Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding additional appeal arguments filed too late.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the First Instance Court's decision regarding a partnership dispute. The appellant filed additional appeal arguments late, which the court deemed inadmissible under the Civil Procedure Code. The court ruled that no other grounds for annulment existed and ordered the appellant to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569(1) and (2) of the Code of Civil Procedure; Additional appeal arguments must be filed at least thirty days before the hearing; if no other grounds for annulment exist, the appeal is dismissed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 669 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 669/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ε. - Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Θ. Α. του Χ., χήρας Ι. Α., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ως εταίρου της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ" και τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 19-9-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Α. του Ι., ως εταίρου της ανωτέρω εταιρείας "...", κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσας στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης και 2) Β. -Β. Α. του Ι., ως εταίρου της ίδιας εταιρείας "...", κατοίκου ... Θεσσαλονίκης. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της α) Ιωάννη Δεληκωστόπουλο, β) Γεώργιο Κοπακάκη και γ) Φώτιο Παπαχρήστου, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της α) Φώτιο Παπαχρήστου και β) Τιμόθεο Σιγάλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από την από 14-6-2016 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 3-8-2016 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας και την από 10-11-2016 κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7542/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 461/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2021 αίτησή της και τους από 30-7-2024 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 569 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. "1. Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί, και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο. 2. Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 1313/2024 ,ΑΠ 830/2021, ΑΠ 422/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση: Α) η από 18-6-2021 (ΓΑΚ 1729/ 2021, ΕΑΚ 161/2021,Αριθμ. Δικ. 248/2023) αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 461/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 741 και 769 Κ.Πολ.Δ.) και Β) οι από 30-7-2024 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 30-7-2024, όπως προκύπτει από την υπ` αριθμ ...2024 πράξη κατάθεσης πρόσθετων λόγων του αρμόδιου Γραμματέα του Αρείου Πάγου, που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό και ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή τους η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (23-9-2024) και οι οποίοι επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (βλ.
τις υπ` αριθμ. ...2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Β. Κ., υπ` αριθμ. ...2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χ. Ρ. και την υπ` αριθμ. ...2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χ.
Ρ.). Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων, να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 Κ.Πολ.Δ.) λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας (ΑΠ 817/2019, ΑΠ 580/2019) αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 805/2020, ΑΠ 304/2020, ΑΠ 236/2020) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 461/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί της από 10-10-2017 έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμ. 7542/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε συνεκδικάσει α) την υπ'αριθμ.κατ. ...2016 αίτηση των αναιρεσίβλητων ομόρρυθμων εταίρων της εταιρείας με την επωνυμία "...
Ο.Ε.", περί αναγνώρισης της ύπαρξης σπουδαίου λόγου στο πρόσωπο της καθ'ης η αίτηση ήδη αναιρεσείουσας ομόρρυθμου εταίρου για τον αποκλεισμό της από την ίδια εταιρεία, β) την υπ'αριθμ.κατ. ...2016 αίτησή της αναιρεσείουσας για τη λύση της ομόρρυθμης εταιρείας εξαιτίας σπουδαίου λόγου και το διορισμό δικαστικού εκκαθαριστή αυτής και γ) την υπ'αριθμ.κατ. ....2016 κυρία παρέμβαση των αναιρεσίβλητων.
Επί των αιτήσεων αυτών εκδόθηκε υπ' αριθμ. 7542/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση ως απαράδεκτη, απορρίφθηκε η υπ'αριθμ.κατ. ...2016 αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη και έγινε δεκτή εν μέρει η υπ'αριθμ.κατ. ...2016 αίτηση, ακολούθως δε, κατά παραδοχή αυτής, διατάχθηκε ο αποκλεισμός από την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Ο.Ε." της καθ' ης -ομορρύθμου εταίρου Θ. Α. και ήδη αναιρεσείουσας. Το εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 461/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης απέρριψε την ως άνω έφεση της αναιρεσείουσας κατ'ουσίαν και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 259 του Ν. 4072/2012 περί "Βελτιώσεως επιχειρηματικού περιβάλλοντος -Νέας εταιρικής μορφής - Σημάτων - Μεσιτών ακινήτων -Ρυθμίσεως θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις1" με τον τίτλο "Λύση της (ομόρρυθμης) εταιρείας", η ομόρρυθμη εταιρεία λύνεται: α) με την πάροδο του χρόνου διαρκείας της, β) με απόφαση των εταίρων, γ) με την κήρυξή της σε πτώχευση και δ) με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος.
Βάσει της διάταξης του άρθρου 259 παρ. 2 του Ν. 4072/2012, η αίτηση εκδικάζεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων του άρθρου αυτού με εκείνες των άρθρων 249 και 294, όπως ισχύουν, σύμφωνα με το άρθρο 330 του Ν. 4072/2012, συνάγεται ότι η ομόρρυθμη εταιρεία λύνεται με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος.
Η δικαστική λύση της εταιρείας για σπουδαίο λόγο αφορά τόσο την εταιρεία αορίστου, όσο και την ορισμένου χρόνου. Ο σπουδαίος λόγος κρίνεται κατά τις περιστάσεις και σε συνάρτηση με τη γενικότερη οργάνωση της συγκεκριμένης εταιρείας, η οποία θα αποτελεί τον κύριο οδηγό για την εκτίμηση της σοβαρότητας της κατάστασης, που δημιούργησε ο προβαλλόμενος σπουδαίος λόγος.
Οι λόγοι λύσης των προσωπικών εταιρειών, υπό το ισχύον δίκαιο του Ν. 4072/2012, διαφέρουν από αυτούς που γίνονταν δεκτοί κατά το προϊσχύσαν δίκαιο και καθορίζονται πλέον με κεντρικούς άξονες τη γενική αρχή της διατήρησης της εμπορικής επιχείρησης και το επιβεβλημένο απομάκρυνσης από τον απόλυτα προσωποπαγή χαρακτήρα των προσωπικών εταιριών.
Μάλιστα, η εκ μέρους εταίρου καταγγελία της εταιρείας έχει πλέον απαλειφθεί ως προβλεπόμενος από το νόμο λόγος λύσης της προσωπικής εταιρείας, ισχύει όμως ως τέτοιος λόγος, εφόσον προβλέπεται στην εταιρική σύμβαση. Με βάση το σκοπό της διατήρησης της επιχείρησης, που διακατέχει το Ν. 4072/2012 το δικαίωμα δικαστικής λύσης της εταιρείας συνιστά έσχατο μέσο αντιμετώπισης της κατάστασης, που ανέκυψε με τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου και εγείρεται επομένως, μόνο σε περίπτωση, που δεν βρέθηκε άλλος τρόπος άρσης του αδιεξόδου και, δεδομένου άλλωστε ότι, με βάση το σκοπό αυτό ακριβώς της διατήρησης της επιχείρησης προβλέπεται και δικαίωμα εξόδου του εταίρου, σύμφωνα με το άρθρο 261 του ως άνω νόμου, κατά το οποίο ειδικότερα ο εταίρος ομόρρυθμης εταιρείας αόριστου χρόνου, δικαιούται, εφόσον δεν επιθυμεί τη συνέχιση της συμμετοχής του, να εξέλθει από αυτή με μονομερή δήλωση, που έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, επιφέρει αμέσως τα αποτελέσματα της και είναι απευθυντέα προς τους λοιπούς εταίρους και την εταιρεία, η οποία στην περίπτωση αυτή δεν λύνεται, αλλά διατηρείται και συνεχίζει τη λειτουργία της, ενώ ο εξερχόμενος εταίρος εταιρείας αόριστου χρόνου, ανεξάρτητα εάν συντρέχει ή όχι σπουδαίος λόγος, έχει αξίωση για την καταβολή της πλήρους αξίας της συμμετοχής του, η οποία καταβάλλεται στο τέλος της εταιρικής χρήσης και σε περίπτωση μη συμφωνίας των εταίρων ως προς το ύψος της αξίας της συμμετοχής του, αυτό καθορίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 264 παρ. 2 του Ν. 4072/2012, από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 163/2023, ΑΠ 1089/2023).
Εξάλλου, η ύπαρξη του σπουδαίου λόγου για τη λύση της εταιρείας θα πρέπει πάντως να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημαντικές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της. Ο σπουδαίος λόγος πρέπει κατά βάση να αναφέρεται στις σχέσεις της εταιρείας και όχι στο πρόσωπο των εταίρων, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση τα προσωπικά στοιχεία παίζουν πρωτεύοντα ρόλο, ιδίως όταν οι κακές, διαταραγμένες και με μόνιμο και εξακολουθητικό χαρακτήρα προσωπικές σχέσεις των εταίρων, είναι τέτοιας ποιότητας και έντασης, που καθιστούν αδύνατη την οργάνωση, οικονομική πορεία και λειτουργία της εταιρείας και οδηγούν σε αδυναμία εκπλήρωσης του σκοπού της, ώστε, κατ` αποτέλεσμα, να συνιστούν και αυτές οικονομικό λόγο.
Έτσι, περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο, υπό το πρίσμα των νέων διατάξεων που επικεντρώνουν στην οπτική της εμπορικής επιχείρησης, φορέας της οποίας είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, παρά στον προσωποπαγή συμβατικό εταιρικό δεσμό, είναι η κακή πορεία των εταιρικών υποθέσεων και η έλλειψη κερδών, η αθέτηση των εταιρικών υποχρεώσεων και η κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, οι διαρκείς διαφωνίες, η έλλειψη συνεργασίας, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης κλπ και πάντα σε συνάρτηση με αποχρώντες οικονομικούς λόγους, που έχουν ως επακόλουθο είτε την παράλυση της λειτουργίας, είτε την αδυναμία της εκπλήρωσης του σκοπού της (ΑΠ 1157/2022, ΑΠ 225/2022, ΑΠ 671/2020, ΑΠ 473/2019, ΑΠ 37/2019, ΑΠ 1085/2018).
Ο σπουδαίος λόγος πρέπει να υπάρχει όχι μόνο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, αλλά και κατά το χρόνο συζήτησής της. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή σπουδαίου λόγου λύσης της εταιρείας, που είναι αόριστη νομική έννοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 599/2021, ΑΠ 617/2021, ΑΠ 1085/2018).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 263 του Ν. 4072/2012 με τον τίτλο "Αποκλεισμός εταίρου" "Αν συντρέχει στο πρόσωπο ενός εταίρου περιστατικό που θα δικαιολογούσε τη λύση της εταιρείας, σύμφωνα με την περίπτωση δ` της παραγράφου 1 του άρθρου 259, το μονομελές πρωτοδικείο μπορεί, ύστερα από αίτηση των λοιπών εταίρων, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αντί της λύσης της εταιρείας, να διατάξει τον αποκλεισμό του εταίρου".
Σκοπός της διάταξης αυτής είναι η προστασία των λοιπών εταίρων και η διατήρηση της επιχείρησης. Ο αποκλεισμός του εταίρου συνίσταται στην ακούσια έξοδό του από την εταιρεία και αποτελεί αναγκαστική αποχώρησή του από αυτήν παρά τη θέλησή του. Επομένως, ουσιαστική προϋπόθεση για τον αποκλεισμό ενός εταίρου από την εταιρία είναι να συντρέχει στο πρόσωπό του σπουδαίος λόγος αποκλεισμού του, χωρίς να απαιτείται πλέον, υπό το πρίσμα του νέου νομοθετικού πλαισίου και υπαιτιότητα του εν λόγω εταίρου στη συνδρομή του ως άνω σπουδαίου λόγου.
Επιπροσθέτως, η συνέχιση της εταιρείας με τη συμμετοχή του υπό αποκλεισμό εταίρου, λόγω της (υπαίτιας ή μη) συμπεριφοράς του, θα πρέπει να είναι δυσβάστακτη για τους άλλους εταίρους σε τέτοιο βαθμό, ώστε να κινδυνεύει η ομαλή λειτουργία ή η υπόστασή της (ΑΠ 225/2022, ΑΠ 671/2020, ΑΠ 473/2019). Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 263 του Ν. 4072/2012 αποσκοπεί προφανώς να υποκαταστήσει τη ρύθμιση του άρθρου 771 του ΑΚ, που ισχύει επί αστικών εταιρειών και εφαρμοζόταν, μέχρι πρότινος και στις προσωπικές εμπορικές εταιρείες.
Με τη ρητή πλέον δυνατότητα του αποκλεισμού του εταίρου στις προσωπικές εταιρείες, επήλθε η διαφοροποίηση του νόμου κατά δύο στοιχεία. Συγκεκριμένα, από τη σύγκριση των δύο διατάξεων, δηλαδή των άρθρων 771 Α.Κ. και 263 Ν. 4072/2012, προκύπτει η απουσία από το κείμενο της νεότερης διάταξης του άρθρου 263 Ν. 4072/2012 του στοιχείου της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του υπό αποκλεισμό εταίρου και διευρύνεται η έννοια του σπουδαίου λόγου, που μπορεί να οδηγήσει σε αποκλεισμό, καθώς το άρθρο 771 ΑΚ αξιώνει ο σπουδαίος λόγος να ανάγεται στην παράβαση των εταιρικών υποχρεώσεων του υπό αποκλεισμό εταίρου, ενώ κατά το άρθρο 263 του Ν. 4072/2012 απαιτείται περιστατικό, που θα δικαιολογούσε την λύση της εταιρείας, κατ` άρθρο 259 παρ. 1 δ, ήτοι σπουδαίος λόγος, ο οποίος να συντρέχει στο πρόσωπο του υπό αποκλεισμό εταίρου (ΑΠ 1313/2024,ΑΠ 1157/2022, ΑΠ 617/2021, ΑΠ 473/2019).
Εξάλλου, ο αποκλεισμός εταίρου είναι δυνατός και στις διμελείς εταιρείες, εφόσον ο σπουδαίος λόγος, που καθιστά αδύνατη τη συνέχιση της εταιρείας με τον αιτούντα, αφορά στο πρόσωπο του καθ` ου η αίτηση, αφού, μετά τον αποκλεισμό και μέσα στο τετράμηνο που ακολουθεί, ο εναπομείνας εταίρος μπορεί να συνεχίσει την εταιρεία με νέο εταίρο, σύμφωνα με το άρθρο 267 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 4403/2016.
Η θέση ότι δεν είναι δυνατός ο αποκλεισμός εταίρου διμελούς εταιρείας οδηγεί σε αδιέξοδο, όταν ζητείται ο αποκλεισμός εταίρου για παράβαση των υποχρεώσεων του, ενώ ο καθ` ου η αίτηση αποκλεισμού υποβάλλει αίτηση λύσης της εταιρίας, ασκώντας καταχρηστικά το σχετικό δικαίωμα (ΑΠ 1157/2022, ΑΠ 617/2021, ΑΠ 1140/2021, ΑΠ 671/2020, ΑΠ 473/2019, ΑΠ 37/2019).
Τέλος, το δικαίωμα του εταίρου να ζητήσει τη λύση της εταιρείας υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ και ασκείται καταχρηστικά μεταξύ άλλων και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις, που η άσκησή του οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης ή όταν υπό την επίκληση λόγων που δικαιολογούν τη λύση της εταιρείας υποκρύπτονται επίμεμπτα κίνητρα, τα οποία και αποτέλεσαν την πραγματική αιτία της επιδίωξης για λύση της εταιρίας (ΑΠ 671/2020, ΑΠ 1085/2018, ΑΠ 210/2017).
Τέλος, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 294 παρ. 1 του ως άνω νόμου (4072/2012), ο παρών νόμος εφαρμόζεται και στις εταιρείες, οι οποίες κατά την έναρξη της ισχύος του δεν τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση, ενώ κατά την παρ. 2 του άρθρου 330 αυτού, η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (11-4-2012), πλην των αναφερομένων εξαιρέσεων που αρχίζει μεταγενέστερα και όπου ορίζεται διαφορετικά από τις επί μέρους διατάξεις (ΑΠ 207/2019).
Με τις διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ εισάγονται γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, οι οποίοι αλληλοσυμπληρούμενοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ΑΠ 925/2015, ΑΠ 3/2015), διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των μερών.
Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων των δικαιοπραξιών υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2004, ΑΠ 1365/2005,), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 1503/2005, ΑΠ185/2004 ΑΠ 416/1993).
Προσφυγή πάντως στις ερμηνευτικές διατάξεις υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004).
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 3/2015, ΑΠ 1588/2013, ΑΠ 1345/2012).
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 557/2004, 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 715/2010, ΑΠ 832/2009).
Μόνη, όμως, η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτήν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος (ΑΠ 875/2017, ΑΠ 1543/2004).
Εκ πλαγίου παραβίαση μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και άρα είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως, α) όταν, χωρίς να διευκρινίζεται στην απόφαση, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη σύμβαση και επομένως ανάγκη ερμηνείας της, εν τούτοις το δικαστήριο είτε εφαρμόζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, είτε παραλείπει να τους εφαρμόσει (ΑΠ 849/2017, ΑΠ 10/2015), β) όταν το δικαστήριο περιορίστηκε απλώς στο ερμηνευτικό πόρισμά του, χωρίς καθόλου, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, να αναφέρει τις ερμηνευτέες δηλώσεις των μερών (ΑΠ 220/2016, 597/2005, 838/2005), γ) όταν το δικαστήριο, σε περίπτωση που προβαίνει σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να εκθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, και συγκεκριμένα ότι χρησιμοποίησε τα κριτήρια που αυτές θέτουν, δηλαδή τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων (ΑΠ 1565/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 10/2015), έστω και αν παρέπεμψε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και δ) όταν δεν προκύπτουν καθόλου ή εκτίθενται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, σχετικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 66/2022).
Τέλος, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 1568/2014, ΑΠ 115/2013). Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται .
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017). Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 738/2022, ΑΠ 1472/2021, ΑΠ 255/2010).Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ.
αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
ΑΠ 15/2006, ΑΠ 250/2023, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 1/2020, ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 250/2023, ΑΠ 267/2022, ΑΠ 551/2020). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 545/2019, ΑΠ 1707/2017, ΑΠ 1266/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ` αριθμ., προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 21.9.1981 ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης ομόρρυθμης εταιρείας, που καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (με αύξοντα αριθμό ...1981), συστάθηκε μεταξύ του ήδη αποβιώσαντος πατέρα των αιτουσών - καθ' ων η αίτηση, Ι.
Α., και του Π. Κ. και της Ρ., συζύγου Δ. Κ., ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", με έδρα το Δήμο Θέρμης Θεσσαλονίκης και αντικείμενο την εισαγωγή, εκ του εξωτερικού και την επί κέρδει εμπορία ειδών υγιεινής, καθώς και την αντιπροσώπευση οίκων της ημεδαπής και της αλλοδαπής για τα είδη αυτά. Δυνάμει αλλεπάλληλων τροποποιήσεων της ως άνω εταιρικής σύμβασης, οι οποίες δημοσιεύθηκαν νομίμως στα βιβλία εταιρειών του ίδιου ως άνω Πρωτοδικείου, εισήλθαν στην εταιρεία αρχικά η Β.-Β.
Α., εν συνεχεία η Θ. Α. και τέλος η Ε. Α., μοναδικά ομόρρυθμα μέλη της εταιρείας, τροποποιήθηκε δε η επωνυμία της εταιρίας σε "... Ο.Ε.", αυξήθηκε διαδοχικά το εταιρικό κεφάλαιο μέχρι του ποσού των 271.125,82 ευρώ, ενώ ορίστηκαν ως διαχειριστές και εκπρόσωποι της εταιρείας για όλα τα θέματα ο ήδη αποβιώσας Ι. Α. και η Θ.
Α. ενεργώντας και δεσμεύοντας την εταιρεία έναντι των τρίτων είτε από κοινού είτε κατά μόνας. Ειδικότερα, δυνάμει της τελευταίας από 30.6.2003 τροποποίησης της εν λόγω εταιρείας διαμορφώθηκε η οριστική, υφιστάμενη μέχρι σήμερα, συμμετοχή των εταίρων στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρείας, οριζόμενης τούτης σε ποσοστό 24% για έκαστη εκ των αιτουσών, Ε.
και Β.-Β. Α., και σε ποσοστό 52% για τη Θ. Α., δοθέντος ότι η πλαστότητα του εν λόγω εγγράφου ουδόλως έχει μέχρι σήμερα αποδειχθεί. Δυνάμει δε, του αυτού ως άνω τροποιητικού της εταιρικής σύμβασης προβλέφθηκε ο αποκλεισμός για κάθε λόγο της λύσης της εταιρείας για όσο χρόνο η Θ. Α. βρίσκεται εν ζωή και πιο συγκεκριμένα στο άρθρο 10 της από 30.6.2003 τροποποίησης της εταιρικής σύμβασης που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό ...2003 ορίσθηκε ότι "όσο ζει η εταίρος Α.
Θ. η εταιρία θα συνεχίζει να υπάρχει παρά κάθε γεγονός συμβαίνον στα πρόσωπα των άλλων δύο εταίρων, που μπορεί να αποτελεί νόμιμο λόγο λύσης της εταιρίας. Σε περίπτωση θανάτου της Α. Θ.ς η εταιρεία θα συνεχιστεί οπωσδήποτε μόνο· από τις εναπομείνασες εταίρους ή τους κληρονόμους τους αν αυτές έχουν προαποβιώσει, ενώ οι άλλοι κληρονόμοι της Α.
Θ.ς δεν θα έχουν το δικαίωμα να εισέλθουν στην εταιρεία κατά το ποσοστό συμμετοχής τους στην κληρονομιά της, αλλά αντίθετα το εν λόγω ποσοστό της εταιρικής της μερίδας, όπου σήμερα ανέρχεται στο 52% θα μεταβιβαστεί αυτοδικαίως στις άλλες δύο εταίρους ή στους κληρονόμους τους κατά το λόγο της συμμετοχής τους στην εταιρία..
Καταγγελία της εταιρίας λαμβάνουσα χώρα εκ μέρους των εταίρων Α. Β.-Β. και Α. Ε. ή των κληρονόμων τους δεν συνεπάγεται τη λύση της αλλά έχει ως αποτέλεσμα την έξοδο του καταγγέλλοντας εταίρου από αυτή με ταυτόχρονη εξαγορά του εταιρικού μεριδίου του από τους εναπομείναντες εταίρους κατά το λόγο της συμμετοχής τους στην εταιρία".
Περαιτέρω, μετά το θάνατο, στις 9.1.2006, του πατέρα των αιτουσών, Ι. Α., ιδρυτή και διαχειριστή επί σειρά ετών μίας εταιρείας με οικογενειακό χαρακτήρα, οι σχέσεις των εταίρων έχουν διαρρηχθεί σοβαρά. Γεγονός των μακροχρόνιων αντεγκλήσεων και διενέξεων των εταίρων αποτέλεσε η ανάληψη από την καθ' ης η αίτηση, σύζυγο σε δεύτερο γάμο του Ι.
Α., Θ. Α., τρεις ημέρες μετά το θάνατο αυτού, ποσού 2.422.103 ευρώ από κοινό τους λογαριασμό. Το γεγονός αυτό πυροδότησε τη σφοδρή και πολυετή αντιδικία μεταξύ των θυγατέρων του θανόντος και της ανωτέρω αναφορικά αφενός με τον χαρακτηρισμό του συγκεκριμένου τραπεζικού λογαριασμού ως εταιρικού ή ατομικού του θανόντος, αφετέρου με το ύψος των εταιρικών διαθεσίμων κατά το χρόνο θανάτου του ιδρυτή της εταιρείας και τη νόμιμη ή μη διαχείριση των εταιρικών λογαριασμών και της εταιρικής περιουσίας από την ανωτέρω διαχειρίστρια.
Η έντονη δυσπιστία και καχυποψία που χαρακτήριζε πλέον, μετά το ανωτέρω περιστατικό, τις σχέσεις των εταίρων μεταξύ τους, οδήγησε στην κατάθεση σωρείας δικογράφων και την εκδίκαση δεκάδων αστικών και ποινικών υποθέσεων (έγκλησης σε βάρος της Θ. Α. για πλαστογραφία των από 18.12.2001, 23.6.2003 και 30.6.2003 ιδιωτικών συμφωνητικών- τροποποιητικών του εταιρικού, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη με σχετικές διατάξεις των Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών και Εφετών Θεσσαλονίκης, της υπ' αριθμ.
εκθ. κατάθ. ...2006 αγωγής της Β.- Β. Α. περί αναγνώρισης της ακυρότητας των ανωτέρω ιδιωτικών συμφωνητικών ως πλαστών, από την οποία εν συνεχεία παραιτήθηκε, της υπ' αριθμ. έκθ. κατάθεσης 24323/2007 αγωγής παροχής λογοδοσίας της Ε. Α. σε βάρος της Θ. Α., η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την αιτιολογία ότι για το αιτηθέν χρονικό διάστημα από 1.11.2000 μέχρι και 31.12.2005 εν τοις πράγμασι και αποκλειστικός διαχειριστής της εταιρείας ήταν ο αποβιώσας Ι.
Α., υποχρέωσε όμως την εναγόμενη σε παροχή λογοδοσίας για το διάστημα από 1.1.2006 μέχρι και 31.12.2006. Στη συνέχεια, κατά το έτος 2012, με την από 22-10-2012 εξώδικη δήλωσή τους οι Ε. και Β.- Β. Α. ανακάλεσαν τη Θ. Α., από καταστατική διαχειρίστρια, επικαλούμενες ως σπουδαίους λόγους, τη συστηματική και συνεχή άρνησή της να παράσχει λογοδοσία και να επιτρέψει τον έλεγχο του τρόπου άσκησης των διαχειριστικών της καθηκόντων, τη συστηματική απόκρυψη τραπεζικών καταστάσεων-λογαριασμών δια των οποίων πραγματοποιούνταν οι εταιρικές συναλλαγές, τον αυθαίρετο και μη σύννομο τρόπο διανομής κερδών και την άρνηση σύγκλησης συνέλευσης των εταίρων και συζήτησης επί των εταιρικών θεμάτων, τη συνδρομή δε των λόγων αυτών, καθώς και τη σπουδαιότητα τους, ουδέποτε αμφισβήτησε δικαστικά η ανακληθείσα διαχειρίστρια.
Συνεπεία της παραπάνω ανάκλησης στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία αναβίωσε η νόμιμη διαχείρισή, ήτοι η ατομική και ως εκ τούτου η κάθε εταίρος, συμπεριλαμβανομένης της ανακληθείσας, μπορούσε να προβαίνει μόνη της, και όχι αναγκαία σε σύμπραξη με τις υπόλοιπες, σε πράξεις εσωτερικής διαχείρισης ή εκπροσώπησης της εταιρίας, πλην όμως το δικαίωμά της μπορούσε να εξισορροπηθεί από το δικαίωμα εναντίωσης των άλλων συνεταίρων-συνδιαχειριστών.
Υπό την έννοια αυτή, οι αιτούσες, τουλάχιστον μέχρι τη δημοσίευση της υπ' αριθμ. 7631/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που διόρισε το πρώτον προσωρινό διαχειριστή της εν λόγω εταιρίας, εγκύρως προέβησαν στις αναφερόμενες από την καθ' ης- αιτούσα κατά το έτος 2012 απολύσεις και προσλήψεις προσωπικού, δεσμεύοντας σχετικά το νομικό πρόσωπο.
Ωστόσο, δύο μόλις ημέρες μετά την ανάκλησή της, η Θ. Α. με την από 24.10.2012 εξώδικη δήλωσή της κατήγγειλε την εταιρική σύμβαση επικαλούμενη ως σπουδαίο λόγο τη συνεχή παραβίαση των εταιρικών υποχρεώσεων και της υποχρέωσης πίστης εκ μέρους των αιτουσών, πλην όμως με την ως άνω καταγγελία η ομόρρυθμη εταιρία δε λύθηκε και επομένως, δεν εισήλθε στο στάδιο της εκκαθάρισης, διότι μη τελούσα σε εκκαθάριση ή πτώχευση κατά την έναρξη ισχύος του νέου Νόμου 4072/2012, ήτοι κατά την 11.4.2012, εφαρμογής τύγχαναν οι διατάξεις του νόμου αυτού και όχι το προϊσχύσαν δίκαιο και επομένως η καταγγελία εκ μέρους της εταίρου δεν αποτελούσε λόγο λύσης της εταιρείας, ούτε άλλωστε είχε προβλεφθεί ως τέτοιος στην επίδικη εταιρική σύμβαση.
Την καταγγελία μάλιστα αυτή είχε πρόθεση να κοινοποιήσει τόσο στα συνεργαζόμενα με την εταιρεία τραπεζικά καταστήματα, όσο και στους εργαζομένους και τους προμηθευτές της εταιρίας, όπως αυτό συνάγεται από το κείμενο της από 29.10.2012 εξώδικης απάντησης- δήλωσης της ανωτέρω, χωρίς, ωστόσο, να αποδεικνύεται και η πραγματική της κοινοποίηση προς αυτούς, δίχως να υπάρχει ουσιαστικός προς τούτο λόγος, πέραν της έκθεσης των ενδοεταιρικών διαφορών και διενέξεων στα μάτια των ανωτέρω, δοθέντος ότι για τη δημοσιότητα της εν λόγω καταγγελίας και την αντιταξιμότητα αυτής έναντι των τρίτων αρκούσε η καταχώρηση αυτής στο ΓΕΜΗ.
Η εν λόγω αντίδραση της καθ' ης - αιτούσας, που συνέβη μόλις δύο ημέρες μετά την ανάκλησή της από διαχειρίστρια είναι ενδεικτική του κλίματος έχθρας και μίσους που είχε δημιουργηθεί μεταξύ των εταίρων, έρχεται δε, σε ευθεία αντίθεση με τα προβλεπόμενα, ως ανωτέρω εκτέθηκαν, στο άρθρο 10 της κωδικοποιημένης από 30.6.2003 εταιρικής σύμβασης, από τη γραμματική διατύπωση του οποίου προκύπτει σαφώς ότι η εταιρεία θα συνεχιστεί "οπωσδήποτε" ακόμη και μετά το θάνατο της καθ' ης - αιτούσας, ενώ αποκλείεται για "κάθε λόγο" η λύση αυτής όσο είναι εν ζωή η καθ' ης, ακόμη και στην περίπτωση συνδρομής γεγονότων στο πρόσωπο των λοιπών εταίρων, ήτοι των αιτουσών, που μπορεί να αποτελούν νόμιμο λόγο λύσης της εταιρείας.
Η διατήρηση, άλλωστε, της λειτουργίας της εταιρίας αποτυπώνεται και στην πρόβλεψη της συνέχισης αυτής ακόμη και με τους κληρονόμους των αιτουσών. Κατόπιν των ανωτέρω, ακολούθησε νέος κύκλος αντιδικίας με την κατάθεση από την ανακληθείσα διαχειρίστρια αίτησης αναγνώρισης της λύσης της εταιρείας και διορισμού εκκαθαριστή αυτής, επικουρικά δε διορισμού προσωρινού διαχειριστή, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 7631/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία αφού έκρινε ως άκυρη την ενεργηθείσα καταγγελία διόρισε προσωρινό διαχειριστή της εταιρείας το Σ.
Λ., ο οποίος αποποιήθηκε του διορισμού του. Κατά της απόφασης αυτής η καθ' ης η αίτηση άσκησε έφεση εμμένοντας στην αναγνώριση της λύσης της εταιρείας και το διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2199/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεχόμενη την επικουρική βάση της αίτησής της και διορίζοντας τρίτο πρόσωπο (μη εταίρο) διαχειριστή της ως άνω εταιρείας, μετά όμως την άσκηση αναίρεσης κατ' αυτής από τις αιτούσες - καθ' ων η αίτηση, με την υπ' αριθμ., 1333/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκε η αίτηση της καθ' ης- αιτούσας και ως προς αυτήν (επικουρική βάση).
Κατά το χρονικό διάστημα που διαμεσολάβησε, εξαιτίας της αποποίησης του ως άνω διορισθέντος διαχειριστή, η καθ' ης άσκησε εκ νέου αιτήσεις περί αντικατάστασης αυτού, επί των οποίων εκδόθηκαν η υπ' αριθμ. 336Ε/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που διόρισε το Δ. Γ., ο οποίος ομοίως αποποιήθηκε του διορισμού του και η υπ' αριθμ. 2023Ε/2015 απόφαση του ίδιου παραπάνω δικαστηρίου που διόρισε το Χ.
Ν., ο οποίος επίσης αποποιήθηκε του διορισμού του. Στο μεταξύ, είχε ήδη κατατεθεί η από 23.10.2012 έγκληση της καθ' ης κατά, μεταξύ άλλων, των αιτουσών για τα αδικήματα της κλοπής από κοινού, της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας από κοινού, της παράνομης βίας από κοινού κατ' εξακολούθηση και της υπεξαγωγής εγγράφων, εκ των οποίων για μεν το πρώτο και τέταρτο αθωώθηκαν, για δε το δεύτερο και τρίτο έπαυσε υφ' όρον η ποινική δίωξη δυνάμει του άρθρου 8 του ν. 4411/2016 και η από 21.3.2013 έγκληση των αιτουσών κατά της Θ.
Α. για το αδίκημα της απιστίας τελεσθέντος σε βάρος του νομικού προσώπου, επί της οποίας (έγκλησης) εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 119/2016 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης που απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία σε βάρος της. Κατόπιν των ανωτέρω και ήδη από την αποποίηση και του τελευταίου δικαστικά διορισθέντος διαχειριστή και την εκ νέου αναβίωση της νόμιμης διαχείρισης στην εταιρεία, δοθέντος ότι το λειτούργημα του προσωρινού διαχειριστή αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης διορισμού, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, της αποδοχής του, καθόσον έχει δικαίωμα να αποποιηθεί αυτόν μέχρι και σήμερα, η καθ' ης η αίτηση- αιτούσα εναντιώνεται σε πράξεις απαραίτητες για τη λειτουργία της επιχείρησης και την ευδοκίμηση του εταιρικού σκοπού, ήτοι, μεταξύ άλλων, σε πληρωμές προμηθευτών και ασφαλιστικών εταιρειών (βλ.
ιδίως από 24.4.2013 και 29.4.2013 επιστολές της τράπεζας ..., από 13.1.2016, 22.1.2016, 19.2.2016, 25.8.2016 επιστολές της εταιρείας ....) καθώς και υπαλλήλων προσληφθέντων από τις αιτούσες μετά την ανάκλησή της στις 22.10.2012 (βλ. τις από 12.4.2016, 16.6.2016 επιστολές της εταιρίας ... και από 15.7.2013 και 30.10.2013 εξώδικες δηλώσεις της Θ. Α. και από 15.7.2016, 30.8.2016, 29.9.2016, 31.10.2016 και 28.11.2016 επιστολές της Θ.
Α. προς την Τράπεζα ...). Συνεπεία τής εναντίωσής της αυτής και της συνακόλουθης μη πληρωμής από τα συνεργαζόμενα τραπεζικά ιδρύματα των προμηθευτών της εταιρείας, επεβλήθη σε βάρος της τελευταίας κατάσχεση εις χείρας τρίτου από την εταιρεία με την επωνυμία ...A, βασικό προμηθευτή της ομόρρυθμης εταιρίας επί μακράν, για το ποσό των 72.447,89 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων παρότι το ποσό αυτό ευχερώς θα μπορούσε να έχει εξοφληθεί από τα ταμειακά διαθέσιμα της εταιρείας.
Ομοίως εναντιώνεται στην αγορά εμπορευμάτων - νέων προμηθειών, επικαλούμενη ότι τα υπάρχοντα στις αποθήκες αποθέματα επαρκούν για την αναγκαία λειτουργία της εταιρείας, παρότι αυτά είναι μεγάλης παλαιότητας, κάποια μάλιστα εξ αυτών εικοσαετίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται αναγκαία η παραγγελία νέων, προκειμένου να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα της εταιρείας.
Για τον λόγο, άλλωστε, αυτό με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των εταίρων, συναινούσης της καθ' ης η αίτηση, αποφασίσθηκε η μείωση της αξίας τους κατά το ποσό των 817.112 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά καθίσταται προφανές ότι έχει επέλθει οριστική και ανεπανόρθωτη ρήξη στις σχέσεις μεταξύ των εταίρων, ώστε είναι αδύνατη πλέον η συνεργασία μεταξύ τους ακόμη και για τα τρέχοντα ζητήματα της καθημερινής λειτουργίας της επιχείρησης, πολλώ δε μάλλον για τη λήψη σημαντικών αποφάσεων με σκοπό την προαγωγή της επιχειρηματικής της δραστηριότητας.
Λαμβανομένων υπόψη της εισαγωγής σχετικής πρόβλεψης δικαιώματος των εταίρων ομόρρυθμης εταιρείας περί αποκλεισμού άλλου ομορρύθμου μέλους της για σπουδαίο λόγο μόνο μετά τη δημοσίευση του ν. 4072/2012 και της αντίστοιχης αδυναμίας άσκησης όμοιου δικαιώματος υπό το προισχύσαν καθεστώς του ΕΝ παρά μόνον αν υπήρχε σχετική καταστατική πρόβλεψη, της μακρόθεν εκδηλωθείσας πρόθεσης των εταίρων περί εξάντλησης κάθε νομίμου δικαιώματος τους και σχετικού ενδίκου βοηθήματος, της παρατεταμένης διάρκειας των διενέξεων τους και της συνακόλουθης συνεχούς δημιουργίας λόγων αντιδικίας τους, της εν γένει συμπεριφοράς τους και των περιστάσεων που συνοδεύουν σαφώς τη βούληση τους, ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εταίροι δημιούργησαν έναντι αλλήλων την εύλογη εντύπωση περί εκατέρωθεν σιωπηρής παραίτησης από τα δικαιώματά τους αυτά και συνεπώς οι σχετικές ενστάσεις των διαδίκων είναι απορριπτέες ως ουσία αβάσιμες.
Περαιτέρω αποδεικνύεται, ότι η εν λόγω ομόρρυθμη εταιρεία λειτουργεί, παρά τις ανωτέρω συνθήκες, καταβάλλει ανελλιπώς τις αποδοχές των δέκα εργαζομένων που απασχολεί στη Θεσσαλονίκη και των δύο στο υποκατάστημα της στο Ηράκλειο Κρήτης, δεν έχει τραπεζικό δανεισμό και είναι ενήμερη ως προς τις ασφαλιστικές της εισφορές και τις φορολογικές της υποχρεώσεις.
Επιπλέον έχει ταμειακά διαθέσιμα ύψους περίπου 300.804 ευρώ, ικανά να εξοφλήσουν πλήρως τις οφειλές έναντι προμηθευτών που ανέρχονται σήμερα στο ποσό των 56.734,53 ευρώ και εν μέρει τις οφειλές έναντι της εταίρου Ε. Α. που ανέρχονται στο ποσό των 312.486 ευρώ, για ταμειακές διευκολύνσεις εν είδει χρηματοδοτήσεως που αυτή έχει παράσχει στην εταιρεία καθ' όλο το διάστημα της διαφωνίας μεταξύ των εταίρων ως προς τη διαχείριση αυτής.
Παράλληλα αποδεικνύεται ότι η εταιρεία συνεχίζει τη συνεργασία της με μεγάλους οίκους του εξωτερικού και παρά την προαναφερθείσα επίσπευση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου από αυτή, γεγονός που καταδεικνύει τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο εταιρειών λόγω της μακράς συνεργασίας τους, παρουσιάζει δε, όπως προκύπτει από τους ισολογισμούς οικονομικών ετών 2013, 2014 και 2015, κύκλο εργασιών για τη χρήση 2012 1.476.634,02 ευρώ, για τη χρήση 2013 1.181.798,64 ευρώ και για τη χρήση 2014 1.095.683,31 ευρώ και μία σταθερότητα στις πωλήσεις της παρά τις τεταμένες σχέσεις των εταίρων και την κρίση της αγοράς.
Ο ισχυρισμός της καθ' ης η αίτηση- αιτούσας, περί μη βιωσιμότητας της εταιρείας λόγω δραματικής μείωσης των συναλλαγών και της πελατείας, προκειμένου να επέλθει η λύση της εν λόγω εταιρείας, αντικρούεται από τους παραπάνω ισολογισμούς, εκ των οποίων δεν προκύπτει η επικαλούμενη δραματική μείωση των συναλλαγών, αλλά η αναμενόμενη, λόγω των συνθηκών της αγοράς κατά τα τελευταία έτη, μείωση του κύκλου εργασιών της εταιρείας.
Ενόψει, άλλωστε, του ότι η βιωσιμότητα ή μη μίας επιχείρησης υπό πραγματικές συνθήκες δεν μπορεί να κριθεί με μοναδικό κριτήριο την κερδοφορία αυτής και την αντίστοιχη διανομή κερδών στους εταίρους της, αλλά πρέπει να εκτιμάται και υπό το πρίσμα της τυχόν αντοχής αυτής σε συνθήκες έντονων οικονομικών πιέσεων της αγοράς και εσωτερικών ενδοεταιρικών συγκρούσεων, όπως εν προκειμένω, οι ζημίες εξ ευρώ 370.647 και 142.148 ευρώ που η εταιρεία παρουσιάζει κατά τη χρήση των ετών 2013 και 2014 δεν καθιστούν την οικονομική της πορεία μη αναστρέψιμη, λαμβανομένων ιδίως υπόψη της έλλειψης τραπεζικού δανεισμού της και του μικρού ύψους των οφειλών της.
Επομένως, ο επικαλούμενος από την αιτούσα τη λύση της εταιρείας σπουδαίος λόγος, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Εντούτοις, η προπεριγραφείσα μακρά, πολυσχιδής και σφοδρή αντιδικία των διαδίκων εταίρων και η έλλειψη συνεργασίας και ο κλονισμός της εμπιστοσύνης που αυτή έχει επιφέρει, συνιστά κατά την έννοια του νόμου, σπουδαίο λόγο που δικαιολογεί τη λύση αυτής.
Πλην όμως, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, εν προκειμένω στο πρόσωπο της Α. Θ.ς, καθ' ης η αίτηση αποκλεισμού συντρέχουν περιστατικά που θα δικαιολογούσαν τη λύση της εταιρείας σύμφωνα με την περίπτωση δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 259. Συγκεκριμένα, οι ενέργειες εκ μέρους της ως άνω ομόρρυθμου εταίρου, και δη η από 24.10.2012 εξώδικη δήλωση της περί καταγγελίας της εταιρείας, καθώς και το γεγονός, ότι αυτή έχει παύσει πλέον να συνεργάζεται για την επίτευξη του εταιρικού σκοπού, ισχυριζόμενη ότι θα συμπράττει μόνο στις απαραίτητες για τη λειτουργία της επιχείρησης πράξεις, που αφορούν ωστόσο την πληρωμή χρεών με αιτία αναγόμενη στο πριν από την ανάκληση της από διαχειρίστρια διάστημα, συνιστούν γεγονότα που εύλογα έχουν κλονίσει την εμπιστοσύνη των λοιπών ομορρύθμων εταίρων προς αυτή.
Η συμπεριφορά αυτή, έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση έντονων διαφωνιών μεταξύ των διαδίκων- ομορρύθμων εταίρων, οι οποίες δεν είναι παροδικές αλλά μόνιμες, με περαιτέρω επίπτωση την δημιουργία τεταμένων σχέσεων μεταξύ τους.
Συνεπώς, τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν την ύπαρξη σπουδαίου λόγου για τον αποκλεισμό αυτής από την εν λόγω ομόρρυθμη εταιρεία κατά το άρθρο 263 του ν. 4072/2012, καθόσον η συνέχιση της εταιρείας με αυτή, ενόψει της προαναφερθείσας συμπεριφοράς της, είναι δυσβάστακτη έως αφόρητη για τους λοιπούς εταίρους, έτσι ώστε να κινδυνεύει άμεσα η απολύτως ομαλή λειτουργία της ομόρρυθμης εταιρείας.
Ο αποκλεισμός δε αυτός δεν είναι αντίθετος στο περιεχόμενο του όρθρου 10 του Καταστατικού της εταιρίας, όπως ισχυρίζεται η καθ' ης- αιτούσα, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, οι απαγορευτικοί όροι που διαλαμβάνονται στο άρθρο αυτό αφορούν τη λύση του νομικού προσώπου και μάλιστα ακόμη και μετά το θάνατο της Θ.
Α., και για οποιονδήποτε λόγο, ακόμη και για λόγο αναγόμενο στα πρόσωπα των δύο αιτουσών, αποκλεισμένης και της καταγγελίας ως λόγου λύσης της εταιρείας αυτής. Εξάλλου, η παραμονή της ως άνω εταίρου στην εν λόγω εταιρεία, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης, δεδομένου ότι και η ίδια δηλώνει απρόθυμη να παραμείνει στην εταιρεία, ακόμη και στην περίπτωση διορισμού τρίτου προσώπου ως διαχειριστή, καθώς τα όσα έχουν μεσολαβήσει κατέστησαν αυτή δύσπιστη έναντι των συνεταίρων της, δοθέντος δε περαιτέρω ότι επιθυμεί τη λύση της και για το λόγο αυτό, υπέβαλε την ένδικη αίτηση περί δικαστικής λύσης της εταιρείας και θέσης αυτής σε εκκαθάριση, έχοντας ήδη εκδηλώσει στο παρελθόν την πρόθεση καταγγελίας της εταιρικής σύμβασης.
Με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας που είναι συνυφασμένη με την αρχή της διατήρησης της επιχείρησης, δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση άλλος ηπιότερος τρόπος διευθέτησης των προβλημάτων που έχουν ανακύψει μεταξύ των εταίρων και εντεύθεν ρύθμισης των εταιρικών σχέσεων, δεδομένου ότι η Θ. Α.
έχει εκδηλώσει μόνο την επιθυμία της περί λύσης της, εν λόγω ομόρρυθμης εταιρείας, και ουδόλως περί άσκησης του δικαιώματος που της αναγνωρίζει ο ν. 4072/2012 περί δήλωσης εκούσιας αποχώρησης από την εταιρία κατά τις διατάξεις του άρθρου 261 (εκούσια έξοδος εταίρου) και αξίωσης καταβολής της αξίας της εταιρικής της συμμετοχής.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, προκρίνεται, αντί της λύσης της εν λόγω ομόρρυθμης εταιρείας, ο αποκλεισμός της προαναφερθείσας ομορρύθμου εταίρου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και έκανε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη τη με αριθμό κατάθεσης 6834/2016 αίτηση, απορρίπτοντας αντιστοίχως την με αριθμό κατάθεσης ...2016 αίτηση, και συνακόλουθα διατάχθηκε ο αποκλεισμός από την ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία της καθ' ης ομορρύθμου εταίρου Θ.
Α., δεν έσφαλε περί την εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού που προσκομίσθηκε και, επομένως, παρίστανται αβάσιμα τα όσα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τους λόγους της έφεσής της, οι οποίοι πρέπει συνεπώς να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, καθώς και η έφεση στο σύνολό της..." Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 259 παρ.1 , 261, 263, 249 και 294 του Ν. 4072/2012 ως προς το κρίσιμο ζήτημα του αποκλεισμού της αναιρεσείουσας από την ομόρρυθμη εταιρεία αφού δέχθηκε α) ότι συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι που καθιστούν επαχθή τη συνέχιση και πολύ περισσότερο την εύρυθμη λειτουργία της εταιρείας με τη συνύπαρξη όλων των εταίρων έτσι ώστε να κινδυνεύει άμεσα η απολύτως ομαλή λειτουργία της ομόρρυθμης εταιρείας β) ότι οι σπουδαίοι λόγοι αφορούν το πρόσωπο της αναιρεσείουσας με βάση τις ανέλεγκτα περιγραφόμενες αναλυτικά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης πράξεις και παραλείψεις της και δη : 1) εναντιώνεται σε πράξεις απαραίτητες για τη λειτουργία της επιχείρησης και την ευδοκίμηση του εταιρικού σκοπού, ήτοι, μεταξύ άλλων, σε πληρωμές προμηθευτών και ασφαλιστικών εταιρειών 2) εναντιώνεται στην αγορά εμπορευμάτων - νέων προμηθειών 3) έχει επέλθει οριστική και ανεπανόρθωτη ρήξη στις σχέσεις μεταξύ των εταίρων, ώστε είναι αδύνατη πλέον η συνεργασία μεταξύ τους ακόμη και για τα τρέχοντα ζητήματα της καθημερινής λειτουργίας της επιχείρησης, πολλώ δε μάλλον για τη λήψη σημαντικών αποφάσεων με σκοπό την προαγωγή της επιχειρηματικής της δραστηριότητας 4) οι ενέργειες εκ μέρους της αναιρεσείουσας, και δη η από 24.10.2012 εξώδικη δήλωση της περί καταγγελίας της εταιρείας, καθώς και το γεγονός, ότι αυτή έχει παύσει πλέον να συνεργάζεται για την επίτευξη του εταιρικού σκοπού, ισχυριζόμενη ότι θα συμπράττει μόνο στις απαραίτητες για τη λειτουργία της επιχείρησης πράξεις, που αφορούν ωστόσο την πληρωμή χρεών με αιτία αναγόμενη στο πριν από την ανάκληση της από διαχειρίστρια διάστημα, συνιστούν γεγονότα που εύλογα έχουν κλονίσει την εμπιστοσύνη των λοιπών ομορρύθμων εταίρων προς αυτή 5) Η συμπεριφορά αυτή, έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση έντονων διαφωνιών μεταξύ των διαδίκων- ομορρύθμων εταίρων, οι οποίες δεν είναι παροδικές αλλά μόνιμες, με περαιτέρω επίπτωση την δημιουργία τεταμένων σχέσεων μεταξύ τους και γ) ότι η εταιρεία είναι βιώσιμη αφού 1) η εν λόγω ομόρρυθμη εταιρεία λειτουργεί, παρά τις ανωτέρω συνθήκες 2) καταβάλλει ανελλιπώς τις αποδοχές των δέκα εργαζομένων που απασχολεί στη Θεσσαλονίκη και των δύο στο υποκατάστημα της στο Ηράκλειο Κρήτης, 3) δεν έχει τραπεζικό δανεισμό 4) είναι ενήμερη ως προς τις ασφαλιστικές της εισφορές και τις φορολογικές της υποχρεώσεις, 5) Επιπλέον έχει ταμειακά διαθέσιμα ύψους περίπου 300.804 ευρώ, ικανά να εξοφλήσουν πλήρως τις οφειλές έναντι προμηθευτών που ανέρχονται σήμερα στο ποσό των 56.734,53 ευρώ και εν μέρει τις οφειλές έναντι της αναιρεσίβλητης εταίρου Ε.
Α. που ανέρχονται στο ποσό των 312.486 ευρώ, για ταμειακές διευκολύνσεις εν είδει χρηματοδοτήσεως που αυτή έχει παράσχει στην εταιρεία καθ' όλο το διάστημα της διαφωνίας μεταξύ των εταίρων ως προς τη διαχείριση αυτής 6) η εταιρεία συνεχίζει τη συνεργασία της με μεγάλους οίκους του εξωτερικού 7) παρουσιάζει δε, όπως προκύπτει από τους ισολογισμούς οικονομικών ετών 2013, 2014 και 2015, κύκλο εργασιών για τη χρήση 2012 1.476.634,02 ευρώ, για τη χρήση 2013 1.181.798,64 ευρώ και για τη χρήση 2014 1.095.683,31 ευρώ και μία σταθερότητα στις πωλήσεις της παρά τις τεταμένες σχέσεις των εταίρων και την κρίση της αγοράς 8) οι ζημίες εξ ευρώ 370.647 και 142.148 ευρώ που η εταιρεία παρουσιάζει κατά τη χρήση των ετών 2013 και 2014 δεν καθιστούν την οικονομική της πορεία μη αναστρέψιμη, λαμβανομένων ιδίως υπόψη της έλλειψης τραπεζικού δανεισμού της και του μικρού ύψους των οφειλών της και ο σκοπός της είναι εφικτός και το πρόβλημα της δυσλειτουργίας μπορεί να υπερκερασθεί με την αναγκαστική αποχώρηση (αποκλεισμό) της αναιρεσείουσας, η οποία αρνείται να αποχωρήσει οικειοθελώς παρότι επιθυμεί τη λύση της εταιρείας ενώ οι αναιρεσίβλητοι επιθυμούν τη διατήρηση της επιχείρησης και τη συνέχιση της λειτουργίας της.
Τα ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά που αφορούν το πρόσωπο της αναιρεσείουσας συγκροτούν την έννοια του σπουδαίου λόγου για τον αποκλεισμό της από την εταιρεία. Ομοίως σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές η προσβαλλόμενη δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και της διατήρησης της επιχείρησης κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 263 του Ν. 4072/2012, "αν συντρέχει στο πρόσωπο ενός εταίρου περιστατικό που θα δικαιολογούσε τη λύση της εταιρείας σύμφωνα με την περίπτωση δ` της παραγράφου 1 του άρθρου 259, το μονομελές πρωτοδικείο μπορεί, αντί της λύσης της εταιρείας, να διατάξει τον αποκλεισμό του εταίρου", ενόψει και του ότι το δικαίωμα δικαστικής λύσης της εταιρίας συνιστά έσχατο μέσο αντιμετώπισης της κατάστασης που ανέκυψε με τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου και εγείρεται επομένως μόνο σε περίπτωση που δεν βρέθηκε άλλος τρόπος άρσης του αδιεξόδου.
Επομένως ο 1ος, 2ος και 3ος λόγοι της αναίρεσης καθώς και ο 1ος και ο 7ος πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 259 παρ.1, 261, 263 , 249 και 294 του Ν. 4072/2012 πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, υπό την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 παρ.1, πλήττονται απαραδέκτως οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου, ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου και η εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την ύπαρξη σπουδαίου λόγου αποκλεισμού της και διατήρησης της εταιρείας και δη ότι 1) η προσβαλλομένη δέχεται ότι συντρέχουν περιστατικά που συνιστούν την ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την λύση της εταιρείας και επομένως εσφαλμένα απορρίπτει την αίτηση της περί λύσης αυτής 2) ότι εσφαλμένα δέχεται ότι η εταιρεία είναι βιώσιμη αφού τα ταμειακά διαθέσιμα της εταιρείας δεν μπορούν να καλύψουν το σύνολο των υποχρεώσεων της, ο κύκλος των εργασιών της είναι μειωμένος από χρήση σε χρήση, παρουσιάζει ζημίες και εσφαλμένα δέχεται ότι η βιωσιμότητα της εταιρείας δεν μπορεί να κριθεί με μόνο κριτήριο την κερδοφορία και 3) τα έσοδα της εταιρείας ήταν μεγαλύτερα όταν ήταν διαχειριστής ο ιδρυτής αυτής και η ίδια και ότι στο διάστημα της δικής της διαχείρισης έγινε διανομή κερδών 700.000 ευρώ και επομένως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
Επομένως οι περί του αντιθέτου 1ος και 2ος λόγοι της αναιρέσεως και 1ος και 7ος πρόσθετοι αυτής που περιλαμβάνουν τις ως άνω αιτιάσεις από το λόγο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Ο 3ος δε λόγος της αναίρεσης από τον ως άνω αριθμό 1 του 559 με την μομφή ότι η προσβαλλομένη παραβιάζει τις αρχές της αναλογικότητας και διατήρησης της εταιρείας στηριζόμενη μόνο στη μη δήλωση της αναιρεσείουσας περί εκούσιας αποχώρησης της από την εταιρεία που είναι τελείως διαφορετική από τον αποκλεισμός της, χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση, απορρίπτεται ως αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου που δέχεται ότι συντρέχουν στο πρόσωπό της οι ανωτέρω λόγοι αποκλεισμού, αποτελεί δε επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας και δεν συνιστά παραδοχή του αποδεικτικού πορίσματος.
Εξάλλου, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς το ζήτημα της συνδρομής σπουδαίου λόγου αποκλεισμού στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας από την ως άνω ομόρρυθμη εταιρία, της βιωσιμότητας της εταιρείας και ότι προκρίνεται ο αποκλεισμός αυτής (αναιρεσείουσας) αντί της λύσης της εταιρείας αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 259 και 263 του Ν. 4072/2012, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά, ήτοι ότι στοιχειοθετείται η κατά την έννοια των άνω διατάξεων ύπαρξη σπουδαίου λόγου αποκλεισμού στο πρόσωπο της ομόρρυθμου εταίρου του Θ.
Α. (αναιρεσείουσας), λόγω της προειρημένης συμπεριφοράς της που καθιστά επαχθή τη συνέχιση της εταιρίας με τη συμμετοχή της σε τέτοιο βαθμό ώστε να κινδυνεύει η λειτουργία της και ότι η εταιρεία εξακολουθεί να είναι βιώσιμη. Όλες δε οι περί αντιθέτου συναφείς αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, καθόσον σύμφωνα με τις ως άνω αιτιολογίες ουδεμία έλλειψη αιτιολογίας και αντίφαση δημιουργείται ως προς το ότι η προσβαλλόμενη δεν αναφέρει εάν υλοποιούνται οι πράξεις διαχείρισης παρά την εναντίωσή της και ότι δέχεται ότι η εταιρεία είναι βιώσιμη και παραγωγική παρά την εναντίωσή της, ότι δεν καθορίζει την αξία της εταιρικής συμμετοχής της σε περίπτωση εκούσιας εξόδου της, ότι δεν προβαίνει σε σύγκριση της κερδοφορίας της εταιρείας όταν ήταν αυτή μοναδική διαχειρίστρια και ότι δεν αναφέρει τον κύκλο των εργασιών για όλες τις οικονομικές χρήσεις και πριν το 2012, ενώ δεν προκύπτει αμφιβολία για το πότε άρχισε πραγματικά η νόμιμη διαχείριση αφού η προσβαλλομένη δέχεται ότι με την από 22-10-2012 εξώδικη δήλωσή τους οι αναιρεσίβλητες ανακάλεσαν την αναιρεσείουσα από διαχειρίστρια και αναβίωσε η νόμιμη διαχείριση ήτοι η ατομική κάθε εταίρου και ακολούθως δύο ημέρες μετά (24-10-2012) η αναιρεσείουσα εξ αυτού του λόγου κατήγγειλε την εταιρική σύμβαση χωρίς να λυθεί η εταιρεία.
Επίσης δεν υπάρχει ασάφεια ή αντίφαση ή έλλειψη αιτιολογίας ως προς την βιωσιμότητα ή μη της εταιρείας καθόσον ρητά διαλαμβάνεται ότι οι ζημίες εξ ευρώ 370.647 και 142.148 ευρώ που η εταιρεία παρουσιάζει κατά τη χρήση των ετών 2013 και 2014 δεν καθιστούν την οικονομική της πορεία μη αναστρέψιμη, λαμβανομένων ιδίως υπόψη της έλλειψης τραπεζικού δανεισμού της και του μικρού ύψους των οφειλών της και την συνεργασία της με μεγάλους οίκους του εξωτερικού.
Ούτε περαιτέρω δημιουργείται αντίφαση κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι 1) ότι ενώ η προσβαλλόμενη δέχεται ότι η εταιρεία οφείλει μόνο σε προμηθευτές 56.734.53 ευρώ και στην δεύτερη αναιρεσίβλητη 312.486 ευρώ εν είδει ταμειακής διευκόλυνσης δεν αναφέρει γιατί δεν εξοφλεί, 2) ότι ενώ δέχεται ότι παρακωλύεται η εταιρεία από την αναιρεσείουσα στην προμήθεια νέων ειδών παρόλα αυτά συνεχίζει την συνεργασία με μεγάλους οίκους του εξωτερικού και παρά την εναντίωσή της η εταιρία είναι παραγωγική 3) ότι ενώ δέχεται ότι συντρέχει σπουδαίος λόγος λύσης της εταιρείας απορρίπτει την αίτησή της περί λύσης αυτής, καθόσον εφαρμόζει το άρθρο 263 του Ν. 4072/2012.
Επομένως οι περί του αντιθέτου 1ος και 2ος λόγοι της αναιρέσεως και 1ος και 5ος πρόσθετοι αυτής από το άρθρο 559 αρθμ.19, απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Επίσης είναι αβάσιμος ο 5ος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης από το αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την μερικότερη αιτίαση ότι δεν αποφάνθηκε η προσβαλλόμενη αν ήταν δικαιολογημένη η εναντίωση της αναιρεσείουσας ενόψει του ότι αυθαίρετα οι αναιρεσίβλητες οικειοποιήθηκαν την διαχείριση, ως στηριζόμενος, σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η προσβαλλόμενη δέχτηκε ότι με την από 22-10-2012 εξώδικη δήλωσή τους οι αναιρεσίβλητες ανακάλεσαν την αναιρεσείουσα από διαχειρίστρια και αναβίωσε η νόμιμη διαχείριση ήτοι η ατομική κάθε εταίρου.
Περαιτέρω υπό την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, του άρθρου 559 παρ.19 ΚΠολΔ πλήττονται απαραδέκτως οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου, ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου και η εκτίμηση των αποδείξεων με τις λοιπές αιτιάσεις και δη ότι η προσβαλλόμενη απορρίπτει την αίτησή της περί λύσης της εταιρείας ενώ 1) αφού δέχεται ότι υπάρχει πτωτική τάση του τζίρου της και υπάρχουν ζημίες δέχεται εσφαλμένα ότι η εταιρεία είναι βιώσιμη 2) ότι εσφαλμένα δέχεται ότι οφείλει μόνο σε προμηθευτές 56.734.53 ευρώ και στην δεύτερη αναιρεσίβλητη 312.486 ευρώ χωρίς να συμπεριλαμβάνει στις υποχρεώσεις της εταιρείας την από 14-10-2016 αγωγή των αναιρεσίβλητων κατά της εταιρείας καθώς και οφειλές σε τρίτους 3) ότι η συνέχιση της εταιρείας από τις αναιρεσίβλητες με τον αποκλεισμό της αναιρεσείουσας που κατέχει πλειοψηφικό ποσοστό 52% επιβραβεύει την παράνομη συμπεριφορά τους και την αυθαίρετη κατάληψη της διαχείρισης ενώ η λύση της εταιρείας θα εκκαθάριζε δίκαια την περιουσία της εταιρείας και 4) ότι εσφαλμένα κρίνει ότι η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε δικαστικώς τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων στους οποίους στήριξαν την ανάκλησή της ως διαχειρίστρια .
Επομένως οι περί του αντιθέτου 2ος και 3ος λόγοι της αναιρέσεως και 1ος και 5ος πρόσθετοι αυτής που περιλαμβάνουν τις ως άνω αιτιάσεις από το λόγο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Περαιτέρω πρέπει να απορριφθεί ο 6ος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι απέρριψε την ένστασή της περί σιωπηρής παραίτησης των αναιρεσίβλητων από το σχετικό δικαίωμα τους να ζητήσουν τον αποκλεισμό της από την εταιρεία, χωρίς καμία αιτιολογία, ως αβάσιμος.
Ειδικότερα το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, διέλαβε την απαιτούμενη αιτιολογία καθόσον αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απόρριψη της ως άνω ένστασης σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές ότι αυτές (αιτούσες και ήδη αναιρεσίβλητες) εξάντλησαν κάθε νόμιμο δικαίωμα τους και σχετικό ένδικο βοήθημα, όπως προκύπτει και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης και δεν αδράνησαν.
Με τον 7ο λόγο της αναίρεσης και τον 6ο πρόσθετο λόγο αυτής αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για το λόγο ότι απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικότητας της αίτησης των αναιρεσιβλήτων περί αποκλεισμού της, χωρίς αιτιολογία, με τις μερικότερες αιτιάσεις, ότι η άσκηση της αίτησης υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του αντίστοιχου δικαιώματος τους για τους εξής λόγους: 1) της ανυπαρξίας οποιαδήποτε πράξης ή παράλειψης της αναιρεσείουσας αντίθετης με το καταστατικό ή το σκοπό της εταιρείας β) της παράνομης συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων με τις αβάσιμες δικαστικές διεκδικήσεις τους που κατέστησαν την εταιρεία ζημιογόνα όπως ότι αμφισβήτησαν δικαστικά τα τροποποιητικά εταιρικά ιδιωτικά συμφωνητικά, ζήτησαν την άμεση απόδοση κερδών που τους διανεμήθηκαν με αποφάσεις δικαστηρίων, προέβη η δεύτερη αναιρεσίβλητη σε καταγγελίες περί δήθεν φορολογικών ατασθαλειών με αποτέλεσμα να επιβληθούν πρόστιμα στην εταιρεία γ) της παράνομης αποβολής της από την διαχείριση και την αυθαίρετη ανάληψη διαχείρισης εκ μέρους τους δ) της αντίθεσης του αιτήματος αυτών περί αποκλεισμού της σύμφωνα με το καταστατικό και την πραγματική βούληση του ιδρυτή της εταιρείας και συντάκτη του καταστατικού ε) της μακροχρόνιας αδράνειας αυτών να ζητήσουν τον αποκλεισμό της που δημιούργησε σε αυτή την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να προβούν σε αυτό και στ) ενόψει του πλειοψηφικού ποσοστού της (52%) στην εταιρεία.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες διότι πλήττεται η αναιρετική ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα ότι η παραμονή της αναιρεσείουσας στην εταιρεία υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης με βάση τα ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο για τον αποκλεισμό της και καθιστούν ενόψει τούτων κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, την συνέχιση της εταιρείας με αυτήν δυσβάστακτη έως αφόρητη για τους λοιπούς εταίρους έτσι ώστε να κινδυνεύει η ομαλή λειτουργία της.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον 5ο λόγο της αναίρεσης και τον 3ο πρόσθετο λόγο αυτής επικαλείται την εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ισχυριζομένη ότι το Εφετείο, μολονότι εμμέσως εδέχθη την ύπαρξη ασαφείας και κενού στο άρθρο 10 του καταστατικού της εταιρείας και προέβη σε ερμηνεία αυτού, παρέλειψε παρά ταύτα να προσφύγει στην εφαρμογή των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων για την διαπίστωση της αληθούς εννοίας της σχετικής δηλώσεως βουλήσεως του συντάκτη του καταστατικού και ιδρυτή της εταιρείας.
Επί πλέον, σύμφωνα με τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε ως προς την ερμηνεία και συμπλήρωση του ως άνω άρθρου 10 υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. Οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της πληττομένης αποφάσεως, το Εφετείο, έκρινε αναιρετικώς ανέλεγκτα ότι το άρθρο 10 του καταστατικού, ήταν σαφές και ως εκ τούτου, ελλείψει αμφιβολίας ή κενού, δεν συνέτρεχε λόγος προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες προς διαπίστωση της αληθούς του εννοίας, κατά τα προεκτεθέντα.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς τη βούληση των συμβαλλομένων, αναφορικά με το ως άνω άρθρο, αφού η προσβαλλομένη σαφώς δέχεται ότι το ως άνω άρθρο αφορούσε μόνο τη λύση της εταιρείας (όσο ζει η αναιρεσείουσα αλλά και μετά το θάνατό της) και ότι από την γραμματική διατύπωση προκύπτει σαφώς ότι η εταιρεία θα συνεχιστεί "οπωσδήποτε" και μετά το θάνατο της καθής (αναιρεσείουσας) και απέρριψε τον ισχυρισμό αυτής περί ερμηνείας αυτού (άρθρου 10) ως απαγορευόντα τον αποκλεισμό αυτής.
Επομένως δεν δέχεται το Εφετείο ότι υπάρχει κενό, ασάφεια ή αμφιβολία , για το οποίο έπρεπε να ερμηνεύσει ή να συμπληρώσει τη σύμβαση, ώστε να γεννάται υποχρέωση αυτού να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για να διαπιστώσει το περιεχόμενό της. Εξάλλου, το Εφετείο δεν προβαίνει έμμεσα στην ερμηνεία της σύμβασης αυτής και οι αναφορές του δεν αποτελούν ερμηνεία του όρου του καταστατικού, αλλά έγιναν για την συναγωγή συμπερασμάτων ενίσχυσης της κρίσης του για το σαφές περιεχόμενο του όρου ότι δεν απαγορεύει τον αποκλεισμό της αναιρεσείουσας, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς αυτής περί ερμηνείας αυτού.
Τούτο διότι, ουδόλως συνδέει η προσβαλλόμενη τις αναφορές αυτές με την διαπίστωση μήπως, παρά τη μη ρητή αναφορά του άρθρου 10 του καταστατικού στην απαγόρευση αποκλεισμού της αναιρεσείουσας προκύπτει κάτι διαφορετικό από το προσδιορισθέν σαφές περιεχόμενο αυτού και συγκεκριμένα ότι απαγορεύει τον αποκλεισμό της σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της.
Τέλος, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των τελευταίων αυτών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες δεν έκρινε εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση και δεν τις εφάρμοσε.
Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ως προς τη θεμελίωση του αποδεικτικού της πορίσματος, η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών. Επομένως ο 5ος λόγος της αναίρεσης και 3ος πρόσθετος λόγος αυτής με τους οποίους η αναιρεσείουσα επικαλείται την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 25/2003, ΑΠ 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που αποτελούν επίκληση αποδεικτικού μέσου ή του περιεχομένου του (ΑΠ 2104/2007). "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.
Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η εν γένει νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, ούτε τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1627/2011).
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητώς ή και σιωπηρώς (ΑΠ 839/2010), για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1646/2018, ΑΠ 2044/2017, 1668/2005 ΑΠ 448/1996). Κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 331/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 24/2021, ΑΠ 88/2021).
Από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος.
Με τη διάταξη αυτή εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και μη προταθέντων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα είναι απεριόριστη, λαμβάνει δε υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ και αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης.
Συνεπώς, κατά την ανωτέρω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τα εδάφια 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ( ΑΠ 1267 /2023, ΑΠ 1226/2023, ΑΠ 115/2023, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 2176/2013, ΑΠ 11/2010, ΑΠ 1844/2009, ΑΠ 2228/2007).
Συνεπώς οι προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι προεχόντως απαράδεκτοι, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, με την οποία εκδικάστηκε η ένδικη αίτηση, δεν ιδρύεται οι λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 8 και 11του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Σε κάθε δε περίπτωση ο 2ος λόγος της αναίρεσης και ο 2ος πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι οι αναιρεσίβλητες επιδίωκαν την καταστροφή της εταιρείας και την απομύζηση του ενεργητικού της ασκώντας κατά της εταιρείας αγωγές και την από 14-10-2016 αγωγή, ότι η εταιρεία είχε περισσότερα κέρδη όταν διαχειριστής ήταν ο Ι..
Α. και η ίδια, ότι μεταφερόταν από αυτή το υπόλοιπο των κερδών στην επόμενη χρήση, ότι οι αναιρεσίβλητες έλαβαν από διανομή κερδών 700.000 ευρώ και ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη προέβη σε καταγγελία περί οικονομικών ατασθαλιών της εταιρείας με αποτέλεσμα να επιβληθούν στην εταιρεία πρόστιμα είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, αφού τα ως άνω δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης αλλά επιχειρήματα που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επίσης με τον 2ο, λόγο της αναίρεσης και τον 2ο πρόσθετο λόγο αυτής αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 14-10-2016 αγωγή των αναιρεσίβλητων και την υπ'αριθμ.2292/2018 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τα οποία νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα καθώς και το περιεχόμενό τους είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα ως άνω δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αλλά έγγραφα, δηλαδή αποδεικτικά μέσα.
Ακολούθως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο 2ος, ο 4ος λόγος της αναίρεσης και ο 2ος πρόσθετος λόγος αυτής από τον αριθμό 8 περίπτ. β' με τους οποίους μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί παράνομης αποβολής της από την διαχείριση της εταιρείας και περί αυθαίρετης άσκησης αυτής εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων καθώς επίσης ότι έκτοτε δεν της παρείχαν ενημέρωση επί των εταιρικών υποθέσεων και του αιτήματος αυτής περί επίδειξης εγγράφων (οικονομικών χρήσεων 2012-2018) αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητες ανακάλεσαν με την από 22-10-2012 εξώδικη δήλωσή τους την αναιρεσείουσα από καταστατική διαχειρίστρια και αναβίωσε η νόμιμη διαχείριση ήτοι η ατομική και ως εκ τούτου κάθε εταίρος και η ανακληθείσα μπορούσε να προβαίνει σε πράξεις εσωτερικής διαχείρισης ή εκπροσώπησης το δικαίωμα αυτό μπορούσε να εξισορροπηθεί από το δικαίωμα εναντίωσης.
Περαιτέρω απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι είναι οι 3ος και 5ος λόγος αναίρεσης και ο 4ος πρόσθετος λόγος αυτής ότι η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψιν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας α) ότι η λύση της εταιρείας και ο διορισμός εκκαθαριστή θα ήταν η καλύτερη λύση γιατί θα εκκαθάριζε την περιουσία της εταιρείας με δίκαιο τρόπο, εφαρμόζοντας έτσι εσφαλμένα την αρχή της αναλογικότητας β) ότι η αληθινή βούληση του συντάκτη του καταστατικού από την γραμματική διατύπωση του άρθρου 10 του καταστατικού όσο και από την ερμηνεία του κατά την ΑΚ 200 απαγόρευε τον αποκλεισμό της, αφού οι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" με την έννοια του νόμου, αλλά επιχειρήματα που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, η αρχή δε της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή) (ΟλΑΠ 9/2015) και όχι "πράγμα" ενώ σε κάθε περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι καθόσον η προσβαλλομένη απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς ως αβάσιμους.
Επίσης είναι απαράδεκτος ο 5ος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 559 παρ.8 ότι η προσβαλλομένη έλαβε πράγματα που δεν προτάθηκαν με την παραδοχή ότι "..δηλώνει απρόθυμη να παραμείνει στην εταιρεία ακόμη και στην περίπτωση διορισμού τρίτου προσώπου ως διαχειριστή, ...., δοθέντος ότι επιθυμεί τη λύση της... έχοντας ήδη εκδηλώσει στο παρελθόν την πρόθεση καταγγελίας της εταιρικής σύμβασης.." αφού πρόκειται για συμπεράσματα του Δικαστηρίου και όχι για "πράγματα" με την έννοια του νόμου.
Περαιτέρω, με τον 6ο και 7ο λόγο της αναίρεσης και 6ο πρόσθετο λόγο αυτής επίσης από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της την ένστασή της περί σιωπηρής παραιτήσεως των αναιρεσιβλήτων και την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (281 ΑΚ).
Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τις ως άνω ενστάσεις και τις απέρριψε ως αβάσιμες κατ'ουσίαν, απορρίπτοντας την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης αφού δέχτηκε ότι η παραμονή της αναιρεσείουσας στην εταιρεία υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης με βάση τα ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο για τον αποκλεισμό της και καθιστούν ενόψει τούτων κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, την συνέχιση της εταιρείας με αυτήν δυσβάστακτη έως αφόρητη για τους λοιπούς εταίρους έτσι ώστε να κινδυνεύει η ομαλή λειτουργία της, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται και να αναλύει διεξοδικώς όλα τα επιχειρήματα που προέβαλε η αναιρεσείουσα προς επιστήριξή της και απορρίπτοντας επίσης την ένσταση περί σιωπηρής παραίτησης δεχόμενο ότι οι αναιρεσίβλητες εξάντλησαν κάθε νόμιμο δικαίωμα τους και σχετικό ένδικο βοήθημα όπως προκύπτει και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης και δεν αδράνησαν.
Με τον 2ο και 4ο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος την από 14-10-2016 αγωγή των αναιρεσίβλητων, την υπ'αριθμ.2292/2018 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και τις με αριθμό 2199/2013 και 1265/2013 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τα οποία νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα από τα οποία προκύπτει κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας η παράνομη αποβολή της τελευταίας από την διαχείριση και η αυθαίρετη άσκηση αυτής εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων.
Ωστόσο από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή διαβεβαίωση του δικαστηρίου με ρητή αναφορά όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι στο ως άνω πόρισμά του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη "...από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και αν προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια χωρίς να παραλείπεται κανένα από αυτά..." σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται οιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το σύνολο των προαναφερομένων εγγράφων, πέραν του ότι δεν είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις της αναιρεσείουσας, κρίση του, ούτε να κάνει ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγηση τούτων.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η προσβαλλομένη έκανε ειδική μνεία στην υπ'αριθμ. 2199/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ότι επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1333/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία έκρινε ότι μετά τη γενόμενη, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ανάκληση της ορισθείσας στην εταιρική σύμβαση ως μοναδικής διαχειρίστριας αναιρεσίβλητης, (καταστατικής) δυνάμει του άρθρου 752 ΑΚ, με τη λήψη ομόφωνης απόφασης από τις λοιπές εταίρους, αναβίωσε η νόμιμη διαχείριση και εκπροσώπηση, η οποία τόσο υπό την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρ. 22 ΕΝ όσο και υπό τις νέες διατάξεις των άρθρ. 254 και 257 του ν. 4072/ 2012, ταυτίζεται με την ατομική διαχείριση όλων των εταίρων, με δικαίωμα εναντιώσεως των λοιπών, και δεν είναι συλλογική, έχει δηλαδή ως αποτέλεσμα την ατομική διαχείριση παντός ομορρύθμου εταίρου, και αναίρεσε την ως άνω υπ'αριθμ. 2199/2013 απόφαση του Εφετείου ως το προς το αίτημα της αναιρεσείουσας για διορισμό τρίτου προσώπου, ως διαχειριστού της εταιρείας.
Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση οι ως άνω προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι προεχόντως απαράδεκτοι, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, με την οποία εκδικάστηκε η ένδικη αίτηση, δεν ιδρύεται οι λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 8 και 11του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειβλήτων οι οποίες κατέθεσαν κοινές προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 106, 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 18-6-2021 αίτηση και τους από 30-7-2024 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Απορρίπτει την από 18-6-2021 αίτηση και τους από 30-7-2024 πρόσθετους λόγους αναίρεσης της Θ. Α. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 461/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ