Legislator Case Law & Legislation
66/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on service of process grounds, ruling force majeure claim invalid due to lack of proof of timely notice.

Case Number 66/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Republic of the Philippines' appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting the Philippines' appeal as time-barred. The State argued that force majeure prevented them from filing the appeal in time because they were unaware of the first-instance judgment due to improper service. The court rejected this claim because the State failed to provide specific facts proving they were unaware of the judgment despite their duty of care, rendering the force majeure argument inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 134 and 136 of the Code of Civil Procedure; Force majeure is not established when the party fails to prove that lack of timely notice was due to circumstances beyond their control, given their duty of diligence.

Keywords

AI generated
service of process force majeure time bar duty of care civil procedure supreme court administrative state

Cited Legislation

AI generated
Article 134 of the Code of Civil Procedure
Article 136 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, 29/1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 66 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 66/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κράτους των Φιλιππίνων (Φιλιππινέζικου Δημοσίου), νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Γενικό Νομικό Σύμβουλο του Κράτους (General Solicitor) Χ ο οποίος εδρεύει στη ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Ρενιέρη - Γιαννοπούλου. .

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καρούζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1926/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7541/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-7-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας διάβασε την από 15-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως του Κράτους των Φιλιππίνων, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 7541/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Η πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρ. 134 Κ.Πολ.Δ., "αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ' αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο.

Η παραγγελία για επίδοση πρέπει να περιέχει με ακρίβεια τον τόπο και τη διεύθυνση του παραλήπτη της επίδοσης. Ο εισαγγελέας, όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στον υπουργό των εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση".

Η επίδοση, που γίνεται σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο, θεωρείται ότι συντελέσθηκε, μόλις παραδοθεί το έγγραφο στον αρμόδιο εισαγγελέα, ανεξάρτητα από τον χρόνο της αποστολής του και είναι αδιάφορο αν και πότε περιήλθε το έγγραφο στον παραλήπτη (άρθρο 136 Κ.Πολ.Δ.). Οι διατάξεις αυτές, περί πλασματικής επίδοσης δικογράφων σε πρόσωπα διαμένοντα στην αλλοδαπή εφαρμόζονται, εφόσον τα σχετικά ζητήματα δεν ρυθμίζονται διαφορετικά, από διεθνείς συμβάσεις.

Ειδικότερα, όταν μια διεθνής σύμβαση (πολυμερής ή διμερής) προβλέπει πραγματική παράδοση του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη, τότε δεν αρκεί η πλασματική επίδοση στον εισαγγελέα, αφού η διεθνής σύμβαση υπερισχύει του κοινού νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 518 Κ.Πολ.Δ., η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, αν δε διαμένει στο εξωτερικό ή σε άγνωστη διεύθυνση, η προθεσμία είναι εξήντα ημέρες από την επίδοση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη.

Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη. Στην προκείμενη περίπτωση, επί της από 21-5-2004 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος Δημοσίου των Φιλιππίνων, εκδόθηκε, ερήμην του εναγομένου, η 1926|2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίσθηκε ότι η ενάγουσα συνδέεται με τον εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 25-1-2007 έφεση του εναγομένου. Η έφεση αυτή απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως απαράδεκτη και ειδικότερα ως εκπρόθεσμη. Συγκεκριμένα το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η προς το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Δημόσιο των Φιλιππίνων επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης έγινε σύννομα, σύμφωνα με τα άρθρα 134 και 136 Κ.Πολ.Δικ., δοθέντος ότι δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση η Σύμβαση της Χάγης ή κάποια άλλη σύμβαση, που να ρυθμίζει διαφορετικά το εν λόγω θέμα.

Ότι η επίδοση αυτή, που έγινε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, έλαβε χώρα στις 16-12-2005 και για την οποία συντάχθηκε η ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Πειραιά ..., η δε άσκηση (κατάθεση) της εφέσεως έλαβε χώρα στις 25-1-2007, δηλαδή μετά πάροδο ενός και πλέον έτους από την επίδοση. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, ορθά έκρινε και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου δε 559 αρ. 14 δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 και 126 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, όταν δικόγραφο απευθύνεται σε νομικό πρόσωπο ή δημόσιο, δεν είναι αναγκαίο να αναγράφεται σ' αυτό και το φυσικό πρόσωπο, το οποίο το εκπροσωπεί ή είναι αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων ούτε η τυχόν εσφαλμένη αναγραφή του εκπροσώπου επάγεται οποιαδήποτε συνέπεια, αφού ο συντάκτης του δικογράφου δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει ποιο είναι το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο είναι δυνατόν, οποτεδήποτε, να αλλάξει.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού δικαιώματος καθώς και οι λόγοι εφέσεως.

Αν το δικαστήριο απέρριψε κάποιον ουσιώδη ισχυρισμό του διαδίκου, για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ο εκ του αριθμού 8, ως άνω λόγος αναιρέσεως, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ.

β' Κ.Πολ.Δ. πρώτο λόγο της ένδικης αιτήσεως, όπως εκτιμήθηκε από το δικαστήριο, το αναιρεσείον προβάλλει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του λόγο έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο η ένδικη έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε εμπρόθεσμα, καθόσον επίδοση της πρωτόδικης αποφάσεως δεν έγινε σύννομα και, συνεπώς, είναι άκυρη και ως τέτοια δεν επέφερε τις έννομες συνέπειές της, διότι παραλήπτης, αυτής δεν ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπός του, όπως έχει κατά νόμο ορισθεί, αλλά ο Υπουργός Εξωτερικών αυτού, ο οποίος αναφερόταν ως νόμιμος εκπρόσωπός του από την αναιρεσίβλητη- ενάγουσα, ενώ δεν ήταν.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτό ότι η ως άνω έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, προκύπτει ότι ο ανωτέρω λόγος λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ως αβάσιμος εκ του πράγματος. Επειδή, κατά το άρθρο 152 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ο διάδικος που δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανωτέρας βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Τούτο υπό την έννοια προσδόσεως, με δικαστική απόφαση, στην εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη, της έννομης ενέργειας που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη. Ως ανωτέρα βία νοείται, στην προαναφερόμενη διάταξη, το παρακωλυτικό τηρήσεως της προθεσμίας γεγονός που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί ούτε με ενέργειες άκρας επιμέλειας και συνέσεως.

Άγνοια του διαδίκου, για την γενομένη προς αυτόν έγκυρη επίδοση απόφασης, υποκείμενης σε έφεση και εντελώς ανυπαίτια να είναι, δεν αποτελεί καθ' αυτήν περιστατικό ανώτερης βίας, παρακωλυτικό ης εκ μέρους του τηρήσεως της προθεσμίας, για την άσκηση εφέσεως. Τέτοιο περιστατικό μπορεί η ως άνω άγνοια να αποτελέσει, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς τη γνώση της επιδόσεως, ο νομιμοποιούμενος να εκκαλέσει και ο πληρεξούσιος τυχόν δικηγόρος του, προβαίνοντας σε κάθε ενδεικνυόμενη λογικώς, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, συνετή και άκρως ακόμη επιμελή ενέργεια, δεν θα είχαν τη δυνατότητα να είναι ενήμεροι της εκκλητής απόφασης εγκαίρως, ούτως ώστε να καταλείπεται μέχρι της λήξης της προθεσμίας που η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης κίνησε, χρόνος επαρκής και αξιοποιήσιμος και σύμφωνα με την ενδεικνυόμενη δικονομική επιμέλεια και σύνεση, αλλά και τις αρχές ης διαδικαστικής καλής πίστης και της μη παρέλκυσης των δικών (Κ.Πολ.Δ.116), αξιοποιητέος για την άσκηση εφέσεως (ολ.

Α.Π. 29|1992). Εξάλλου, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να εξετάσει την πρόταση του απαραδέκτου ή της ακυρότητας, η αναίρεση θα πρέπει να στηριχθεί στον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια ότι, παρόλο ότι προτάθηκε στο Εφετείο λόγος ανώτερης βίας, συνεπεία της οποίας δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο της εφέσεως, ήτοι ότι αποκλειστικός και μοναδικός εκπρόσωπος στις δίκες που ενάγει και ενάγεται το Κράτος των Φιλιππίνων και εντεύθεν παραλήπτης των απευθυνόμενων στο Κράτος αυτό διαδικαστικών εγγράφων είναι ο Γενικός Νομικός Σύμβουλος, σύμφωνα με τον Διοικητικό Κώδικα 1587 και Δ|γμα του Προέδρου της Δημοκρατίας των Φιλιππίνων, εντούτοις το Εφετείο απέρριψε την έφεση, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, με την αιτιολογία ότι η επίδοση της εκκληθείσας απόφασης συντελέσθηκε κατ' άρθρ. 134 και 136 ΚΠολΔ στον Εισαγγελέα, χωρίς να προσδιορίζεται ο παραλήπτης του επιδοτέου εγγράφου και συγκεκριμένα ο νόμιμος εκπρόσωπος του Κράτους των Φιλιππίνων, ώστε να κινηθεί η προθεσμία, για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης.

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης προβάλλεται, κατά την γενόμενη από το Δικαστήριο εκτίμησή του, μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του ως άνω, περί ανωτέρας βίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ο οποίος στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 8β' ΚΠολΔ (και όχι στον αριθ. 11 του ίδιου άρθρου, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον ο ανωτέρω, περί ανωτέρας βίας ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, δεν συνοδεύεται, σύμφωνα με τα όσα στη μείζονα σκέψη εκτέθηκαν, και από πρόσθετα περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία, η από μέρους του αναιρεσείοντος τήρηση της προθεσμίας της έφεσης, να έχει παρακωλυθεί από ανυπαίτια άγνοιά του, για τη νομιμότητα της γενόμενης επίδοσης της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, ούτως ώστε η μη τήρηση της προθεσμίας να μπορεί να αποδοθεί σε ανωτέρα βία, ως εκ τούτου δε δεν είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συνεπώς η μη λήψη αυτού υπόψη από το Εφετείο δεν ιδρύει τον λόγο αυτόν αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-7-2008 αίτηση του "Κράτους των Φιλιππίνων", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7541|2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ