Supreme Court dismisses appeal on civil property dispute, ruling appellate court's evidence evaluation was not a reversible error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a lower court's property ownership judgment. The appellants argued the appellate court committed a reversible error by misinterpreting historical donation and purchase contracts regarding land titles. The court rejected this claim, stating the lower court's conclusion resulted from a permissible evaluation of evidence rather than a diagnostic legal mistake.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a disputed evaluation of evidence and the interpretation of documentary content does not constitute a reversible error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 66 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 66/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη-εισηγήτρια, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1α. Π. Ζ. του Ε., 1Π. Ζ. του Ε., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αρχικώς ενάγοντος Ε., Ζ., 2Ν. Κ. Ζ., κατοίκου ..., 3.Α. συζ. Α. Κ., το γένος Κ. Ζ., κατοίκου ..., 4.Π. συζ. Γ. Φ., το γένος Κ. Ζ., κατοίκου ..., 5.Ε. Κ. Ζ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Λάμπρο Μακρυγιάννη.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Τσώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 59/2013, 45/2014 και 24/2016 του Εφετείου Καλαμάτας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-7-2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 24/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1, 3 και 552 επ Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή (αίτηση) είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του, με επίκληση νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε περιληπτικά τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά ως προς την από 21-4-2008 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων, οι υπό στοιχ. ... από τους οποίους έχουν υπεισέλθει στη θέση του αρχικού συνενάγοντα και πατέρα τους Ε. Ζ., που πέθανε κατά τη διάρκεια της επιδικίας στον πρώτο βαθμό, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του και την ασκηθείσα με τις από 5-10-2010 προτάσεις του πρώτου βαθμού και συνεκδικασθείσα ανταγωγή του εναγομένου περί διεκδικήσεως του ίδιου ακινήτου.
Η Π. Δ., σύζυγος Ν. Ζ. που ήταν γιαγιά των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, ήτοι μητέρα του αρχικού ενάγοντα Ε. Ζ., που ήταν πατέρας των υπό στοιχ. ... αναιρεσειόντων και του Κ. Ζ., που ήταν πατέρας των λοιπών είχε αποκτήσει με το νόμιμα μεταγραμμένο υπ’ αριθ. .../5-11-1905 συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Μ.
Χ. K. και από δωρεά του πατέρα της Κ. Δ., ένα αγρό, επακριβώς περιγραφόμενο επιφάνειας 12 στρεμμάτων ως έγγιστα, που βρίσκεται στη θέση ... (σημερινό χωριό ...) του ..., πάνω από την επαρχιακή οδό ... και δεν έχει σχέση με την επίδικη εδαφική λωρίδα των 4047,18 τ.μ., η οποία εντοπίζεται από όλους τους διαδίκους κάτω από την οδό αυτή, ήτοι νότια.
Προσέτι η εν λόγω γιαγιά των εναγόντων είχε αποκτήσει στην ίδια θέση και πάνω (βόρειως) από την οδό αυτή πέντε ακίνητα με τα υπ’ αριθμ. .../22 11.1905 και ...25-11-1905 συμβόλαιο προικοσυμβόλαια, ενώ κάτω από την οδό αυτή (νότια) είχε αποκτήσει με το νόμιμα μεταγραμ. υπ’ αριθμ. .../1905 του ίδιου συμβ/φούντος Ειρηνοδίκη ένα ακίνητο 5702,35τμ που περιγράφεται με στοιχ.
… στο από Σεπτεμβρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Α. και είναι χαρακτηρισμένο με την υπ’ αριθμ. .../2003 πράξη, ως αγρός, ενώ προσέτι είχε στην ιδιοκτησία της και ένα ακίνητο που φέρεται με τα στοιχεία ... στο προαναφερθέν σχεδιάγραμμα και είναι κατά 491,72τ.μ. αγρός ασκεπής και κατά 4040,58 τ.μ δασική έκταση και κατά το πρώτο τμήμα του (των 4791,72τ.μ) μεταβιβάστηκε στην Σ.
Π., με το νόμιμα μεταγραμμένο υπ’ αριθ. .../14-1-2006 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Ι. Γ.. Τα ακίνητα αυτά μετά το θάνατο της στις 12-8-1962, περιήλθαν κατά ισομοιρία στα προαναφερθέντα παιδιά της Ε. και Κ. ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, οι οποίοι πέραν των εκτάσεων αυτών κληρονόμησαν ως καταπιστευματοδόχοι της αποβιώσασας στις 19-10-1969 της αδελφής της μητέρας τους Ε.
Δ. συζ. Φ. Ν. Τ. και από τον βεβαρημένο με το καταπίστευμα και θανόντα στη 20-8-1981 σύζυγό της και δυνάμει της νόμιμα δημοσιευθείσας υπ’ αριθμ. .../1960 δημόσιας διαθήκης, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβ/φου Μεθώνης Ν. Κ. ένα αγρό 15 στρεμμάτων που βρίσκεται κάτω από την παραπάνω οδό Την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά της Π.
Δ., της αδελφής της Ε., του γιού της Χ. και της συζύγου του τελευταίου Ι. Μ. αποδέχθηκαν οι Ε. Ζ. και οι λοιποί αναιαρεσίβλητοι κατά τα αναλογούντα στον καθένα από αυτούς ποσοστά εξ αδιαιρέτου με τη ν.μ. υπ’ αριθμ. .../2005 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβ/φου Αθηνών Β. Κ.. Μεταξύ άλλων αποδέχθηκαν α)το προαναφερθέν ακίνητο των 15 στρεμμάτων της Ε.
Τ., που το είχε αποκτήσει με το νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο του συμβ. Μεθώνης Β. Δ. και το οποίο φέρεται με τον αριθμό1 στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα και με επιφάνεια 8.832τ.μ, καθόσον τμήμα του 6560 τ.μ απαλλοτριώθηκε και με την υπ’ αριθ. 252/1978 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της ορισθείσας με αυτήν αποζημίωσης οι Ε.
και Κ. Ζ. και β) το προαναφερθέν ακίνητο των 5702,35 τ.μ, του οποίου κτητικός τίτλος είναι το .../1905 συμβόλαιο. Στη συνέχεια με τη νόμιμα μεταγραφείσα υπ’ αριθμ. .../25-2-2008 συμπληρωματική πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμ/βου Καλαμάτας Ε. Χ. Τ. οι ενάγοντες αποδέχθηκαν και το επίδικο εδαφικό τμήμα των 4047,18 τ.μ αναφέροντας εσφαλμένα ότι στη δικαιοπάροχό τους Π.
Δ.-Ζ. είχε περιέλθει με την βορείως αυτού ιδιοκτησία των 12 στρεμμάτων που εκείνη είχε αποκτήσει με το αναφερόμενο παραπάνω .../1905 δωρητήριο συμβόλαιο, η οποία όμως ιδιοκτησία όπως έχει αναφερθεί βρίσκεται πάνω από το δρόμο και δεν έχει σχέση με το επίδικο που βρίσκεται κάτω από το δρόμο. Μάλιστα στη συμπληρωματική πράξη αποδοχής αναφέρεται ότι το επίδικο προέρχεται από κληρονομιά της Ε.
Τ.. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι το επίδικο δεν ανήκε στην περιουσία της Π. Δ. και δεν περιήλθε στους ενάγοντες, ως κληρονόμους της. Αντίθετα αποδεικνύεται από αδιάλειπτη σειρά τίτλων, που καλύπτουν χρονικά το διάστημα 1909 εως 2008 ότι το επίδικο επιφανείας 4047,18 τ.μ αποτελεί τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου επιφανείας 20.157,14 τμ, κείμενο στη βορειοανατολική γωνία αυτού.
Ειδικότερα με το ...6-1909 προικοσυμβόλαιο του προαναφερθέντος συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Μεθώνης ο Κ. Δ. (απώτατος δικαιοπάροχος του εναγομένου-αντενάγοντος αλλά και των εναγόντων ως προς τα προαναφερθέντα ακίνητα) μεταβίβασε κατ’ επικαρπία στο γαμπρό του Ν. Ζ. και κατά ψιλή κυριότητα στην θυγατέρα του Π.
ένα αγρό που βρίσκεται στην ίδια θέση με τα προπεριγραφέντα ακίνητα των εναγόντων, ήτοι στη ... της περιφέρειας Μεθώνης επιφανείας 12 στρεμμάτων "μετά του συνεχομένου χέρσου τόπου κατ’ ευθείαν γραμμή προς το ανατολικό μέρος της όσης εκτάσεως και αν είναι", που συνόρευε ανατολικά με αγρό ιδιοκτησίας Ε. Σ.
και κατά τα λοιπά "με αγρούς ιδίου προικοδότου (Δ.), δρόμο, ρέμα (δυτικά) σταφιδάμπελο ιδίου προικοδότου (Δ.) και ακτή θάλασσας (νότια). Το ακίνητο αυτό ο προικολήπτης με το νομ., μεταγρ . υπ’ αριθ. .../16-6-1916 συμβόλαιο του συμ/φου Β. Δ. μεταβίβασε αιτία πωλήσεως στον Π. Α., ο οποίος στη συνέχεια με το επίσης νόμιμα μεταγ.
υπ’ αριθ. ...7-10-1922 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Μεθώνης Σ. Δ. το μεταβίβασε στον Ν. Λ. του Α.. Οι συμβληθένετες στο τελευταίο αυτό συμβόλαιο ρύθμισαν με αυτό με τον εκ τρίτου συμβληθέντα Ν. Ζ. την διοχέτευση στην όμορη γράνα των υδάτων από τα παρακείμενα σταφιδάμπελα του Φ. Τ. και Σ.
Δ., των οποίων οι ιδιοκτησίες βρίσκονται βόρεια του ακινήτου που αγόρασε ο Ν. Λ., ο οποίος στη συνέχεια με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ’ αριθ. .../1950 προικοσυμβόλαιο μεταβίβασε κατ’ επικαρπία στον γαμπρό του Θ. Μ. και κατά ψιλή κυριότητα στη θυγατέρα του Α., μεταξύ άλλων και το ακίνητο αυτό που αν και περιγράφεται ως έχον επιφάνεια έξι στρεμμάτων ταυτίζεται απολύτως κατά θέση και σχήμα, πλευρικά με το ακίνητο που περιγράφεται στα προαναφερθέντα συμβόλαιο, το οποίο στη συνέχεια ο επικαρπωτής σύζυγος πούλησε το ακίνητο αυτό, μετά από σχετική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου και για λογαριασμό της ψιλής κυρίας συζύγου του, με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ’ αριθμ. ...-5-1971 συμβόλαιο του συμ/φου Πύλου Κ.
Μ. Β. Μ. και Υ. συζ. Β. Μ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, από τους οποίους ο πρώτος, ήτοι ο Β. Μ. μεταβίβασε το ποσοστό του με το νόμιμα μεταγεγραμμ. υπ’ αριθμ. .../1996 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Πύλου Α. Φ. Χ. Μ., ο οποίος μαζί με την συνιδιοκτήτριά του Υπαπαντή συζ. Β. Μ. προτιθέμενοι να πουλήσουν το ακίνητό τους, που σε όλα τα παραπάνω συμβόλαια ταυτίζεται κατά θέση, σχήμα και πλευρικά όρια, προέβησαν σε ακριβή καταμέτρηση αυτού, που διενήργησε ο πολιτικός μηχανικός Δ.
Ν., που με το από Ιουνίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα υπολόγισε την όλη έκταση του ακινήτου σε 20.157,41 τμ, το οποίο με την υπ’ αριθμ. ...-1-2006 πράξη χαρακτηρισμού του ... κρίθηκε αμετάκλητα κατά τμήμα του επιφανείας 13572 τ.μ ως γεωργική έκταση της παρ. 6α του άρθρου 3 του Ν.998/79 και κατά τμήμα του επιφανείας 4756,57τ.μ. ως μη δασικό εμπίμπτον στις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 και 21 παρ. 8 του Ν. 3208/2003.
ΟΙ εν λόγω συνιδιοκτήτες (Υ. και Χ. Μ.) με το νόμιμα μεταγρ. υπ’ αριθ. .../19-4-2007 συμβόλαιο της συμβ/φου Μεθώνης Ε. Χ.-Δ. πούλησαν το εν λόγω ακίνητό στον ενάγοντα, που στο συνοδεύον το πωλητήριο συμβόλαιο από Απριλίου 2007 τοπογραφικό του πολιτικού μηχανικού Α. Π. φέρεται με την προαναφερθείσα επιφάνεια των 20.157,41 τ.μ, ενώ με το υπ’ αριθμ. ...2007 νομ.
μεταγ. συμβόλαιο της ίδιας συμφ/φου γίνεται διόρθωση ορίων ως προς τμήμα του ακινήτου επιφανείας 1838,85.τ.μ. Από όλα τα συμβόλαια αυτά και τα επικαλούμενα γειτονικών ιδιοκτησιών προκύπτει ότι το ακίνητο αυτό βρίσκεται νοτίως του αναφερομένου παραπάνω ακινήτου των 15 στρεμμάτων (και μετά απαλλοτρίωση 8832 τ.μ) που η Ε.
Τ. κατέλιπε στους ενάγοντες και σε κανένα από αυτά δεν αποτυπώνεται προς βορρά ιδιοκτησία της Π. Δ., το δε φυσικό όριο του ακινήτου του αντενάγοντα- εναγομένου και του βορείως αυτού κειμένου αποτελεί η προαναφερθείσα γράνα, στην οποία διοχετεύονται τα ύδατα των βορείως ευρισκομένων ακινήτων της Ε. Τ. και της αδελφής της Σ.
και από εκεί καταλήγουν στο ρέμα. Από τα ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου στην ανωτέρω έκταση των 20157,14 τμ κείμενο στην βορειοανατολική γωνία του, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται και από το πόρισμα της από 1-9-2014 έκθεση πραγ/νης του τοπογράφου μηχανικού Ν. Α., το οποίο διατυπώθηκε μετά από εφαρμογή επί του εδάφους όλων των ανωτέρω συμβολαίων και ότι συνακόλουθα ο αντενάγων- εναγόμενος Γ.
Μ. κατέστη αποκλειστικός κύριος του με παράγωγο τρόπο, οι δε ενάγοντες του τον Φεβρουαρίου του 2006 τον απέβαλαν δια του Θ. Π., ο οποίος ενεργώντας για λογαριασμό τους, τοποθέτησε συρμάτινη περίφραξη πέριξ του επιδίκου, πρέπει να υποχρεωθούν να του το αποδώσουν". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του αντενάγοντες- εναγομένου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, κράτησε την υπόθεση και αφού συνεκδίκασε εκ νέου τις ένδικές αγωγή και ανταγωγή, απέρριψε την αγωγή και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ανταγωγή.
Την απόφαση αυτή πλήττει η αναίρεση με τους λόγους των αριθμών 8 εδ. β, 11 εδ.γ, 14 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. ως προς τους οποίους πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα. Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 352 και 335 ΚΠολΔικ, συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνον εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση, κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου.
Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο, που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεση προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.
Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενομένη με σκοπό αποδοχής και αμιφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Ειδικότερα δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο για αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης.
Περαιτέρω τα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και η ομολογία αποδεικνύουν ισχυρισμούς, πλην όμως τα ίδια δεν είναι ισχυρισμοί, ήτοι πράγματα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 8 εδ.
β και 11 εδ. γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. κατά τις οποίες το Εφετείο αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα από τους αναιρεσείοντες το πρώτον στο Εφετείο, ενόψει της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 269 και 527 Κ.Πολ.Δικ ένσταση της δικαστική ομολογίας, που κατ’ αυτούς (αναιρεσείοντες) συνιστά πράγμα αλλά αι ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την για πρώτη φορά γενομένη ενώπιον του με το εφετήριο δικαστική ομολογία του εκκαλούντος- αναιρεσίβλητου περί του ότι το επιφανείας 4047,18 τ.μ βρίσκεται μέσα στην ιδιοκτησία της Ε. Τ.-Δ., από την οποία ούτε ο ίδιος, αλλά ούτε και οι δικαιοπάροχοί του απέκτησαν ποτέ οποιοδήποτε ακίνητο και ως εκ τούτου αποδέχεται ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στη δική του ιδιοκτησία και προσέτι έμμεσα ομολογεί ότι τούτο (επίδικο) ανήκει στην ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων, αφού αυτοί είναι οι κληρονόμοι της εν λόγω Ε.
Τ.- Δ.. Το περιεχόμενο αυτό του λόγου αναίρεσης δεν πληροί το πραγματικό της δικαστικής ομολογίας υπό την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, αφού το επικαλούμενο από τον εκκαλούντα- αναιρεσίβλητο, γεγονός της συμπεριλήψεως του επιδίκου στην ιδιοκτησία της απώτερης δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων-εφεσιβλήτων δεν γίνεται με πρόθεση αναγνωρίσεως τυχόν συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου, ούτε το επικαλούμενο περιστατικό αυτό αφορά άμεσα στο αντικείμενο της δίκης, αλλά πρέπει από αυτό συμπερασματικά να εξαχθεί το επιβλαβές για τον εκκαλούντα- αναιρεσίβλητο γεγονός της ελλείψεως δικαιωμάτων του επί του επιδίκου.
Ενόψει τούτων δεν στοιχειοθετείται η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. της μη λήψεως υπόψη του αποδεικτικού μέσου της δικαστικής ομολογίας, αφού δικαστική ομολογία δεν υπήρξε, ενώ σε κάθε περίπτωση η ομολογία είναι ένα από τα περιοριστικά κατά το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δικ. αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και δεν συνιστά, όπως αβάσιμα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες ένσταση, ώστε να στοιχειοθετείται νομικά, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 516 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι για την άσκηση εφέσεως απαιτείται ο εκκαλών να έχει έννομο συμφέρον, τούτο δε συμβαίνει κατ’ αρχήν, όταν αυτός έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει με την οριστική απόφαση την οποία προσβάλλει, θεωρείται δε αυτός ότι έχει ηττηθεί, όταν με την απόφαση απορρίπτονται αιτήσεις και προτάσεις του ή αντιθέτως γίνονται δεκτές αιτήσεις και προτάσεις του αντιδίκου του.
Εξ ετέρου το έννομο συμφέρον ως γενική διαδικαστική προϋπόθεση, που κατά το άρθρο 73 του ίδιου κώδικα εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, συνίσταται στη δυνατότητα να διαμορφωθεί η δικαστική κρίση προς όφελος του εκκαλούντος, η δε έλλειψή του έχει ως συνέπεια την απόρριψη της εφέσεως ή του λόγου της ως προς τον οποίο (λόγο) τούτο δεν υφίσταται ως απαραδέκτων, ενώ η μη κήρυξη του απαραδέκτου αυτού ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η προαναφερθείσα αναιρετική πλημμέλεια του αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ κατά την οποία το Εφετείο, παρά το νόμο δεν απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, αφού ο εκκαλών με την εκτιθέμενη στον προηγούμενο λόγο δικαστική ομολογία του αναιρούσε το έννομο συμφέρον του προς άσκηση εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία γινόταν δεκτή η εις βάρος του ασκηθείσα αγωγή των αναιρεσειόντων και απορριπτόνταν η ασκηθείσα από αυτόν με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης ανταγωγή.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρεσίβλητος ως αναμφισβήτητα ηττηθείς διάδικος, κατά την πρωτοβάθμια δίκη, είχε έννομο συμφέρον να εφεσιβάλλει την εις βάρος του εκδοθείσα απόφαση κατά τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 68 και 516 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., ενώ η τυχόν δικαστική ομολογία δεν αναιρεί το έννομο συμφέρον του εκκαλούντος προς άσκηση εφέσεως και την εντεύθεν απόρριψη της για τυπικούς λόγους, αλλά την απόρριψη της για ουσιαστικούς λόγους, λόγω αποδοχής από τον εκκαλούντα του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για αυτόν γεγονότος που οδηγεί στην αποδοχή ή απόρριψη, αντίστοιχα, της ασκηθείσας εις βάρος του ή από αυτόν αγωγής, το δε Εφετείο στην προκειμένη περίπτωση με τις περί του αντιθέτου παραδοχής του έλαβε υπόψη και απέρριψε τον αποτελούντα περιεχόμενο του ερευνωμένου αναιρετικού λόγου ισχυρισμό των εφεσιβλήτων- αναιρεσειόντων περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή ο από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ( σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2.2003).
Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια κατά την οποία το Εφετείο ως προς το ζήτημα της αποκτήσεως από τον αντενάγοντα αναιρεσίβλητο της κυριότητας του επιδίκου με παράγωγο τρόπο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ’ αριθμ..../1941 και .../1950 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Μεθώνης Ν.
Κ., με τα οποία ο απώτερος δικαιοπάροχος του αντενάγοντα Ν. Λ. συνέστησε προίκα υπερ των θυγατέρων του Π. και Α. με το να δεχθεί ότι το ακίνητο που δόθηκε με το πρώτο από τα συμβόλαια αυτά (.../1941) ως προίκα στο ζεύγος Π. και Α. Σ. δεν αποτελεί μέρος του ακινήτου που ο προικοδότης απέκτησε με το υπ’ αριθμ. ...1922 συμβόλαιο του συμβ/φούντος Ειρηνοδίκη Μεθώνης Σ.
Δ. ( με αγορά από τον Π. Α. που το είχε αποκτήσει το 1916 με αγορά από τον προικολήπτη Ν. Ζ. σύζυγο της Π. Δ.), πράγμα το οποίο αναφέρεται στο δεύτερο από τα συμβόλαια αυτά (.../1950), αλλά ότι αποτελεί τμήμα άλλου ακινήτου 5 στρεμμάτων που ο προικοδότης έχει αποκτήσει με αγορά από την Π. Δ. ( που είναι και απώτερη δικαιοπάροχος της αγοράς του ακινήτου που αναφέρεται στο ...1922 συμβόλαιο).
Ο λόγος αυτός είναι, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτος, γιατί δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" των επίμαχων συμβολαίων, αλλά σε λανθασμένη κατά την άποψη των αναιρεσειόντων "συνδυαστική εκτίμηση" του περιεχομένου τους, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα αντίθετο με εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό και δη στο ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους του αναιρεσίβλητου και όχι στους τίτλους των αναιρεσειόντων ότι δηλαδή τούτο αποτελεί τμήμα του ακινήτου των 12 στρεμμάτων με χερσότοπο που η απώτερη δικαιοπάροχος των διαδίκων Π.
απέκτησε ως προικολήπτρια και όχι του ακινήτου των 12 στρεμμάτων που απέκτησε ως δωρεοδόχος. Δηλαδή η επικαλούμενη πλημμέλεια αφορά σε παράπονο αναγόμενο στην ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου εγγράφων. Εξάλλου σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα επίμαχα προικοσυμβόλαια, αλλά τα συνεκτίμησε και μάλιστα προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων με τα υπόλοιπα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη αποδεικτικά μέσα για να καταλήξει στο πόρισμά του περί αδιάλειπτης διαδοχής μεταβιβαστικών τίτλων του ακινήτου που περιγράφεται στο ...1922 συμβόλαιο.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου (άρθρου 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ.), ενώ οι τελευταίοι λόγω της ήττας τους 9 άρθρ. 183, 176 και 180 παρ. 1 Κ.πολ.Δικ) πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-7-2016 αίτηση των Π. θυγ. Ε. Ζ. Π. θυγ. Ε. Ζ., Ν. Κ. Ζ. κλπ κατά του Γ. Μ. του Ν., για αναίρεση της υπ αριθμ. 24/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.
Και καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2018.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ