Supreme Court dismisses appeal on evidence admissibility and successor liability in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's labor judgment. The appellant argued that the lower court improperly considered documents without specific citation and failed to address the appellant's corporate succession, yet the court found these claims baseless due to lack of specificity and existing reasoning. The court further ruled that the appellant's late submission of sworn statements was admissible because they were presented in response to the respondent's specific claims at the appellate stage, thus validating the lower court's evidence assessment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on unexplained consideration of evidence or failure to address succession is inadmissible if the lower court's reasoning is specific and the new evidence was properly submitted in response to opposing claims at the appellate stage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 66 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 66/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "LEMOND Co Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Αλιευμάτων και Τροφίμων Εισαγωγική και Εξαγωγική ΑΒΕΕ", που εδρεύει στις Αχαρνές Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πορφύρη, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: .... , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κούλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1829/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6674/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-10-2005 αίτησή της και τους από 3-11-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 15-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος πρόσθετος λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί χωρίς νόμιμη επίκληση και συγκεκριμένα τα έγγραφα που είχε προσκομίσει ο αναιρεσίβλητος, μολονότι αυτός δεν τα προσδιόριζε συγκεκριμένα στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται τα έγγραφα που έλαβε υπόψη το Εφετείο χωρίς επίκληση, ούτε και ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν αυτά υπόψη.
Επειδή με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα έχει υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εταιρείας "LEMOND Co Εισαγωγική- Εξαγωγική Αλιευμάτων και Τροφίμων ΑΕ", από την οποία είχε προσληφθεί αρχικά ο αναιρεσίβλητος, χωρίς να αναφέρει τον τρόπο και το χρόνο που πραγματοποιήθηκε η διαδοχή στο πρόσωπο της εργοδότριας.
Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό, ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, συνομολόγησε ότι διαδέχτηκε την προαναφερόμενη εταιρεία. Ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι στερείται αιτιολογίας, αφού δεν αναφέρει τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προέκυψε, ότι ο αναιρεσίβλητος μετέβαινε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 μέχρι 31-5-2000 τρεις, κατά μέσο όρο, φορές το μήνα στην Ιταλία, πραγματοποιώντας έξι διανυκτερεύσεις εκτός έδρας και εργαζόμενος τρία Σάββατα και τρεις Κυριακές το μήνα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ως αιτιολογίες κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ νοούνται τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν το αποδεικτικό του πόρισμα, δηλ.
την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, και όχι η ειδική αναφορά και αξιολόγηση των εκτιμηθέντων από το δικαστήριο κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του Ν. 435/76 και 6 της από 14.2.1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, για την εργασία των υπαγομένων στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας μισθωτών, που παρέχεται κατά το Σάββατο και δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχολήσεως, το οποίο σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 παρ.1 του ν.δ. 1037/1971 καθορίσθηκε σε οκτώ (8) ώρες, οφείλεται αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, (άρθρ. 904 επ.
ΑΚ). Περαιτέρω, για την παροχή παράνομης υπερωριακής εργασίας οφείλεται στο μισθωτό, κατά τις ίδιες διατάξεις, το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή εργασία του απασχοληθέντος μισθωτού.
Για το κατ' άρθρο, λοιπόν, 216 παρ. 1 στοιχ. α΄και β΄ του ΚΠολΔ ορισμένο των αντίστοιχων αγωγικών κονδυλίων πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά. Τα ίδια, επίσης περιστατικά που θεμελιώνουν τις σχετικές απαιτήσεις, πρέπει να γίνονται δεκτά και από το δικαστήριο με την απόφαση που τις επιδικάζει.
Εξάλλου, o από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων που ορίζονται από τη διάταξη που εφαρμόστηκε ή περί μη συνδρομής αυτών, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, από την εταιρεία "Lemond Co Εισαγωγική-Εξαγωγική Αλιευμάτων και Τροφίμων ΑΕ", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας έχει υπεισέλθει η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, προκειμένου να εργασθεί ως οδηγός φορτηγού- ψυγείου μεταφοράς ψαριών.
Ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος είχε συμφωνηθεί να εργάζεται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, εργαζόταν επί 3 Σάββατα κάθε μήνα και για την εργασία του αυτή δικαιούται να λάβει τον πλουτισμό που αποκόμισε η αναιρεσίβλητη και ο οποίος αντιστοιχεί στο ποσό που θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο υπό τις ίδιες συνθήκες που θα απασχολούνταν έγκυρα, ανερχόμενο ειδικότερα στα παρατιθέμενα στην απόφαση ποσά.
Περαιτέρω, ο αναιρεσίβλητος, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 31-5-2000 εργαζόταν 54 ώρες την εβδομάδα, πραγματοποιώντας 6 ώρες παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, για την οποία οφείλεται σ' αυτόν, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές περιστάσεις του τελευταίου, όπως η προϋπηρεσία, τα οικογενειακά επιδόματα κλπ., αφού κατά το ποσό αυτό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή απασχόληση του μισθωτού, καθώς και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του ωρομισθίου, με βάση δε τα περιστατικά αυτά, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα ποσά.
Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία, ως προς την αποζημίωση που δικαιούται ο αναιρεσίβλητος, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, για την εργασία του κατά το Σάββατο και την υπερωριακή του απασχόληση, ο δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, τρίτος, ως προς όλα τα μέρη του, λόγος του δικογράφου των προσθέτων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 671 παρ.1 εδ.
τελευταίο του ΚΠολΔ, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση, του αντιδίκου πριν από 24 τουλάχιστον ώρες, κατά το άρθρο 670 εδ.
α΄ του ΚΠολΔ οι διάδικοι προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο, και κατά το άρθρο 591 παρ.1 εδ. δ΄ του ίδιου Κώδικα οι διάδικοι μπορούν να προσκομίσουν ένορκες βεβαιώσεις έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 674 παρ.2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην παραπάνω διαδικασία των εργατικών διαφορών οι διάδικοι έχουν τη δυνατότητα προσαγωγής ενόρκων βεβαιώσεων που έχουν ληφθεί ακόμη και μετά τη συζήτηση της έφεσης εντός της παρεχόμενης από το νόμο τριήμερης προθεσμίας προσθήκης και αντίκρουσης, αλλά μόνο αν χρησιμεύουν για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά με τις προτάσεις του αντιδίκου στο Εφετείο.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με την προσθήκη των προτάσεών της που κατέθεσε στο Εφετείο, επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο εν λόγω δικαστήριο, προς αντίκρουση των ισχυρισμών που είχε προβάλει με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος, την υπ' αριθ. 2733/28-3-2005 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών .... , η οποία είχε ληφθεί ύστερα από προηγούμενη εμπρόθεσμη -πριν από 24 ώρες- κλήτευση του αντιδίκου.
Επομένως, η προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, που δεν είχε προσκομιστεί για την αντίκρουση προταθέντων στο Εφετείο με τις προτάσεις του αντιδίκου νέων ισχυρισμών, ήταν απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο και το Εφετείο που δεν την έλαβε υπόψη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-10-2005 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 6674/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 16 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ