Supreme Court dismisses appeal on property ownership, ruling long delay alone does not constitute abuse of right.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's rejection of the defendants' claim of abuse of right. The appellant argued that the defendants' fourteen-year inaction and failure to contest his cultivation of olive trees and boundary markers constituted an abuse of right, while the defendants contended that mere passage of time without specific misconduct does not justify such a claim. The court held that the defendants' prolonged silence and lack of objection to the appellant's actions over fourteen years demonstrated that they did not abuse their right to demand recognition of ownership.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1094 A.C.; Art. 281 K.P.D.; Art. 559 K.P.D.: The mere passage of a long period of time without specific misconduct does not constitute an abuse of right; the court must examine the actual conduct and circumstances to determine if the exercise of the right was abusive.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 66 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 66/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ξυλούρη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. συζύγου Α. Ξ., 2) Χ. Ξ. του Α., 3) Ε. Ξ. του Α., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σπανουδάκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 635/678/125/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 560/1999 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-11-1999 αίτησή του και τους από 20-1-2004 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη ανέγνωσε την από 5-9-2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, καθώς και των προσθέτων λόγων της κατά της 560/1999 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, Στην περίπτωση που η διεκδικητική αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος και , αν αμφισβητείται ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση (χρησικτησία).
Σε καμιά όμως περίπτωση δεν οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, ότι ο δικαιοπάροχός του είχε διατηρήσει το δικαίωμα έως την προς αυτόν μεταβίβαση. Αν ο ενάγων και ο εναγόμενος ανάγουν την κτήση της κυριότητας, την οποία επικαλούνται, στον αυτόν προκτήτορα, δεν επιτρέπεται η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση της κυριότητας του κοινού προκτήτορα χωρίς ο τελευταίος να επικαλείται και, αν υπάρξει ανάγκη, να αποδείξει, άλλο από την απόκρουση της αγωγής, ειδικό συμφέρον, το οποίο να θεμελιώνει την αμφισβήτηση.
Στην περίπτωση που η διεκδικητική αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι αυτός απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου από τον ίδιο δικαιοπάροχο, με μεταβίβαση χρονικά προγενέστερη από εκείνη που επικαλείται ο ενάγων και μάλιστα ότι ο ενάγων δεν έγινε κύριος του επιδίκου με τη μεταγραφή του νόμιμου τίτλου κτήσης της κυριότητάς του, ενόψει του ότι ο κοινός δικαιοπάροχος με άτυπη σύμβαση είχε μεταβιβάσει εν ζωή το επίδικο στον εναγόμενο, ο οποίος έκτοτε νεμήθηκε το τελευταίο με διάνοια κυρίου μέχρι το χρόνο μεταγραφής του τίτλου κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος, αποτελεί ένσταση ίδιας κυριότητας, αφού τα προβαλλόμενα νέα περιστατικά επενεργούν καταλυτικά στο πρόσωπο του κοινού δικαιοπαρόχου.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α' και 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Προς εξεύρεση της παραβίασης του νόμου ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση, την ελάσσονα πρόταση και το συμπέρασμα (διατακτικό). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 ελέγχεται το σφάλμα στη μείζονα πρόταση ή στην υπαγωγή της ελάσσονος στη μείζονα, εφόσον υπάρχει σφάλμα και στο διατακτικό.
Αν το σφάλμα εντοπίζεται στην ελάσσονα πρόταση, δηλαδή, όταν η περιγραφή των περιστατικών είναι τόσο ατελής, ελλιπής ή αντιφατική, ώστε να μη μπορεί να διαγνωστεί, αν τα περιστατικά υπάγονται στον εφαρμοστέο νομικό κανόνα, η παράβαση ελέγχεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19. Ειδικότερα, σε σχέση με το λόγο αυτό, έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκής αιτιολογία, η οποία έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό κατά τρόπο σαφή και επαρκή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι, όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: Με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Μαρίας Πενταράκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, η Μ. χήρα Ε. Κ. συνέστησε επικαρπία με γονική παροχή υπέρ της πρώτης ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, θυγατέρας της και με δωρεά στη ζωή μεταβίβασε τη ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από τους λοιπούς δύο ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητους, εγγονούς της, επί ενός ακινήτου της - οικοπέδου -, που κείται στον οικισμό "..." Ηρακλείου, έχει έκταση 569,57 τετρ.
Μέτρα και συνορεύει με ιδιοκτησίες από βορρά του Μ. Κ., επί πλευράς μήκους 31,75 μέτρων, από νότο του Σ. Β. επί πλευράς μήκους 20,7 μέτρων, από ανατολή του Γ. Κ. (εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος), επί πλευράς μήκους 16,37 μέτρων και από δύση, εν μέρει, Μ. Φ. και εν μέρει με δρόμο πλάτους 4,30 μέτρων, επί πλευράς μήκους 19,18 μέτρων.
Στη δικαιοπάροχο των εναγόντων Μ. Κ. είχε περιέλθει η νομή του ακινήτου τούτου ύστερα από άτυπη παραχώρηση από τη μητέρα της Ζ. σύζ. Ζ. Φ., το έτος 1960, και έκτοτε μέχρι το 1983, που το μεταβίβασε ατύπως στα παιδιά της (πρώτη ενάγουσα και εναγόμενο), το νεμόταν συνέχεια η ίδια προσωπικά ή με αντιπροσώπους της, καλλιεργούσε τα είκοσι (20) περίπου ελαιόδενδρα που υπήρχαν σ'αυτό και συνέλεγε τον καρπό τους και έτσι έγινε κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Ο εναγόμενος, όμως, την 30.11.1996 αυθαίρετα κατέλαβε τμήμα του εν λόγω ακινήτου, έκτασης 140 περίπου τετρ. μέτρων, που περιέχει τρία ελαιόδενδρα και βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του όλου ακινήτου και συγκεκριμένα καθόλο το μήκος της ανατολικής πλευράς του και σε βάθος οκτώ μέτρων μέσα στο ακίνητο, ανήγειρε τοίχο από τσιμεντόπλινθους ύψους 1,20 μέτρων και έκτοτε κατέχει το τμήμα αυτό, αμφισβητώντας τα δικαιώματα των εναγόντων πάνω σ' αυτό.
Ο εναγόμενος ισχυρίζεται, ότι το τμήμα αυτό αποτελεί τμήμα του συνεχομένως προς ανατολάς μη αμφισβητούμενου ακινήτου του και ότι απέκτησε το όλο ακίνητό του με έκτακτη χρησικτησία, αφού το νέμεται συνέχεια, από το έτος 1966, που η μητέρα τους Μ. Κ. του το παραχώρησε ατύπως, και μέχρι το χρόνο της άσκησης της αγωγής.
Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχθηκε, ότι η μητέρα τους Μ. Κ. νεμόταν το ενιαίο ακίνητο, συνολικής έκτασης 870 τετρ. μέτρων περίπου, η ίδια με αντιπρόσωπό της, μέχρι το έτος 1983, που το παραχώρησε ατύπως στα παιδιά της, τα οποία, στη συνέχεια, το μοίρασαν, ώστε έκτοτε νεμόταν το καθένα συγκεκριμένο τμήμα, δηλαδή, ο μεν εναγόμενος το ανατολικό τμήμα, η δε ενάγουσα το υπόλοιπο ακίνητο.
Επομένως ο εναγόμενος δεν απέκτησε ποτέ με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητα του επίδικου τμήματος, αφού από το έτος 1983, οπότε άρχισε να το νέμεται, μέχρι την άσκηση της αγωγής (8.2.1997) δεν συμπληρώθηκε εικοσαετία. Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο, ότι οι ενάγοντες δεν ασκούν καταχρηστικά το δικαίωμά τους, γιατί η πάροδος μακρού χρόνου [δεκατεσσάρων (14) ετών] αυτή και μόνη, χωρίς την επίκληση και άλλων περιστατικών, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.
Ακολούθως, το Εφετείο, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις ενστάσεις του αναιρεσείοντος περί κτήσης από μέρους του της κυριότητας του επίδικου εδαφικού τμήματος με έκταση χρησικτησία λόγω της εξακολουθητικής από τον ίδιο νομής του τελευταίου με διάνοια κυρίου από το έτος 1966, οπότε η άμεση δικαιοπάροχος μητέρα του παραχώρησε σ' αυτόν ατύπως το ήδη ιδιόκτητο οικόπεδό του, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο εδαφικό τμήμα, και μέχρι το χρόνο της μεταγραφής του νόμιμου τίτλου κτήσης της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων (...
συμβολαίου γονικής παροχής) επί του ίδιου εδαφικού τμήματος, δηλαδή, επί μια και πλέον εικοσαετία, και της καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε ως και κατ'ουσίαν βάσιμη την κρινόμενη διεκδικητική αγωγή, την οποία είχε ήδη κρίνει (ορισμένη) και νόμιμη, εξαφανίζοντας, κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη η αγωγή.
Με βάση, ειδικότερα, τις παραδοχές, ότι οι διάδικοι ανάγουν την κυριότητα του επίδικου εδαφικού τμήματος στην κοινή δικαιοπάροχο μητέρα τους, η οποία εξακολούθησε να νέμεται για δικό της αποκλειστικά λογαριασμό ολόκληρο το ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο εδαφικό τμήμα, από το χρόνο της άτυπης προς αυτή παραχώρησης της νομής του από τη μητέρας της Ζ.
σύζ. Ζ. Φ. (1960) και μέχρι το χρόνο της άτυπης, επίσης, από την ίδια παραχώρησης της νομής του ίδιου ακινήτου (1983) στα τέκνα της, πρώτη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη και εναγόμενο - αναιρεσείοντα, αντίστοιχα, τα οποία, στη συνέχεια, προέβησαν σε άτυπη διανομή του, λαμβάνοντας στη νομή τους διακριτό και συγκεκριμένο τμήμα του όλου ακινήτου, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 1048 και 1050 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της με το να μη διαλάβει, εάν μετά την άτυπη διανομή του έτους 1983 μεταξύ των διαδίκων αδελφών περιήλθε το επίδικο εδαφικό τμήμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη ή στον αναιρεσείοντα, αφού και με την τελευταία εκδοχή της περιέλευσης, δηλαδή, του επιδίκου στον αναιρεσείοντα, από το παραπάνω έτος (1983) και μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (8.2.1997) δεν συμπληρώθηκε, όπως, επίσης, δέχθηκε το πιο πάνω Δικαστήριο, η απαιτούμενη κατά νόμο (άρθρο 1094 ΑΚ) εικοσαετία.
Οι πρώτος και τρίτος, επομένως, λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 εδαφ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, πλημμέλειες, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Ως απαράδεκτος πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, προκειμένου να θεμελιωθεί ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της απόφασης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν απέρριψε ισχυρισμό ως μη νόμιμο, αόριστο ή απαράδεκτο, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, το Εφετείο, με την παραπάνω απόφαση, απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος ως νομικά αβάσιμη.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ώστε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το αριθμό 8 εδαφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό που πρόβαλε ο αναιρεσείων και έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, την ένστασή του περί έλλειψης της κυριότητας των αντιδίκων του επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, είναι απορριπτέος, κατά το ερευνώμενος μέρος του, ως απαράδεκτος, γιατί ο επικαλούμενος με αυτόν ισχυρισμός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και συνεπώς δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια που προπαρατέθηκε, δηλαδή, δεν συνιστά "πράγμα".
Για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, απαιτείται όπως η υπέρβαση των πιο πάνω ορίων προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 17/1995).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, προς θεμελίωση της επικουρικής ένστασής του περί της καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος των αντιδίκων του, επικαλέστηκε με τις από 12.5.1998 προτάσεις του που υπέβαλε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι: "Η άσκηση της αγωγής είναι αντίθετη στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος και ασκείται καταχρηστικά, έστω και αν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός των αντιδίκων ότι δήθεν η διανομή (μεταβίβαση) της περιουσίας της μητέρας τους έγινε το 1983 και όχι το 1966, δεδομένου ότι όλα αυτά τα χρόνια με τις ενέργειές των δημιούργησαν τη βεβαιότητα ότι αποδέχονται τη διανομή αυτή (ανεξάρτητα από το χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα) και ότι δεν θα εγείρουν καμμία αξίωση για ανατροπή της στο μέλλον".
Την παραπάνω ένσταση επανέφερε ο αναιρεσείων και ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις του, που υπέβαλε για τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενος ειδικότερα, ότι : "Σε κάθε δε περίπτωση η έγερση της κρινομένης αγωγής και οι αξιώσεις των αντιδίκων μετά πάροδο δεκαέξι και πλέον ετών, αν υιοθετηθεί η άποψή των για άτυπη διανομή αυτού το έτος 1983, είναι αντίθετη στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος και ασκείται καταχρηστικά γιατί όπως και οι ίδιοι δέχονται τουλάχιστον από το 1983 καλλιεργώ και νέμομαι το επίδικο χωρίς να με ενοχλήσει κανείς.
Το σωστό βεβαίως είναι ότι καλλιεργώ και νέμομαι αυτό από το έτος 1966, παρουσία των καθών οι οποίοι είναι κύριοι και καλλιεργούν το επίδικο ακίνητο". Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την ένσταση κατάχρησης του με τη αγωγή αξιούμενου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων ως νομικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι οι τελευταίοι "ούτε και καταχρηστικά ασκούν το δικαίωμά τους, διότι η πάροδος μακρού χρόνου (στην προκειμένη περίπτωση 14 ετών), αυτή και μόνο, χωρίς την επίκληση και άλλων περιστατικών δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος".
Ο δεύτερος επομένως πρόσθετος λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο απέρριψε την ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αντιδίκων του διεκδίκησης του επίδικου ακινήτου, χωρίς να λάβει υπόψη τους "αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς" που πρόβαλε προς θεμελίωσή της τόσο πρωτόδικα, όσο και σ'αυτό - Εφετείο -, ότι, δηλαδή, πέραν της αδράνειας των αντιδίκων του για χρονικό διάστημα 14 ετών, αυτός καλλιεργούσε και καρπωνόταν καθόλο το χρονικό αυτό διάστημα ανενόχλητα και υπό τα όμματα των τελευταίων τα τρία ελαιόδενδρα που βρίσκονται στην επίδικη λωρίδα, ότι είχαν εμπήξει στο έδαφος ως οροθέσια δύο πέτρες και ένα σιδερένιο πάσσαλο στα οποία οροθέσια ανήγειρε ο ίδιος τον επίμαχο τοίχο, ότι ήδη στον επικαλούμενο από τους αντιδίκους του τίτλο της ιδιοκτησίας τους φέρεται αυτός ως κύριος του ανατολικού ακινήτου και ότι όλα αυτά τα περιστατικά του δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση ότι πράγματι οι αντίδικοι του τον αναγνώριζαν ως κύριο του 1/2 τουλάχιστον εξ αδιαιρέτου, αφού το ενιαίο αρχικό ακίνητο είχε οριοθετηθεί από κοινού απ' αυτόν και τους αναιρεσιβλήτους σε δύο ανεξάρτητα τμήματα, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος στην αναληθή προϋπόθεση ότι η βάση της από το άρθρο 281 ένστασης που προβάλλεται σ' αυτόν το λόγο είναι όμοια της βάσης της από το ίδιο άρθρο ένστασης που προβλήθηκε πρωτόδικα.
Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των από 18.2.1999 προτάσεων του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντα ενώπιον του Εφετείου προκύπτει, ότι ο τελευταίος, μεταξύ των εγγράφων που επικαλείται ρητά, δεν κάνει μνεία και της από 21.9.1987,με αριθμό πρωτοκόλλου 295, κοινής αγωγής του ίδιου και της πρώτης εκκαλούσας - αναιρεσίβλητης κατά της Ρ. Β. περί παροχής διόδου απευθυνομένης στο Ειρηνοδικείο Χερσονήσου. Ο πρώτος, επομένως, πρόσθετος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 εδάφ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την πιο πάνω κοινή αγωγή των προαναφερόμενων διαδίκων προς απόδειξη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντα περί έλλειψης της κυριότητας των αντιδίκων του στο επίδικο εδαφικό τμήμα, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε στο πιο πάνω Δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.11.1999 αίτηση για αναίρεση της 560/1999 απόφασης του Εφετείου Κρήτης (καθώς και τους από 20.1.2004 πρόσθετους λόγους της).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2005.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ