Legislator Case Law & Legislation
669/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal on public auction ranking but dismisses claims against other defendants.

Case Number 669/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal against six defendants but allowed the appeal against the State regarding the ranking of claims in a public auction. The State argued for a specific order of priority, while the bank and individuals contested the court's decision. The court ruled that the State's claim must be prioritized over the bank's for the first third of the debt, while the bank retains priority for the remaining two-thirds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 § 1-3 and 576 § 1-3 of the Code of Civil Procedure; The court must independently determine if a party expedited the appeal hearing, and if so, the case proceeds as if all parties were present, leading to the rejection of appeals against absent defendants when the present party validly accelerated the proceedings.

Keywords

AI generated
public auction ranking priority of claims appeal admissibility state immunity civil procedure code expedited hearing partially allowed appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 § 1-3 and 576 § 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 183, 176, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Articles 183, 192 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 669 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 669/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και ήδη από 1.1.2017, από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, καθώς και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ Κορίνθου, που κατοικοεδρεύει στην Κόρινθο. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", και με τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) E. E. (A. E.) V. (Β.) του E., κατοίκου ..., 3) S. (Σ.) N. (Ν.), κατοίκου ..., 4) Χ. Ν. του Θ., κατοίκου ..., 5) Β. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 6) Ε. Ζ. του Ν., κατοίκου ... και 7) L. O. του M., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: από 21-12-2011 και με αριθμό κατάθεσης 573/ΤΜ573/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, β) από 28-12-2011 και με αριθμό κατάθεσης .../ΤΜ .../2011 ανακοπή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και γ) από 28-12-2011 και με αριθμό κατάθεσης 585/ΤΜ585/2011 ανακοπή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 305/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 171/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-05-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 § 1-3 και 576 § 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από άλλον επισπεύδοντα τη συζήτηση διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος την επέσπευσε, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις με αριθμ. 3728/5-6-2020 και 6188Δ/10-6-2020 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Μ.

Μ. και του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, αντίστοιχα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την επ` αυτής πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στην πρώτη αναιρεσίβλητη και στον παρασταθέντα δικηγόρο, Χρήστο Τζοάνο κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως αντίκλητο των 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης, και 7ης των αναιρεσίβλητων (άρθρ. 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού, κατά τη σημερινή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά στο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και, συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης ως να ήταν αυτοί παρόντες (άρθρ. 576 παρ. 1- 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 972 παρ. 1 και 974 έως 979 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την ανακοπή που ασκείται κατά του πίνακα κατάταξης προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητα αυτού, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατάταξης.

Έννομο συμφέρον, για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαίτησης εκείνου, κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του, ή προβάλλει ότι προηγείται του τελευταίου, που κατετάγη στον πίνακα, και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στην θέση του, και στρέφεται κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (άρθρ. 972 παρ. 2 εδ.β` ΚΠολΔ).

Το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλόμενη απαίτηση και την κατάταξη του καθ' ου η ανακοπή, και δεδομένου ότι η διαδικασία της κατάταξης είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της απόφασης περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετασχόντες της δίκης άλλους δανειστές.

Εάν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής που δεν άσκησε ανακοπή ή αυτή απορρίφθηκε ως προς τους ίδιους λόγους, ακόμα και αν εκείνος έχει μείζον προνόμιο κατάταξης (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 1518/2018). Στην περίπτωση κατά την οποία περισσότεροι του ενός μη καταταγέντες δανειστές βάλλουν με συνεκδικαζόμενες ανακοπές κατά της κατάταξης του ίδιου δανειστή για την αποβολή του, θα υπολογιστούν οι απαιτήσεις των περισσοτέρων ανακοπτόντων, και αν η απαίτηση του αποβαλλόμενου δανειστή δεν καλύπτει το σύνολο των απαιτήσεων των ανακοπτόντων που νικούν, θα γίνει σύγκριση μεταξύ των τελευταίων από το δικαστήριο και προτίμηση των δανειστών εκείνων που έχουν ισχυρότερο προνόμιο ή ανάλογη μεταξύ των ισοβάθμων κατάταξη.

Στα πλαίσια της εν λόγω συνεκδίκασης των περισσοτέρων ανακοπών και της επιβαλλόμενης ως άνω σύγκρισης των απαιτήσεων των ανακοπτόντων, οι οποίες δεν ικανοποιούνται πλήρως με την αποβολή του καθ' ου η ανακοπή δανειστή, διαμορφώνεται επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των περισσοτέρων ανακοπτόντων (άρθρο 76 παρ.1 περ.δ ΚΠολΔ), διότι η από την ακύρωση της κατάταξης του καθ' ου κατάταξή τους επιδέχεται μόνο ενιαία ρύθμιση (ΑΠ 476/2021, ΑΠ 1048/2019, ΑΠ 175/2011).

Περαιτέρω, εάν η απόφαση που θα εκδοθεί, κατά το μέρος που ωφελεί τον ένα από τους διαδίκους, βλάπτει τον άλλο, ο βλαπτόμενος έχει δικαίωμα ν` ασκήσει ένδικο μέσο κατά της απόφασης που τον βλάπτει και, συνεπώς, και αίτηση αναίρεσης, την οποία μπορεί να την απευθύνει κατά εκείνου του διαδίκου που ωφελήθηκε σε βάρος του, έστω και αν αυτός ήταν ομόδικός του, ακόμη και όταν αυτός έλαβε τη θέση του ομόδικου ή του αντιδίκου του, λόγω της συνεκδίκασης με τη δική του ανακοπή και ανακοπών άλλων δανειστών, οι οποίες δεν απευθύνονταν και κατ` αυτού και της έκδοσης, κατ` ανάγκην, κοινής, χωρίς αντιφατικές διατάξεις, απόφασης, για την απαίτηση που προσβλήθηκε και για τις απαιτήσεις που πρέπει να καταταγούν στη θέση της, στην περίπτωση που αυτή αποβλήθηκε από τον πίνακα κατάταξης (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 1048/2019, ΑΠ 1228/2018).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1257, 1258, 1265, 1268, 1291, 1292, 1297, 1295 ΑΚ, 977 παρ. 2, 993 παρ. 1 εδάφ. β' και 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ενυπόθηκη απαίτηση ασφαλίζεται με την έννοια όχι ότι ο δανειστής λαμβάνει και ενσωματώνει στην περιουσία του το υπέγγυο ακίνητο, αλλά ικανοποιείται προνομιακώς έναντι των εγχειρόγραφων και των χρονικώς επόμενων ενυπόθηκων πιστωτών από το τίμημα που επιτυγχάνεται κατά την αναγκαστική εκποίηση αυτού, δηλαδή με τον πλειστηριασμό υποκαθίσταται στη θέση του υπέγγυου πράγματος, η χρηματική του αξία, και, ακριβέστερα, το επιτυγχανόμενο τίμημα.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1276, 1277, 1278 ΑΚ και 28 παρ. 2 ΕισΝΚΠολΔ προκύπτει ότι η προσημείωση υποθήκης, χορηγεί δικαίωμα υποθήκης υπό αναβλητική αίρεση, που πληρούται με την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης με αναδρομικά αποτελέσματα από την ημέρα της εγγραφής της προσημείωσης (ΑΠ 50/2021).

Συνεπώς, ο προσημειούχος αποκτά ταυτόσημη ασφάλεια προς εκείνη του ενυπόθηκου δανειστή, εφόσον πληρωθούν οι (δύο) αιρέσεις υπό τις οποίες τελεί η προσημείωση, ήτοι η τελεσίδικη επιδίκαση της ουσιαστικής απαίτησης και η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη. Έτσι, μετά την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης που ασφαλίζεται με την προσημείωση, η τελευταία τρέπεται σε υποθήκη και ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημείωσης και θεωρείται σαν να έχει έκτοτε εγγραφεί. Σε περίπτωση που το υπέγγυο ακίνητο εκποιείται αναγκαστικώς πριν την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, τούτο μετουσιώνεται σε χρηματική αξία έναντι των δανειστών και του οφειλέτη, οπότε ο προσημειούχος δανειστής κατατάσσεται στο πλειστηρίασμα "τυχαίως", ήτοι προσωρινώς μέχρι να κριθεί τελεσίδικα η ουσιαστική βασιμότητα της ασφαλιζόμενης απαίτησής του και, πάντως, προνομιακώς, με την έννοια ότι η κατάταξή του θα λάβει την τάξη και τη σειρά που θα ελάμβανε, αν αντί της προσημείωσης είχε εγγράψει υπέρ αυτού από την αρχή υποθήκη (ΑΠ 553/2020, ΑΠ 1543/2007).

Συνεπώς, ο προσημειούχος εξομοιούται πλήρως με τον ενυπόθηκο δανειστή, με μόνη την διαφορά ως προς τον τρόπο οριστικής ή τυχαίας κατάταξης κατ' άρθρο 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 14/2006, ΑΠ 50/2021, ΑΠ 536/2015). Εξάλλου, το μέρος του πλειστηριάσματος, για το οποίο κατατάχθηκε τυχαία ο δανειστής θα διατεθεί κατά τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 978 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο ο υπάλληλος του πλειστηριασμού υποχρεούται να προβλέψει στον πίνακά του και να προβεί σε επικουρική κατάταξη (ΑΠ 555/2015, ΑΠ 1134/2012, ΑΠ 539/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 6/2019, ΑΠ 38/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής: Ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου) συνεκδικάστηκαν η από 21-12-2021 ανακοπή του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η από 28-12-2021 ανακοπή της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." (πρώτης αναιρεσίβλητης), και η από 28-12-2021 ανακοπή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (ήδη μη διάδικου) κατά του με αριθμ. 9278/18-11-2011 πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Κορίνθου Κωνσταντίας Καπέλλου, ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού, στρεφόμενες όλες κατά των δεύτερης, τρίτης, τέταρτου, πέμπτης, έκτης και έβδομης των αναιρεσίβλητων, αναγγελθέντων εργαζομένων και καταταγέντων στον προσβαλλόμενο πίνακα γενικών προνομιούχων πιστωτών, για το ποσό των 2.341,05 ευρώ, 2.386,29 ευρώ, 2.247,40 ευρώ, 2.398,10 ευρώ, 1.793,95 ευρώ και 2.432,12 ευρώ, αντίστοιχα.

Και με τις τρεις ως άνω ανακοπές οι αναιρεσείοντες ζήτησαν τη μεταρρύθμιση του πίνακα κατάταξης, ώστε να αποβληθούν οι ανωτέρω φερόμενοι εργαζόμενοι, ως προς τα ως άνω ποσά των απαιτήσεων, για τα οποία κατατάχθηκαν προνομιακά και τυχαίως, αμφισβητώντας το χαρακτήρα της απαίτησης αυτών ως προερχόμενης από εργασιακή σχέση, και να καταταγούν, αντίστοιχα, το ανακόπτον στην πρώτη ανακοπή (αναιρεσείον) προνομιακά και οριστικά, η ανακόπτουσα στη δεύτερη ανακοπή τραπεζική εταιρία, προνομιακά και τυχαία και η (μη διάδικος) ανακόπτουσα στην τρίτη ανακοπή, επίσης, προνομιακά και τυχαία.

Επί των ανωτέρω ανακοπών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ. 305/2014 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν οι ανακοπές. Μετά την άσκηση έφεσης από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, έγιναν δεκτές οι ανακοπές του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης, αποβλήθηκαν από τον πίνακα κατάταξης οι 2η, 3η, 4ος, 5ος, 6ος και 7η των αναιρεσίβλητων, από το συνολικό ποσό των 13.598,91 ευρώ, και κατατάχθηκε στο αποδεσμευόμενο αυτό ποσό το αναιρεσείον κατά 1/3, ήτοι στο ποσό των 4.532,97 ευρώ, και η πρώτη αναρεσίβλητη κατά 2/3, ήτοι στο ποσό των 9.065,94 ευρώ οριστικά και προνομιακά, προς μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών τους.

Η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7ης των αναιρεσίβλητων (καθ' ων η ανακοπή σε αμφότερες τις ανακοπές) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (πρβλ ΑΠ 1229/2018), λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος, για το λόγο ότι το αναιρεσείον δεν βλάπτεται από την αποβολή αυτών από τον πίνακα κατάταξης και την αποδέσμευση του ποσού των 13.958,91 ευρώ, ως αντιθέτως συμβαίνει ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία φέρεται ότι ωφελήθηκε σε βάρος του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου, από την οριστική κατάταξη της πρώτης αναιρεσίβλητης στο αποδεσμευθέν από την αποβολή των 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7ης των αναιρεσιβλήτων ποσό των 13.958,91 ευρώ, αντί της τυχαίας κατάταξης αυτής (πρώτης αναιρεσίβλητης) και της επικουρικής κατάταξης του αναιρεσείοντος στην περίπτωση που δεν καταστεί τελεσίδικη η απαίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ερημοδικίας των 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7ης των αναιρεσιβλήτων και έλλειψης σχετικού αιτήματος αυτών. Η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με επίσπευση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά, προς εκτέλεση της 1417/2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την ικανοποίηση απαίτησής της, ύψους 361.787,27 ευρώ, η...

κάθετη ιδιοκτησία.... μετά της επ' αυτής οικοδομής,... ιδιοκτησίας του οφειλέτη της και καθ' ου η εκτέλεση Ι. Κ. του Π., που είχε κατασχεθεί με την υπ' άριθμ.3550/14.3.2011 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κορίνθου Α. Ζ.. Στον εν λόγω πλειστηριασμό, που έλαβε χώρα στις 5.10.2011, το ακίνητο κατακυρώθηκε στον υπερθεματιστή ..., αντί του ποσού των 75.000 ευρώ, στο οποίο ανήλθε το επιτευχθέν πλειστηρίασμα.

Στον πλειστηριασμό αναγγέλθηκαν, μεταξύ άλλων, ... προς ικανοποίηση των απαιτήσεών τους από το διανεμητέο πλειστηρίασμα : Α) το ... ανακόπτον ... Ελληνικό Δημόσιο (αναιρεσείον) δια του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Κόρινθου με την 18574/7.10.2011 αναγγελία του για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις κατά του οφειλέτη ατομικά και ως διευθύνοντος συμβούλου, συνολικού ποσού 13.679,71 ευρώ, που αφορούν σε εισόδημα φυσικών προσώπων, εισφορές, τέλος επιτηδεύματος, ΦΠΑ και πρόστιμο ΦΠΑ, φορολογικών ετών 2009-2011 Β) ...Το Ταμείο Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ - ΕΤΑΜ δια του Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Κόρινθου, με την 22/12266/11.10.2011 αναγγελία του κατά του οφειλέτη, για τη συνολική απαίτησή του ύψους 31.267,44 ευρώ, που αφορούσε..., Γ) Το Ταμείο Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ - ΕΤΑΜ δια του Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Κορίνθου, ...

για τη συνολική απαίτησή του ύψους 37.652,43 ευρώ που αφορούσε...Δ) η ... ανακόπτουσα ... "..." (πρώτη αναιρεσίβλητη) ... για συνολική απαίτηση 368.033,70 ευρώ, ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης επί του ακινήτου που εκπλειστηριάσθηκε, εγγραφείσα στις 2.6.2009 στο Κτηματολογικό Γραφείο Α' Κορίνθου, που απορρέει από δύο συμβάσεις πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό που καταρτίστηκαν μεταξύ της Τράπεζας και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", την εκτέλεση των οποίων εγγυήθηκε ο καθού η εκτέλεση -οφειλέτης, Ε1], η πρώτη καθής η ανακοπή, ...

για απαιτήσεις 6.322,51 ευρώ από παροχή εξαρτημένης εργασίας, Ε2] η δεύτερη καθ' ης η ανακοπή, ... για απαιτήσεις της ύψους 6.442,14 ευρώ από παροχή εξαρτημένης εργασίας, Ε3] ο τρίτος καθ' ου η ανακοπή, Χ. Ν., ... για απαιτήσεις της ύψους 6.452 ευρώ από παροχή εξαρτημένης εργασίας, Ε4] η τέταρτη καθ' ης η ανακοπή, Β. Τ., ... για απαιτήσεις της ύψους 6.461,56 ευρώ από παροχή εξαρτημένης εργασίας, Ε5] η πέμπτη καθ' ης η ανακοπή, Ε.

Ζ., ... για απαιτήσεις της ύψους 4.191,45 ευρώ από παροχή εξαρτημένης εργασίας, Ε6] η έκτη καθ' ης η ανακοπή, ... για απαιτήσεις της ύψους 9.476,91 ευρώ από παροχή εξαρτημένης εργασίας, ΣΤ] η "..."... για ληξιπρόθεσμη απαίτησή της ποσού 289.044,38 ευρώ από σύμβαση στεγαστικού δανείου, ..., Ζ] "..." (πρώτη αναιρεσίβλητη)... για ληξιπρόθεσμη απαίτησή της ποσού 275.201,98 ευρώ από σύμβαση στεγαστικού δανείου, η οποία (απαίτηση) ασφαλίζετο με προσημείωση υποθήκης επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, εγγραφείσα στις 1.12.2005 στο Υποθηκοφυλακείο Κορίνθου, μη τραπείσα σε υποθήκη μέχρι την 18.6.2006 και Η) η "..."...

για ληξιπρόθεσμη απαίτησή της ποσού 2.184.458,42 ευρώ από σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης μεταξύ της ίδιας και της εταιρείας με την επωνυμία "..." την εκπλήρωση των όρων της οποίας εγγυήθηκε ο καθού η εκτέλεση οφειλέτης. Ειδικότερα όσον αφορά τις ανωτέρω αναγγελθείσες απαιτήσεις υπό στοιχεία Ε1 έως 6 των καθών η ανακοπή για απαιτήσεις από παροχή εξαρτημένης εργασίας αποδείχτηκαν τα εξής ...

Οι απαιτήσεις όμως αυτές των ανωτέρω έξι καθ' ων η ανακοπή δεν υπάγονταν στη νομική κατηγορία των αξιώσεων από την παροχή εξαρτημένης εργασίας (975 αριθμ. 3 ΚΠολΔ όπως ήδη ισχύει), αφού, οι έννομες σχέσεις της παροχής εξαρτημένης εργασίας αυτών (από τις οποίες απορρέουν οι εν λόγω απαιτήσεις τους) συνέδεαν τους καθ' ων οι ανακοπές με το νομικό πρόσωπο της εργοδότριας εταιρείας με την επωνυμία "..." και όχι με τον καθ' ου η εκτέλεση Ι.

Κ. ατομικά. Οι απαιτήσεις των καθ' ων η ανακοπή κατά του καθ' ου η εκτέλεση, που απορρέουν από τις δηλώσεις αναγνώρισης χρέους του τελευταίου αλλά και από την αποδοχή εκ μέρους του συναλλαγματικών, συνιστούν νέα αξίωση των καθ' ων η ανακοπή, που γεννήθηκε από τις παραπάνω αιτίες κατ' αυτού, οι οποίες δεν είναι προνομιακές, κατά την έννοια του νόμου, διότι δεν τελούν σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με την παροχή της εργασίας, ...

Με τα ανωτέρω δεδομένα, οι απαιτήσεις των έξι εφεσιβλήτων, ως μη εξοπλισμένες με προνόμιο του άρθρου 975 περ. 3 του ΚΠολΔ., ανέρχονται ως άθροισμα στο ποσό των 13.598,91€ [=2341,05 + 2386,29+ 2247,40 + 2398,10+ 1793,95+ 2432,12] και πρέπει, γενομένων δεκτών των αντιστοίχων κοινών λόγων εφέσεως ... να αποβληθούν από τον πίνακα κατάταξης, και πλέον κατατάσσεται το μεν ανακόπτον Δημόσιο, ως εξοπλισμένο με γενικό προνόμιο, στο 1/3 (άρθρ. 975 ΚΠολΔ), η δε ανακόπτουσα εταιρεία στα 2/3, ως έχουσα ειδικό προνόμιο (εμπράγματη εξασφάλιση) (άρθρ. 976 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, από το απομένον επιτευχθέν πλειστηρίασμα των 66.765,72ευρώ, (μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, ποσού 8.234,28 ευρώ και του ποσού των 24.120,46 ευρώ και ποσού 29.046,35 ευρώ στο οποίο κατατάχθηκε οριστικά -προνομιακά το ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, ως προς τα οποία δεν προσβλήθηκε ο πίνακας,..., αφαιρούνται οι ανωτέρω καταταγείσες, οριστικά και προνομιακά, απαιτήσεις των καθ' ων οι ανακοπές, ως άνω εργαζομένων, δηλαδή της Ε.

Ε. (Α. Ε.) V. (Β.) ποσού 2.341,05 ευρώ, S. (Σ.) N. (Ν.), ποσού 2.386,29 ευρώ, Χ. Ν. ποσού 2.247,40 ευρώ, Β. Τ. ποσού 2.398,10 ευρώ, Ε. Ζ. ποσού 1.793,95 ευρώ και L. O. ποσού 2.432,12 ευρώ, ήτοι συνολικά 13.598,91 ευρώ. Το τελευταίο ποσό διαιρείται σε 1/3 και 2/3, δηλαδή 4.532,97ευρώ και 9.065,94 ευρώ, αντίστοιχα, και στο μεν πρώτο ποσό (1/3) θα καταταχθούν οι λοιπές προνομιακές απαιτήσεις του άρθρου 975 ΚΠολΔ, στο δε δεύτερο ποσό (2/3) θα καταταχθούν οι έχουσες ειδικά προνόμια απαιτήσεις του άρθρου 976 του ίδιου Κώδικα, (δηλαδή οι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες).

Κατόπιν τούτου και με βάση τις απαιτήσεις για τις οποίες είχαν αναγγελθεί οι ανακόπτοντες, και ειδικότερα [α] το μεν Ελληνικό Δημόσιο για απαίτησή του, συνολικού ποσού 13.679,91 ευρώ, προερχόμενη από: α) εισόδημα ΦΠ οικονομικού έτους 2011, συνολικού ποσού 2014,61ευρώ, β) εισφορές και τέλος επ. οικονομικού έτους 2011 συνολικού ποσού 827,13 ευρώ, γ) πρόστιμα ΦΠΑ οικονομικού έτους 2009 ποσού 621 ευρώ, δ) ΦΠΑ οριστική βεβαίωση οικονομικού έτους 2009 συνολικού ποσού 10217,17ευρώ, που είχαν βεβαιωθεί ταμειακά, ...

και τις οποίες δεν αμφισβήτησαν οι καθ' ων η ανακοπή, ... και [β] η δε ανακόπτουσα εταιρεία "..." για απαιτήσεις της επιδικασθέντων 1) με την υπ' αριθμ 423/11 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που προέρχεται από την υπ' αριθμ 327552/28.1.2004 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, και 2) με την υπ' αριθμ 422/11 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που προέρχεται από την υπ' αριθμ .../26.9.2004 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, συνολικού ποσού 368.033,70 ευρώ,...

και για την οποία, και δη για ποσό 400.000 ευρώ, ήταν εμπραγμάτως ασφαλισμένη με πρώτη προσημείωση υποθήκης,...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τις εφέσεις του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε τις ανακοπές αυτών, μεταρρύθμισε τον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης απέβαλε από τον πίνακα αυτό τους παραπάνω καταταγέντες εργαζόμενους δανειστές, και κατέταξε στο πλειστηρίασμα που αποδεσμεύθηκε, συνολικού ποσού 13.598,91 ευρώ, στο 1/3 αυτού, ποσού 4.532,97 ευρώ, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο οριστικά και προνομιακά και στα 2/3 αυτού, ποσού 9.065,94 ευρώ, την αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία οριστικά και προνομιακά για μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών τους..".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 978 και 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνες των άρθρων 1276, 1277, 1278, 1279, 1288 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, καθώς και αυτές των άρθρων 1257 και 1268 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν ήσαν εφαρμοστέες, καθόσον στον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης και στα 2/3 του πλειστηριάσματος που αποδεσμεύτηκε, ποσού 9.065,94 ευρώ, κατέταξε την αναιρεσίβλητη προνομιακά και οριστικά, ενώ, με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι ότι το υπέγγυο ακίνητο, στο οποίο είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης υπέρ της αναιρεσίβλητης, εκποιήθηκε αναγκαστικώς πριν την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, έπρεπε στα 2/3 του πλειστηριάσματος που αποδεσμεύτηκε να κατατάξει την αναιρεσίβλητη, για την μερική ικανοποίηση της απαίτησής της, προνομιακά μεν αλλά τυχαίως και υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησής της, και, στη συνέχεια, να προβεί στην επικουρική κατάταξη του αναιρεσείοντος στο ως άνω ποσό των 9.065,94 ευρώ, οριστικά και προνομιακά, για την περίπτωση που δεν καταστεί τελεσίδικη η απαίτηση της αναιρεσίβλητης, δηλαδή ματαιωθεί η πλήρωση της ως άνω αίρεσης.

Επομένως, ο πρώτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η αναίρεση του δεύτερου λόγου αναίρεσης, διότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω λόγου αναίρεσης.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ως άνω μέρος της. Στη συνέχεια, και ενόψει του ότι οι λόγοι αναίρεσης περιορίζονται μόνο στη μεταρρύθμιση του προσβαλλομένου πίνακα, με την προαναφερθείσα κατάταξη, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση, μετά την εξαφάνιση με την προσβαλλόμενη της πρωτόδικης απόφασης, κατά το μέρος που απέρριψε τις ανακοπές του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης, τη μεταρρύθμιση του ανακοπτόμενου πίνακα κατάταξης και την αποβολή από αυτόν των καθ' ων και στις δύο ανακοπές, Ε.

Ε. (Α. Ε.) V. (Β.), S. (Σ.) N. (Ν.), Χ. Ν. του Θ., Β. Τ. του Δ., Ε. Ζ. του Ν., L. O. του M., έτσι ώστε ο ανακοπτόμενος πίνακας να αναδιατυπωθεί ως εξής: Κατατάσσει στο πλειστηρίασμα που αποδεσμεύθηκε, συνολικού ποσού 13.598 91 ευρώ, στο 1/3 αυτού, ποσού 4.532,97 ευρώ, το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο οριστικά και προνομιακά και στα 2/3 αυτού, ποσού 9.065,94 ευρώ, την ανακόπτουσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "..." προνομιακά και τυχαίως, υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησής της, προς μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, και σε περίπτωση που δεν καταστεί τελεσίδικη η απαίτηση αυτής κατατάσσει στη θέση αυτής για το ποσό των 9.065,94 ευρώ το Ελληνικό Δημόσιο, οριστικά και προνομιακά.

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 183, 176, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατ' άρθρ. 22 του Ν. 3693/1957, 183, 192 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ενεργεί υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 339/2020, ΑΠ 251/2017), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης, καθό μέρος στρέφεται κατά των 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7ης των αναιρεσίβλητων.

Αναιρεί την 171/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος, αναδιατυπώνοντας τη σχετική διάταξη κατάταξης των διαδίκων. Κατατάσσει στο πλειστηρίασμα που αποδεσμεύθηκε, συνολικού ποσού 13.598,91 ευρώ, στο 1/3 αυτού, ποσού 4.532,97 ευρώ, το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο οριστικά και προνομιακά και στα 2/3 αυτού, ποσού 9.065,94 ευρώ, την ανακόπτουσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "..." προνομιακά και τυχαίως, υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησής της, προς μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, και σε περίπτωση που δεν καταστεί τελεσίδικη η απαίτηση αυτής κατατάσσει στη θέση της για το ποσό των 9.065,94 ευρώ το Ελληνικό Δημόσιο, οριστικά και προνομιακά.

Επιβάλλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ