Supreme Court dismisses appeal regarding sworn statements in labor disputes, ruling they were admissible due to prior summons.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute. The appellant argued the lower court improperly considered sworn statements without proving prior summons, violating procedural rules. The court found the statements admissible because the appellant's own sworn affidavit confirmed a valid summons occurred 24 hours prior to the statements' creation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8, Art. 559 no. 11 para. a, Art. 671 § 1 lit. d, Art. 674 § 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the admission of evidence not permitted by law is inadmissible if the lower court relied on a document proving the opposing party was properly summoned within the statutory timeframe.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 66 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 66/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MOTOR PRESS HELLAS Α.Ε." (ΜΟΤΟΡ ΠΡΕΣΣ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.), που εδρεύει στο ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κατσαρό.
Κοινοποιουμένη προς το: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπουρτζάλα. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την από 15-2-2005 πρόσθετη δια των προτάσεων παρέμβαση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών", που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 3308/2006 μη οριστική και 1328/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-1-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 4-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του και να απορριφθούν ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του καθώς και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων και ο πληρεξούσιος του προς κοινοποίηση την αναίρεση διαδίκου ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος.
Ο άνω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο που δίκασε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με τον περιεχόμενο στην ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος ισχυρισμό ότι παρασχέθηκε σ' αυτόν από την αναιρεσίβλητη η ειδική εντολή να διενεργήσει έρευνα στο Υποθηκοφυλακείο Αχαρνών για έλεγχο των τίτλων της ιδιοκτησίας ακινήτου , την οποία και εκτέλεσε, διέλαβε τα ακόλουθα ως αποδειχθέντα γεγονότα: "Η εναγομένη, περί το έτος 1999, προκειμένου να προβεί στην αγορά ακινήτου για την ανέγερση κτιριακού συγκροτήματος για την επαγγελματική της εγκατάσταση, έδωσε στον ενάγοντα εντολή να προβεί στην εξέλεγξη των τίτλων ιδιοκτησίας ενός ακινήτου που βρίσκεται στο ......, στη σύνταξη εγγράφου για το μεταβιβαστικό συμβόλαιο και στην παράσταση για την υπογραφή αυτού ενώπιον συμβολαιογράφου.
Ο ενάγων σε εκτέλεση της δοθείσας σ' αυτόν εντολής , διενήργησε πράγματι έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας του ως άνω ακινήτου ... . Στη συνέχεια ο ενάγων συνέταξε τη σχετική έκθεση σύμφωνα με την οποία συντάχθηκε το υπ' αριθμό ...... πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Σ. Κατσούδα, δυνάμει του οποίου η εναγομένη αγόρασε το παραπάνω ακίνητο, αντί τιμήματος 1.085.840,06 ευρώ.
Κατά τη σύνταξη του συμβολαίου παραστάθηκε ο ενάγων ως πληρεξούσιος δικηγόρος της αγοράστριας και υπέγραψε, με την ίδια ιδιότητα, το ως άνω μεταβιβαστικό συμβόλαιο ... . Η εναγομένη περί τα τέλη του έτους 2003, ευρισκόμενη σε στάδιο διαπραγματεύσεων με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Πειραιώς Χρηματοδοτικές Μισθώσεις Α.Ε." με σκοπό την πώληση στην τελευταία του παραπάνω ακινήτου, στο οποίο, ωστόσο, είχε ανεγερθεί, μετά από έκδοση νόμιμης οικοδομικής άδειας, κτιριακό συγκρότημα που η εναγομένη χρησιμοποιούσε για την εγκατάσταση των γραφείων της και για χώρους παραγωγής, και την ταυτόχρονη σύναψη συμβάσεως χρηματοδοτικής σύμβασης από την εναγομένη, προέκυψαν εκ μέρους της μέλλουσας αγοράστριας εταιρίας αμφιβολίες σχετικά με την ταυτοποίηση του ακινήτου ... .
Η εναγομένη έδωσε στον ενάγοντα στις 15-9-2003 την εντολή να παράσχει στους δικηγόρους της παραπάνω εταιρείας, ερχόμενος σε επικοινωνία και συνεργασία μαζί τους, κάθε συνδρομή για την τακτοποίηση του ζητήματος της τάξης των τίτλων του ακινήτου της, προκειμένου να επιλυθεί τούτο όσο το δυνατόν συντομότερα και να καταρτισθεί η επιδιωκόμενη σύμβαση.
Συμφωνήθηκε ακόμη μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης ότι η αμοιβή του πρώτου για όλες τις εργασίες που θα πραγματοποιούσε σε εκτέλεση της εντολής αυτής θα ήταν η προβλεπόμενη από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ... . Η παραπάνω εντολή της εναγομένης δεν περιλάμβανε και τη διενέργεια ελέγχου των τίτλων κυριότητας αυτού, καθόσον ενόψει της φύσεως του συγκεκριμένου προβλήματος τακτοποίησης, που αναλύθηκε παραπάνω και το οποίο σαφώς δεν ήταν αντικείμενο ελέγχου τίτλων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η εναγομένη γνώριζε τόσο την ύπαρξη του ως άνω προβλήματος όσο και τη νομική κατάσταση του ακινήτου της, η διενέργεια νέου ελέγχου τίτλων, μετά την πάροδο τριών μόλις ετών από τη διενέργεια του προηγούμενου, θα ήταν εντελώς απρόσφορη για την επίλυση του συγκεκριμένου προβλήματος της ταυτοποίησης.
Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, εφόσον αφορά αξίωση του ενάγοντος για αμοιβή συνδεόμενη με εργασία η οποία δεν περιλαμβανόταν στη δοθείσα σε αυτόν εντολή και ούτε ήταν αναγκαία ή ενδεδειγμένη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την επίλυση του ζητήματος της ταυτοποίησης των τίτλων του ακινήτου της εναγομένης".Έτσι, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και το απέρριψε με την προαναφερόμενη αιτιολογία.
Επομένως, δεν υπέπεσε στον αναιρετικό λόγο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ.- Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, γι' αυτό και πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση, η δε αναφορά σ' αυτή ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και αυτές.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ένορκη βεβαίωση που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του και η νόμιμη λήψη αυτού (αριθμός, όνομα εξετασθέντος μάρτυρα, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή παράσταση αυτού κατά την εξέταση του μάρτυρα), να προσδιορίζεται το περιεχόμενό της και το παραδεκτό της προσαγωγής της στο δικαστήριο της ουσίας και, ακόμη, να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό αυτό μέσο προσκομίστηκε.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 346 ΚΠολΔ, ένορκες βεβαιώσεις των οποίων έγινε προσκόμιση και επίκληση, γίνονται κοινό μέσο αποδείξεως και, επομένως, τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως μπορεί να προβάλει και ο αντίδικος του διαδίκου που τις επικαλέστηκε και τις προσκόμισε, όταν και αυτός τις επικαλέστηκε ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση για την απόδειξη ή ανταπόδειξη συγκεκριμένου ουσιώδους ισχυρισμού.
Στην κρινόμενη υπόθεση, από την επισκόπηση των από 26-9-2006 προτάσεων της αναιρεσίβλητης, τις οποίες αυτή υπέβαλε κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι είχε αυτή προσκομίσει και επικαλεσθεί ως εκκαλούσα και τη με αριθ. ...... ένορκη βεβαίωση της μαρτυρά της Α ενώπιον της συμ/φου Αμαρουσίου Χρυσούλας Σανιδά.
Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, γιατί αυτό παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, η οποία ελήφθη, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, μετά από νόμιμη κλήτευσή του και την οποία αυτός επικαλέστηκε με τις προτάσεις του ως κοινό μέσο αποδείξεως, για να επισημάνει τις υπάρχουσες αντιφάσεις μεταξύ της καταθέσεως της ίδιας μάρτυρα στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου και της καταθέσεως αυτής ενώπιον της συμβολαιογράφου, αντιφάσεις που κατέτειναν στην αποδοχή ως βάσιμης της ένδικης αγωγής του.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο την ημερομηνία κλήτευσής του (η οποία προκύπτει από το αντίγραφο της κλήσης που του επιδόθηκε) για να παραστεί κατά την λήψη της ένορκης αυτής βεβαίωσης ή αν τυχόν παραστάθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου, ούτε αναφέρει το περιεχόμενο της βεβαίωσης αυτής, δηλαδή τα κατατεθέντα από την Α ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου, περί των οποίων καταρτίστηκε η ένορκη αυτή βεβαίωση, ώστε να κριθεί αν το αποδεικτικό αυτό μέσο είναι κρίσιμο για την ένδικη διαφορά.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Κατά τη διάταξη του άρθρου 671 § 1 εδαφ. δ' του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 674 § 2 αυτού και στην κατ' έφεση δίκη, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, για να σχηματίσει τη δικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και τις υπ' αριθμ. ...... και ...... ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον των συμβολαιογράφων Αθηνών Ελένης Κατσίμπα και Ευαγγελίας Λεοντοπούλου, αντιστοίχως, με την παραδοχή ότι "παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη προσκομισθείσες το πρώτον ενώπιόν του, κατ' άρθρο 529 § 1 ΚΠολΔ, καθόσον λήφθηκε μετά από νομότυπη κλήτευση της εκκαλούσας εναγομένης".
Η λέξη "λήφθηκε" προφανώς τέθηκε από παραδρομή αντί της λέξης "λήφθηκαν". Άλλωστε, από την υπ' αριθμ. ...... ένορκη βεβαίωση, που συντάχθηκε με την επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, η οποία κατά το μη αποδεικτικό της μέρος αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 561 § 2 ΚΠολΔ και επιτρεπτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, προκύπτει ότι δόθηκε αυτή μετά προηγούμενη κλήτευση του αναιρεσείοντος με την αναφερόμενη σ' αυτήν υπ' αριθμ ......
έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......, ακριβές φωτοαντίγραφο της οποίας προσαρτάται στην άνω ένορκη βεβαίωση, η κατά τα άρθρα 438 και 440 ΚΠολΔ αποδεικτική δύναμη της οποίας εκτείνεται και στο ζήτημα της νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αναιρεσείοντος, που έλαβε χώρα είκοσι τέσσερις ώρες πριν τη βεβαίωση αλλά και σε προγενέστερη από τη δικάσιμο της υπόθεσης στο Εφετείο ( 26-9-2006) ημέρα.
Συνεπώς, η ένορκη αυτή βεβαίωση καλώς λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του και ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο γεγονός ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, αφού δεν αναφέρεται στην απόφαση ότι η 1305/2006 ένορκη βεβαίωση λήφθηκε ύστερα από προηγούμενη νομότυπη κλήτευση του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-1-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1328/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ