόρφωσής του, σε καταβολή χρηματικής ποινής υπέρ της τελευταίας, ύψους 5.000 ευρώ, παρότι ζητήθηκε με την ένδικη αγωγή να υποχρεωθεί να την απασχολεί πραγματικά και σε περίπτωση μη συμμορφώσεως να επιβληθεί χρηματική ποινή 100 ευρώ για κάθε ημέρα μη απασχόλησής της.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αναγνωρίστηκε με αυτή η ακυρότητα της από 23.6.2017 καταγγελίας της από 11.6.2010 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, υποχρεώθηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να απασχολεί πραγματικά την τελευταία στη θέση εργασίας, που απασχολείτο, σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση και καταδικάστηκε το εναγόμενο σε χρηματική ποινή, ποσού πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, κατ' εφαρμογή, για την αυτεπάγγελτη επιδίκαση του, του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται "...Περαιτέρω η εκπλήρωση της άνω υποχρεώσεως του εργοδότη να απασχολεί πραγματικά τον εργαζόμενο γίνεται με την επιχείρηση εκ μέρους του πράξης που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο, αλλά η πραγματοποίησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του εργοδότη, ήτοι πρόκειται για υποχρέωση επιχείρησης πράξης και ο εξαναγκασμός του εργοδότη γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 52 παρ. 1 του ν. 3994/2011, ήτοι με την καταδίκη του σε εκτέλεση της πράξης και σε περίπτωση μη εκτέλεσης με την καταδίκη αυτεπαγγέλτως σε χρηματική ποινή έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ υπέρ του δανειστή και σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος.

Η απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε παράβαση, απειλείται στις περιπτώσεις της διάταξης του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή όταν ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξης.". Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο δεν επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, αλλά προέβη αυτεπαγγέλτως στην επιδίκαση του ποσού των 5.000 ευρώ, κατά τους ορισμούς του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, το οποίο δεν υπερβαίνει το όριο της εν λόγω διάταξης, για την περίπτωση μη συμμόρφωσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος στην υποχρέωσή του να απασχολεί πραγματικά την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, εφόσον ο λόγος του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται ακόμη και παρά την έλλειψη σχετικού αιτήματος στην περίπτωση που το δικαστήριο προβαίνει αυτεπαγγέλτως στην επιδίκαση χρηματικής ποινής κατά τις διατάξεις του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του αρ. 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996). "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση, την αντένσταση ή λόγο έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή εκ περισσού εκτιθέμενα, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις (Ολ.

ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 3/1997).Επίσης, δεν αποτελούν πράγματα και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Ολ ΑΠ 14/2004, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 2086/2017, ΑΠ 277/2009, ΑΠ 128/2008, ΑΠ 66/2008). Για την πληρότητα του ίδιου λόγου αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 εδάφ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ποία ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, και ποία επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, χωρίς να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων (ΑΠ 869/2017, ΑΠ 253/ 2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων, και στην περίπτωση που το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αυτοτελή, περί παροχής έννομης προστασίας, αίτηση, η οποία αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 474/2010).

Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υφίσταται όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό.

Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολο της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος (ΑΠ 528/2009, πολύ δε περισσότερο δεν ιδρύεται αυτός αν από την επισκόπηση της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο προέβη σε εξέταση και ακολούθως στην απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης δικαστικής προστασίας (ΑΠ 920/2009).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει το δικαίωμα να εκπέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από την ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή της αλλού.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, εφόσον υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργασίας, η οποία δεν έχει λυθεί νομίμως και ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, που αυτός πραγματικά και προσηκόντως του προσφέρει, περιέρχεται σε υπερημερία και έχει την υποχρέωση να καταβάλει στο μισθωτό τις αποδοχές που εκείνος θα ελάμβανε σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο ή ΣΣΕ ή ΔΑ, εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του.

Από τις αποδοχές αυτές, όμως, ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει την ωφέλεια που αποκόμισε ο μισθωτός από τη ματαίωση της εργασίας του, δηλ. από τη χρησιμοποίηση του χρόνου που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και από την αξιοποίησή του είτε με αυτοαπασχόληση είτε με παροχή εργασίας σε άλλον εργοδότη, από την οποία αποκόμισε ωφέλεια.

Αντίθετα, δεν αφαιρείται η ωφέλεια που προϋπήρχε της υπερημερίας του εργοδότη προερχόμενη από την αξιοποίηση εκ μέρους του μισθωτού του εκτός του ωραρίου εργασίας χρόνου του. Δηλαδή, πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας του μισθωτού. Ως ωφέλεια του μισθωτού νοείται και εκείνη που αποκτήθηκε από τη δραστηριότητα αυτού ως ελεύθερου επαγγελματία, εφόσον όμως η ωφέλεια αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι αυτός δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη του και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύθηκε στην άλλη επαγγελματική του δραστηριότητα.

Για να είναι δε ορισμένος ο παραπάνω ισχυρισμός, που αποτελεί ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού που διώκει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, πρέπει να αναφέρεται η εργασία την οποία ο μισθωτός μπορούσε να εκτελέσει χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση, τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη ή μη απασχόλησή του, καθώς και την ωφέλεια που θα αποκόμιζε από την απασχόλησή του αυτή, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα ελάμβανε από την άλλη εργασία (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 1451/2019, ΑΠ 168/2018).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη εγγράφου με τις προτάσεις του, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Η παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί επί της αιτήσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 9γ' και 8 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί επί της αιτήσεώς του, που νόμιμα πρόβαλε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα τηρούμενα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης αλλά και με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επίδειξης εγγράφου και δη της καρτέλας ενσήμων ΙΚΑ (νυν ΕΦΚΑ) της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης του κρίσιμου χρονικού διαστήματος, προκειμένου να αποδειχθεί ο ουσιώδης ισχυρισμός του (άρθρο656 εδ.

β' ΑΚ), ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα η αντίδικος του παρείχε αλλαχού τις υπηρεσίες της (εργασία) και αποκόμισε από την εργασία της αυτή ωφέλεια ίση τουλάχιστον με τις αποδοχές, που θα ελάμβανε απ' αυτό το ίδιο χρονικό διάστημα, και δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του και συγκεκριμένα την ένσταση επισχέσεως, που πρόβαλε νόμιμα και παραδεκτά, όπως και το αίτημα επίδειξης εγγράφων, δεδομένου ότι κατά της αγωγικής απαίτησης (αξίωσης) της αντιδίκου του έχει αξίωση πλήρους πληροφόρησης για την απασχόλησή της το επίδικο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη έχει υποχρέωση να του επιδείξει την καρτέλα ενσήμων του Ι.Κ.Α. (νυν ΕΦΚΑ) της κρίσιμης περιόδου (από 23.6.2017 έως 6.11.2017) και εντέλει, προβάλλοντας την άνω ένσταση επισχέσεως, ζήτησε μέχρι να εκπληρώσει αυτή την υποχρέωσή της επιδείξεως της ως άνω καρτέλας, η απαίτησή της για καταβολή των αιτουμένων με την ένδικη αγωγή μισθών υπερημερίας να μην είναι απαιτητή.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, με δήλωσή του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και με αυτές ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, πρόβαλε τον ισχυρισμό (ένσταση) αυτολεξεί ότι : "Επαγόμαστε όλως επικουρικώς ότι η αντίδικος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα παρείχε αλλαχού τις υπηρεσίες της κατά τον ίδιο χρόνο που θα απασχολούνταν και στην ΕΠΣΑΝΑ (από Δευτέρα έως Παρασκευή από τις 8.00 πμ έως και τις 16.00 μμ) και αποκόμισε από αυτήν την απασχόληση ωφέλεια τουλάχιστον ίση με τις αποδοχές (ύψους 1.825,56 €) που ελάμβανε από εμάς κατά την τελευταία προ της απόλυσής της περίοδο η οποία πρέπει να εκπέσει από τους υποτιθέμενους μισθούς υπερημερίας που τυχόν ήθελαν επιδικασθεί".

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν ασχολήθηκε ειδικά με αυτόν τον ισχυρισμό και απέρριψε σιγή τόσο την ένσταση του άρθρου 656 εδ. β' ΑΚ, όσο και το αίτημα περί επίδειξης του άνω εγγράφου και την ένσταση επίσχεσης σε περίπτωση μη επίδειξης αυτού, τα οποία (αίτημα επίδειξης εγγράφου και ένσταση επίδειξης) συναπτόταν με την ως άνω ένσταση έκπτωσης των αλλαχού κερδηθέντων.

Ωστόσο, η προβληθείσα από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομότυπα στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως άνω από το άρθρο 656 εδ. β' ΑΚ ένσταση, ήταν ποσοτικά αόριστη, διότι δεν διαλαμβάνονταν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά συναρτώμενα με το είδος της παρεχόμενης εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης σε άλλον εργοδότη, καθώς και συγκεκριμένο ποσό που αποκόμισε η τελευταία από την τυχόν απασχόλησή της αυτή.

Περαιτέρω, εξαιτίας της αοριστίας αυτής, ήταν αόριστο και το αίτημα της εναγομένης, να υποχρεωθεί η ενάγουσα να προσκομίσει και επιδείξει τις καρτέλες ενσήμων του IΚΑ (νυν ΕΦΚΑ), δεδομένου ότι δεν εκτίθεντο τα περιστατικά από τα οποία προέκυπτε το έννομο συμφέρον της για την απαιτούμενη επίδειξη, δηλ. δεν προβαλλόταν κατά τρόπο ορισμένο η ένσταση από το άρθρο 656 εδ.

β' ΑΚ, για την απόδειξη της οποίας ζητούντο τα εν λόγω έγγραφα (ΑΠ 1067/2010) και κατ ακολουθίαν παρίστατο και αλυσιτελής η εξέταση της ένστασης επίσχεσης.

Συνεπώς, εφόσον ο ισχυρισμός του άρθρου 656 εδ. β' ΑΚ ήταν αόριστος, το Εφετείο, ασχολήθηκε ειδικά με αυτόν και κατ' επέκταση με το αίτημα της επίδειξης εγγράφων που συναρτώντων με αυτόν, καθώς και με τον ισχυρισμό της επίσχεσης, δεν υπέπεσε στις παραπάνω πλημμέλειες και ο πέμπτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19.4.2019 και αριθ. κατάθεσης 4048/349/23.4.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1478/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ