Legislator Case Law & Legislation
66/2015 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on public service salary claims, rejecting five-year statute of limitations argument.

Case Number 66/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a multi-member First Instance Court decision regarding public service salary claims. The appellants argued for a five-year limitation period, while the lower court correctly applied a two-year rule starting from the claim's generation. The court found the lower court's application of the two-year statute of limitations correct and rejected the five-year argument as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 560(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a two-year statute of limitations applies to salary claims filed by public servants, invalidating any argument for a five-year period and confirming the lower court's correct application of Article 90(3) of Law 2362/1995.

Keywords

AI generated
public service salary claims two year statute of limitations five year limitation period appeal against first instance statute of limitations public servants

Cited Legislation

AI generated
Articles 559(1) and 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 90(3) of Law 2362/1995
Articles 4(1), 22(1), 25(1) of the Constitution
Articles 250 and 937 of the Civil Code
Articles 6, 13, and 14 of the ECHR
Article 1(1) of the First Additional Protocol to the ECHR
Articles 2(3), 14, and 26 of the ICCPR
Article 183, 178, and 176 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 66 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 66/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Π. έως και 349. Π. Χ.

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1)Α. Π. έως και 304) Τ. Ν., απάντων κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Σωτηρακόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου-καθ' ου η κλήση: Δήμου Αθηναίων που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μανίκα Ευαγγελία με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 924/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5004/2009 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 3-2-2012 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 254/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση για μέρος των διαδίκων, χώρισε την υπόθεση ως προς τους λοιπούς. Διέταξε την επανάληψη της συζήτησης κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και ανέβαλλε ως προς τους λοιπούς τη συζήτηση. Οι αναιρεσείοντες-καλούντες με την από 26-3-2014 κλήση τους υπέβαλαν αίτημα για ορισμό νέας δικασίμου, προς συζήτηση της από 3-2-2012 αναίρεσής τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου διάβασε την από 17-1-2013 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αγγελικής Αλειφεροπούλου με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της από 3-2-2012 αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1 .Κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί μολονότι, κατά τις σχετικές παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί μολονότι, κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν σι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση (ερμηνεία) του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοσθεί, αποτελεί παράβαση, που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκειμένου δε περί αποφάσεων των ειρηνοδικείων σε πρώτο βαθμό και των πρωτοδικείων κατ' έφεση με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΑΠ 2098/2013).

Εξάλλου, με το άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών, που συνάπτονται κατ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των Οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ".

Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και, αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προεκτέθηκε, με την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρ. 14 παρ.2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης, που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρ. 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (Κ.Υ.Α.), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 30-6-2002 και 176 Ευρώ από 1-7-2002 και εφεξής, σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ.

με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, των οποίων σι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997. Όλες οι προαναφερθείσες Κ.Υ.Α. έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 3016/2002 και 1 του Ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 Ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κινήσεως κ.λπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας, που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας, που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους.

Ενώ, δηλαδή, η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά, ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές.

Έτσι, με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, οι οποίοι αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.

Στη συνέχεια, με το άρθρ. 24 παρ.2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις" ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω Κ.Υ.Α.

καταργούνται.

Συνεπώς, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει, ως τμήμα του μισθού του, την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί, ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 8-3-2007 αγωγή τους, απευθυνόμενη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπηρετούσαν στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ο.Τ.Α.

με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, αμειβόμενοι βάσει του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου για τους απασχολουμένους στο Δημόσιο, ειδικότερα δε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3205/2003, καθώς και ότι η μη χορήγηση σ' αυτούς της μηνιαίας ειδικής παροχής των 88 ευρώ μέχρι τις 30-6-2002 και των 176 ευρώ στη συνέχεια δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις (των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1) του Συντάγματος περί ισότητας και ίσης αμοιβής.

Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει, νομιμοτόκως, την πρόσθετη μηνιαία μισθολογική αυτή παροχή, ανερχόμενη για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-3-2006 στο ποσό των 9.856 ευρώ για τον καθένα τους. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ότι για τις αξιώσεις των εναγόντων από 1-1-2004 και εντεύθεν η αγωγή είναι αόριστη, εφόσον δεν αναφέρεται ρητώς σ αυτήν, αν και ποια επιδόματα λάμβαναν οι ενάγοντες στο επίδικο χρονικό διάστημα, καθώς και το ύψος των επιμέρους ποσών, ώστε να γίνει ο υπό του νόμου προβλεπόμενος συμψηφισμός, για να κριθεί, αν υπερβαίνουν ή υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ μηνιαίως.

Κρίνοντας έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 3016/2002 και 24 παρ.2 του Ν. 3205/2003, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ. Και τούτο, διότι η ένδικη αγωγή περιέχει τα απαιτούμενα από τις ως άνω διατάξεις και εκείνη του άρθρου 118 ΚΠολΔ στοιχεία, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται τα ανωτέρω αναφερόμενα, αφού αυτά είναι θέματα, που θα προκύψουν από τις αποδείξεις, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη (ΑΠ 3098/2013, ΑΠ 2065/2013, ΑΠ 702/2013) Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας αξίωσε για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος περισσότερα στοιχεία απ όσα απαιτεί ο νόμος, οπότε υπάρχει παραβίαση των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως και ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος . 2.

Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται, ότι το Σύνταγμα θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια, ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα Δικαστήρια (ΟλΑΠ 3/2006).

Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι << Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως,...>>, ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι <<Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων>>.

Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ ΑΠ 40/1998).

Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, καθώς και εκείνες των άρθρων 2 παρ. 3, 14 και 26 του Ν. 2462/1997 (Διεθνές Σύμφωνο του ΟΗΕ για Τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα), που επιβάλλουν το σεβασμό των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, την ισότητα των διαδίκων και την ισονομία, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, οι οποίοι δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995 "περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρ. 91 εδ.

α' του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων περί παραγραφής των αξιώσεων κατά του Δημοσίου, οι οποίες εφαρμόζονται διαχρονικά και στις χρηματικές αξιώσεις κατά των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εφόσον οι ως προς αυτούς προστατευτικές διατάξεις δεν είναι ευνοϊκότερες (άρθρα 3 του Ν.Δ. 31/1968, 304 του Π.Δ. 410/1995 και 276 του Ν. 3463/2006), προκύπτει, ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των Οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ορίζεται, ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου κλπ από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως αυτό σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που διατυπώνεται στο άρθρ. 91 εδ.

α' και, επομένως, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ ΑΠ 29/2006). Η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 Ν. 236211995, για τις πιο πάνω αξιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου, ισχύουσα, κατά τα άνω, και για τους υπαλλήλους των ΟΤΑ, βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας (διετία) είναι μικρότερος όχι μόνο από το χρόνο παραγραφής (πενταετία) των παρόμοιων αξιώσεων των υπαλλήλων ή εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων (άρθρο 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ) και αξιώσεων από αδικοπραξία (άρθρ. 937 ΑΚ) αλλά και από το χρόνο παραγραφής (επίσης πενταετία) όλων των άλλων χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου (άρθρ. 90 παρ. 1 Ν. 2362/1995), καθώς και (πενταετία ή εικοσαετία) των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου κατά τρίτων (άρθρ. 86 παρ.2 και 3, αντίστοιχα, Ν. 2362/1995), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και, συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των αξιώσεων, που απορρέουν από περιοδικές (κατά μήνα) παροχές και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, πράγμα απαραίτητο για τη λειτουργία της υπηρεσίας του, καθώς και την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Ακόμη, δικαιολογείται και από τις διαφορετικές συνθήκες, υπό τις οποίες τελούν σι υπάλληλοι του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α. σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς, το οποίο διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των εν λόγω δύο κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες αυτών και το οποίο προστατεύει περισσότερο αποτελεσματικά τους υπαλλήλους του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α.

σε περίπτωση διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους. Ως εκ τούτου, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται α) στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερούμενη με το άρθρ. 22 παρ. 1 εδ. β' αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία ούτε στη συναφή συνταγματική αρχή της προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων, που καθιερώνεται με το άρθρο 25 παρ 1 αυτού, β) στη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, που προαναφέρθηκε και των άρθρων 13 και 14 αυτής, περί δικαιώματος πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής σε περίπτωση παραβιάσεως των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ελευθεριών και περί προστασίας ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων κλπ, αφού οι εν λόγω διατάξεις εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα Δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια, αμερόληπτα και χωρίς διακρίσεις αλλά δεν απαγορεύουν τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων και γ) στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 2 παρ. 3, 14 και 26 του Ν. 2462/1997, που έχουν μνημονευθεί παραπάνω (ΑΕΔ 1/2012, πρβλ.

ΑΕΔ 912009, Ολ ΑΠ 2/2011, 31/2007, 38/2005, ως προς την ερμηνεία της παρόμοιου περιεχομένου διάταξης του άρθρ. 48 παρ. 3 του ΝΑ. 49611974). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που, κατά τα προεκτεθέντα, δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ότι οι αξιούμενες με τη μνημονευόμενη στην προηγούμενη παράγραφο αγωγή διαφορές αποδοχών των αναιρεσειόντων, υπαλλήλων του αναιρεσίβλητου ΟΤΑ., του διαστήματος από 1-1-2002 μέχρι 30-12-2003, ενόψει της υποβολής αιτήσεώς τους προς τον αναιρεσίβλητο, με την οποία ζήτησαν για πρώτη φορά την καταβολή της επίδικης παροχής, προκειμένου να διακόψουν τη σχετική παραγραφή, στις 30-12-2005 και της ασκήσεως στη συνέχεια της από 12-4-2006 σχετικής αγωγής (δι' επιδόσεώς της στον αναιρεσίβλητο) στις 24-10-2006 (από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν και ακολούθως άσκησαν την όμοιου περιεχομένου και αιτήματος υπό κρίση από 8-3-2007 αγωγή τους), έχουν υποκύψει στην προαναφερόμενη διετή παραγραφή (του άρθρου 90 παρ. 3 Ν 2362/1995), η οποία αρχίζει απ6 τη γένεση τούτων.

Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς εφάρμοσε το άρθρ. 90 παρ.3 του Ν. 2362/1995 και δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 250 και 937 του ΑΚ, 6, 13 και 14 της ΕΣΔΑ, 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής και 2 παρ. 3, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Επομένως, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι οι επίδικες αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή και προσάπτεται στην προβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί, ως προς τους αναιρεσείοντες-καλούντες που παραστάθηκαν και κατά ένα μέρος, η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα κατά το μέρος της, που αναφέρεται στις επίδικες απαιτήσεις των, για το μετά την 1-1-2004 χρονικό διάστημα, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 4139/2013). Τέλος, πρέπει, να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσειόντων-καλούντων, που κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρ. 183, 178 και 176 του ΚΠολΔ, και 281 του ν. 3463/2006 "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας"), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 5004/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την αναφερόμενη στο αιτιολογικό έκταση.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσειόντων-καλούντων, το οποίο ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ