Legislator Case Law & Legislation
66/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to cite facts supporting abuse of right claim.

Case Number 66/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting a claim for damages for use. The appellant argued the lower court failed to consider specific facts regarding the landlord's contradictory behavior and refusal to rent the property, claiming this constituted an abuse of right. The court ruled that these facts were not properly pleaded as grounds for abuse of right and were therefore irrelevant to the appeal, leading to the rejection of the appeal request.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1, Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground for lack of legal basis is inadmissible if the facts supporting the claim of abuse of right were not properly pleaded before the court of second instance.

Keywords

AI generated
abuse of right Code of Civil Procedure appeal grounds factual pleading legal basis second instance court inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 106 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 66 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 66/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 1-11-2007 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται. Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπόκοτα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2281/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3130/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-10-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, διάβασε την από 25-10-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Πατινίδη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται αιτίαση για παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚπολΔ και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας εσωτερικού ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως δημιουργείται και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το από ....... ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, η ενάγουσα εκμίσθωσε στον εναγόμενο το υπό στοιχεία ..... ισόγειο κατάστημα, επιφανείας 93 τ.μ., με υπόγειο επιφανείας 78 τ.μ.

και πατάρι επιφανείας 38,40 τ.μ., που βρίσκεται στην .... και επί της οδού ...... αριθ. ......, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ο εναγόμενος μισθωτής ως επαγγελματική στέγη και συγκεκριμένα ως κατάστημα εμπορίας ειδών ενδύσεως και υποδήσεως. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε από 1-3-1997 μέχρι 28-2-2006 και το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε αρχικά σε 500.000 δραχμές, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 15% ετησίως και διαμορφώθηκε από 1-3-2002 σε 3.057, 62 Ευρώ .....

Ο εναγόμενος αν και έκανε ανενόχλητη χρήση του επίδικου μισθίου ακινήτου, καθυστέρησε την καταβολή των μισθωμάτων των μηνών Μαΐου -Αυγούστου 2002, συνολικού ύψους 10.698,81 Ευρώ και για το λόγο αυτό η ενάγουσα εκμισθώτρια κατήγγειλε τη σύμβαση, κατ' άρθρο 597 ΑΚ, με την από 7-8-2002 αγωγή της, την οποία επέδωσε στον εναγόμενο στις 27-8-2002.

Για την αγωγή της εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4.089/2002 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ....... και στη συνέχεια η υπ' αριθ. 71/2004 οριστική απόφαση, του Δικαστηρίου τούτου ...... οι οποίες, πλην άλλων, δέχθηκαν ότι τα αποτελέσματα της παραπάνω καταγγελίας επήλθαν στις 27-9-2002, οπότε και έληξε η ένδικη μίσθωση και υποχρέωσαν τον εναγόμενο να αποδώσει στην ενάγουσα το επίδικο μίσθιο κατάστημα.

Όμως και μετά την ημερομηνία αυτή (28-9-2002), ο εναγόμενος εξακολούθησε να βρίσκεται στην χρήση του μισθίου μέχρι 7-2-2003, οπότε εκτελέσθηκε αναγκαστικά η ως άνω απόφαση και η ενάγουσα ανέλαβε το μίσθιο, δυνάμει της υπ' αριθ. ...... έκθεσης -βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς ..............

Συνεπώς, ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα αποζημίωση χρήσης, ίση με τα μισθώματα τα οποία θα εισέπραττε αυτή από τρίτο πρόσωπο, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα (από 28-9-2002 έως 7-2-2003), αν το μίσθιο της είχε παραδοθεί κατά τη λήξη της μίσθωσης. Ήτοι οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 12.690,89 Ευρώ .......

Εξάλλου", συνεχίζει το Εφετείο "από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι, ο εναγόμενος μισθωτής, παρά τη βίαιη αποβολή του, κατά τα παραπάνω, παρέβη την υποχρέωσή του να απομακρύνει το σύνολο των εισκομισθέντων στο μίσθιο. Ειδικότερα, στην παραπάνω έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης, αναφέρεται ότι ο δικαστικός επιμελητής απέβαλε το μισθωτή από το μίσθιο και ότι άλλαξε κλειδαριά και παρέδωσε τα κλειδιά στην ενάγουσα εκμισθώτρια.

Αναφέρεται επίσης σε αυτή ότι εντός του καταστήματος βρέθηκαν τα περιγραφόμενα σε αυτή κινητά πράγματα και συγκεκριμένα: α) δέκα τρεις (13) σιδερένιοι πάγκοι-βιτρίνα, β) Δύο (2) ξύλινα τραπέζια με μάρμαρο, γ) Δώδεκα (12) μισές κούκλες βιτρίνας, δ) τέσσερες (4) σιδερένιες ραφιέρες με τέσσερα γυάλινα ράφια καθεμιά και άλλες δύο (2) ραφιέρες με δύο γυάλινα ράφια καθεμιά και ε) τέσσερα μικρά ξύλινα σκαμπώ, τα οποία δεν ήταν αντικείμενο εκτέλεσης και τα οποία παρέδωσε στην επισπεύδουσα εκμισθώτρια προς φύλαξη.

Τα ως άνω κινητά δεν προσήλθε ο εναγόμενος να τα παραλάβει, παρά τις προς τούτο προσκλήσεις του και διαμαρτυρίες της ενάγουσας, με συνέπεια η τελευταία, με την από 21-3-2003 αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, να ζητήσει την άδεια εκποιήσεως αυτών. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής ο εναγόμενος δήλωσε, μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ότι παραιτείται από την κυριότητα των εισκομισθέντων και παρέχει το δικαίωμα στην ενάγουσα εκμισθώτρια να τα χρησιμοποιήσει όπως αυτή θέλει.

Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι η μη απομάκρυνση των ως άνω κινητών πραγμάτων από το μίσθιο, από υπαιτιότητα του εναγομένου, λόγω του αριθμού και του όγκου τους, στέρησε από την ενάγουσα εκμισθώτρια τη δυνατότητα εκμίσθωσης του μισθίου σε τρίτον μέχρι τις 30-4-2003, οπότε αυτή εκμίσθωσε αυτό.

Υπαιτιότητα της ενάγουσας για την μη άμεση εκμίσθωση του, δεν αποδεικνύεται ...........

Συνεπώς, η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά το ποσό του μισθώματος που θα εισέπραττε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα από 8-2-2003 μέχρι 30-4-2003, αφαιρουμένου χρόνου ενός μηνός, που απαιτείτο οπωσδήποτε για την επισκευή και εν γένει αναμόρφωση του επιδίκου μισθίου, λόγω και της πολυετούς μισθώσεως του, ώστε να καταστεί τούτο κατάλληλο για νέα μίσθωση και επομένως η αντίστοιχη καθυστέρηση μίσθωσης και η αναλογούσα σε αυτή ζημία δεν τελεί σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με την ανωτέρω συμπεριφορά του εναγομένου.

Έτσι το ποσό που ζημιώθηκε η ενάγουσα ανέρχεται συνολικά σε 5.361,67 Ευρώ .......". Με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος, της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικώς με την αμέσως πιο πάνω απαίτηση αποζημιώσεως της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας για το χρονικό διάστημα από 8-2 έως 30-4-2003, λόγω μη απομακρύνσεως των κινητών πραγμάτων από το μίσθιο και εντεύθεν αδυναμίας εκμισθώσεώς του ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 597, 599 και 601 ΑΚ, 943 και 956 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 832, 833, 822, 823 και 826 του ΑΚ, διότι δέχθηκε, ότι υπάρχει παρακράτηση του μισθίου μετά την βίαιη, δια δικαστικού επιμελητή αποβολή του αναιρεσείοντος μισθωτή και την εγκατάσταση της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας και ότι η αξίωση της τελευταίας για την καταβολή αποζημιώσεως χρήσεως είναι στην περίπτωση αυτή νόμιμη, όταν ο αναιρεσείων μισθωτής από υπαιτιότητά του παραλείπει να παραλάβει τα κινητά πράγματα που βρέθηκαν στο μίσθιο και παραδόθηκαν στη μεσεγγύηση της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, διότι από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει, ότι το Εφετείο θεμελιώνει τη βασιμότητα της ανωτέρω απαιτήσεως αποζημιώσεως στην υπερημερία του μισθωτή αναιρεσείοντος ως προς την απομάκρυνση των μη αποτελούντων αντικείμενο της αναγκαστικής εκτελέσεως κινητών πραγμάτων του από το μίσθιο ακίνητο και στην εξαιτίας της παραμονής τους σ' αυτό αδυναμία εκμισθώσεώς του και όχι στην παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον αναιρεσείοντα μισθωτή και μετά τη βίαιη αποβολή του από αυτό και στη δημιουργία εξαιτίας της παρακρατήσεως αυτής αξιώσεως προς αποζημίωση χρήσεως κατά το άρθρο 601 του ΑΚ.

Εξάλλου, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά το αυτό ως άνω ουσιώδες ζήτημα, έλλειψη νόμιμης βάσεως με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι α) ενώ δέχεται ότι τα ως άνω κινητά πράγματα του αναιρεσείοντος, που βρέθηκαν στο μίσθιο ακίνητο κατά την αναγκαστική εκτέλεση τέθηκαν υπό την μεσεγγύηση της αναιρεσίβλητης, δεν διευκρινίζει εάν αυτά μπορούσαν να μεταφερθούν από την τελευταία, σε άλλο χώρο και σε πόσο χρονικό διάστημα ή συνέτρεχαν περιστατικά ή συνθήκες, που καθιστούσαν αδύνατη τη μεταφορά των πραγμάτων αυτών σε άλλο χώρο, β) ενώ στην αρχή δέχεται ότι ο αναιρεσείων πριν από την αποβολή του από το μίσθιο ακίνητο το χρησιμοποιούσε, στη συνέχεια αντιφατικώς δέχεται ότι κατά την αποβολή του βρέθηκαν στο μίσθιο μόνο πάγκοι και ράφια και κανένα είδος από εκείνα που αυτός εμπορευόταν.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος 1) όσον αφορά μεν την πρώτη αιτίαση, διότι δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης, ως προς την προαναφερθείσα απαίτηση αποζημιώσεως της αναιρεσίβλητης, η αναφορά σε αυτή και του στοιχείου της αδυναμίας μεταφοράς από την τελευταία των κινητών πραγμάτων, που εγκαταλείφθηκαν στο μίσθιο, σε άλλο χώρο, αλλά το ζήτημα αυτό μπορούσε να αποτελέσει περιεχόμενο ενστάσεως του αναιρεσείοντος περί συνυπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης στη γένεση ή την έκταση της ζημίας κατ' άρθρο 300 του ΑΚ, που όμως ο αναιρεσείων δεν επικαλείται με το αναιρετήριο, ότι προέβαλε' 2) όσον αφορά δε τη δεύτερη αιτίαση διότι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης, που ο αναιρεσείων επικαλείται.

Επειδή η διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ή άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 388 του ΑΚ.

Παρέχει δε η διάταξη αυτή στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή περιορίζει με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις, που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καλής πίστεως (Ολ.

ΑΠ 9/1997). Λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα της αποφάσεως, που εκδίδεται με βάση το άρθρο 288 του ΑΚ, η κατ' αναπροσαρμογή οριζόμενη από το δικαστήριο παροχή οφείλεται από την άσκηση του σχετικού δικαιώματος και όχι αναδρομικώς από άλλο προγενέστερο χρονικό σημείο (ΑΠ 2045/2006). Περαιτέρω, αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, η κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς την κρίση της και με την αναίρεση δεν πλήσσεται καθόλου ή δεν πλήσσεται επιτυχώς η μία από τις αιτιολογίες αυτές, ο λόγος αναιρέσεως, που αφορά άλλη αιτιολογία, απορρίπτεται ως αλυσιτελής.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την εκ του άρθρου 288 του ΑΚ προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα μισθωτή ένσταση για μείωση της οφειλομένης από αυτόν αποζημιώσεως χρήσεως, κυρίως, με την αιτιολογία ότι η ένσταση αυτή αναφέρεται σε προγενέστερη της ασκήσεώς της παροχή.

Κρίνοντας έτσι το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το κύριο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος, με το οποίο πλήττεται η επικουρική αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, κατά την οποία η ανωτέρω ένσταση είναι μη νόμιμη, διότι η οφειλόμενη αποζημίωση χρήσεως δεν υπόκειται σε αναπροσαρμογή κατά το άρθρο 288 του ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφόσον η προαναφερθείσα κύρια αιτιολογία της αποφάσεως, που στηρίζει αυτοτελώς την απορριπτική της ενστάσεως κρίση της, δεν πλήσσεται επιτυχώς.

Επίσης, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος, με το οποίο προβάλλεται ευθεία παραβίαση από το Εφετείο της διατάξεως του άρθρου 388 του ΑΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν εξέτασε και δεν απέρριψε ένσταση μειώσεως της ένδικης παροχής κατά τη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη.

Τέλος, ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το επικουρικό μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, δεδομένου ότι η αναιρετική αυτή πλημμέλεια ιδρύεται μόνο εφόσον το δικαστήριο εξέτασε κατ' ουσίαν το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως έχει εκτεθεί, το Εφετείο δεν υπεισήλθε στην ουσιαστική έρευνα των εκ των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων ενστάσεων.

Επειδή κατά το άρθρο 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η εκ της διατάξεως αυτής ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος κι επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί ολικώς ή εν μέρει του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος.

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται με βάση τα εκτιθέμενα στην απόφαση πραγματικά περιστατικά και όχι με βάση εκείνα που είχε προβάλει ο αναιρεσείων και κατά την άποψή του είχαν αποδειχθεί, αλλά το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα, που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.

Έτσι, πράγμα είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 262 παρ. 2 ΚΠολΔ). Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 262, 269 και 527 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος στοιχειοθετείται από περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, υποβαλλόμενα συγχρόνως για το παραδεκτό τους κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, επαναφερόμενα νομοτύπως στο δεύτερο και συνδεόμενα με το αίτημα του ενισταμένου, αποτελούν το καθένα χωριστά, πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 88/1980), η δε μη λήψη υπόψη από το Εφετείο ενός ή περισσοτέρων από αυτά, που προτάθηκαν παραδεκτώς, στοιχειοθετεί τον από την τελευταία αυτή διάταξη προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 38/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο έκρινε, ότι είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη η πρωτοδίκως προταθείσα από τον εναγόμενο αναιρεσείοντα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος αποζημιώσεως, που θεμελιώνεται στο γεγονός ότι η αξίωση της εναγούσης αναιρεσίβλητης για καταβολή αποζημιώσεως ίσης με το μίσθωμα, αντίκειται στις αρχές των άρθρων 288 και 388 του ΑΚ, ενόψει του ότι τούτο (καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα) είναι δυσανάλογο με τα καταβαλλόμενα μισθώματα στην ελεύθερη αγορά.

Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 281, 288 και 388 του ΑΚ, αφού ο ανωτέρω ισχυρισμός, που φέρεται να στοιχειοθετεί την εκ των δύο τελευταίων διατάξεων ένσταση καταλυτική ολικώς ή εν μέρει του αγωγικού δικαιώματος αποζημιώσεως, με την αναπροσαρμογή της επίδικης παροχής στο οριζόμενο από τις διατάξεις αυτές μέτρο, δεν προσδίδει και καταχρηστικό χαρακτήρα στο δικαίωμα αυτό.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, η δε περαιτέρω αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική αυτή πλημμέλεια και διότι για τη θεμελίωση της ανωτέρω ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος είχαν προταθεί και άλλα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο αναιρετήριο, τα οποία όμως δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, είναι απαράδεκτη.

Περαιτέρω, με τον ίδιο άνω λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι ο αναιρεσείων με την έφεσή του είχε επαναφέρει και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που πρωτοδίκως είχε προβάλει για τη θεμελίωση της ενστάσεώς του περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος αποζημιώσεως, τα οποία όμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, ήτοι:

α) ότι μετά τη λύση της μισθωτικής σχέσεως, την απώλεια του μισθίου και των κόπων του, που επί χρόνια είχε σπαταλήσει για την αξιοποίησή του και που απέβησαν άκαρποι και την κάρπωση από την εκμισθώτρια αναιρεσίβλητη της άυλης υπεραξίας του μισθίου, που πολύ γρήγορα εκμίσθωσε για όμοια με τη δική του εμπορική χρήση, η επίδικη αξίωση αποζημιώσεως χρήσεως αντίκειται στην καλή πίστη' β) ότι η συμπεριφορά της εκμισθώτριας απέναντί του ήταν αντιφατική, διότι, ενώ για μακρύ χρόνο του επέτρεπε να καταβάλλει μικρότερο μίσθωμα, με τη συναίνεση και την αποδοχή της κι έτσι τον απέτρεπε ν' ασκήσει άλλες νόμιμες αξιώσεις του σχετικώς με τη μείωση του μισθώματος ή την καταβολή αποζημιώσεως λόγω της από υπαιτιότητα εκείνης μη αποκαταστάσεως του μισθίου σε κατάσταση, που έπρεπε να είναι κατά τη μισθωτική σύμβαση, στη συνέχεια η ίδια κατάγγειλε τη σύμβαση κατά προφανή και δραματική μεταβολή της προηγουμένης συμπεριφοράς της' γ) ότι από την έκδοση της αποφάσεως αποδόσεως του μισθίου και εφεξής ουδέποτε έκανε χρήση αυτού, το είχε θέσει στη διάθεσή της, αλλά εκείνη αρνείτο να το εκμισθώσει, παρότι υπήρχαν ενδιαφερόμενοι, καθώς και ότι μετά την αποβολή του από το μίσθιο και την εγκατάσταση σ' αυτό της εκμισθώτριας, η οποία ορίστηκε και μεσεγγυούχος των κινητών πραγμάτων του, που βρέθηκαν στο μίσθιο, η τελευταία, για να το εκμισθώσει, όφειλε να μεταφέρει τα πράγματα αυτά σε αποθηκευτικό χώρο ή να τα τοποθετήσει σε μία άκρη του καταστήματος, αυτή όμως δεν τα μετέφερε αποκλειστικώς και μόνο για να καρπώνεται την υψηλή αποζημίωση χρήσεως.

Αλλά, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους, με τους οποίους παρεπονείτο για την απόρριψη σιωπηρώς της ενστάσεώς του περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος αποζημιώσεως, δεν είχαν επαναφερθεί για τη θεμελίωση της ενστάσεως αυτής, τα ως άνω υπό στοιχεία α' και β' πραγματικά περιστατικά.

Εξάλλου, τα υπό στοιχείο γ' περιστατικά συνιστούν αρνητικούς και καταλυτικούς της ένδικης απαιτήσεως ισχυρισμούς και δεν καθιστούν, το καθένα χωριστά ή όλα μαζί, καταχρηστική την ενάσκηση του δικαιώματος, που αφορά την απαίτηση αυτή. Επομένως, εφόσον τα παραπάνω πραγματικά γεγονότα δεν συνιστούν παραδεκτώς προβληθέντες ενώπιον του Εφετείου και νόμιμους ισχυρισμούς περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και η μη λήψη υπόψη αυτών από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή αναιρετικό λόγο.

Έτσι, ο αντίθετος τρίτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, Τέλος, ενόψει του ότι, όπως έχει εκτεθεί, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος ως μη νόμιμη και όχι ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ο ίδιος τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το τελευταίο μέρος του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς, ήτοι για την περίπτωση που κριθεί ότι η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται υπέρ της αναιρεσίβλητης ελλείψει σχετικού αιτήματος της τελευταίας (ΚΠολΔ 106 και 191 παρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.10.2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 3130/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ