Supreme Court allows appeal against pension fund decision due to failure to prove settlement agreement in second instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding pension benefits. The pension fund argued that claimants voluntarily waived their right to claim the difference between old and new pension regimes by signing settlement agreements. However, the Court found the fund failed to prove the existence of a valid settlement agreement or mutual concessions in its submissions. Consequently, the Court declared the appeal admissible and remanded the case for further examination of the settlement claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The failure of a party to substantiate a claim of settlement agreement in the second instance renders the lower court's acceptance of such a claim erroneous, necessitating the remittal of the case for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 669 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 669/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 2)Ι. Τ. του Α., κατοίκου ..., 3)Π. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 4)Π. Π. του Μ., κατοίκου ..., 5)Α. Β. του Π., κατοίκου ..., 6)Α. Π. του Δ., κατοίκου ..., 7)Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 8)Κ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 9)Ν. Μ. - Κ. του Π., κατοίκου ..., 10)Δ. Δ. του Η., κατοίκου ..., 11)Ν. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 12)Α. χήρας Α. Χ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αποβιώσαντος Α. Χ. και 13)Γ. χήρας Γ. Β., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του Γ. Β., Ο 3ος δεν παραστάθηκε και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Κώτση, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφαλείας Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2008 μη οριστική, 353/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6644/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/1/2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 16/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1 και 3, 568 παρ.1 και 4 και 498 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι εάν ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν κατά τον τρόπο που ο νόμος ορίζει, η αίτηση αναίρεσης συζητείται σαν να ήταν αυτός παρών. Στη προκειμένη περίπτωση κατά την συζήτηση της κρινόμενης από 20.1.2015 αίτησης αναίρεσης που εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο κατά την αρχικώς ορισθείσα και αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (27 Σεπτεμβρίου 2016), ο τρίτος των αναιρεσειόντων Π. Λ. του Σ., ο οποίος από κοινού με τους παραστάντες λοιπούς αναιρεσείοντες - ομοδίκους του είχε επισπεύσει τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, έχοντας παράσχει την προς τούτο πληρεξουσιότητα στον παραστάντα κατά τη συζήτηση της αναίρεσης πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Φώτιο Κωτσή, δυνάμει του υπ' αριθ. .../26.2.2015 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ. Χ., δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Συνεπώς η ως άνω αίτηση αναίρεσης πρέπει να συζητηθεί, σαν να ήταν ο τρίτος των αναιρεσειόντων παρών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 871 του ΑΚ με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση, προς την οποία (αβέβαιη σχέση) εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί στην αντίθετη περίπτωση η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενομένη (άρθ. 174 και 180 του ΑΚ).
Ειδικά για τα δικαιώματα των εργαζομένων που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου όμως υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές ή πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών, και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε στη περίπτωση αυτή δεν θεωρείται ότι ο συμβιβασμός αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920 όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 Ν.
Δ/τος 4020/1959, 2 και 5 Ν.3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι έτσι αποφεύγει ο εργαζόμενος να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης. Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον ένα των συμβαλλομένων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά τυχόν άλλη σχέση (άφεση χρέους, αναγνώριση αξιώσεως) και είναι αδιάφορο το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σύμβαση ως συμβιβασμό (ΑΠ 72/2016, ΑΠ 442/2015, ΑΠ 391/2015, ΑΠ 803/2014, ΑΠ 376/2012).
Κατά τη κατάρτιση του συμβιβασμού η συνδρομή των αμοιβαίων υποχωρήσεων δεν λαμβάνεται υπό στενή τεχνική έννοια, αλλά υπό την ευρεία έννοια των συναλλαγών. Συνακόλουθα η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους (ΑΠ 937/2006). Μετά τον συμβιβασμό τερματίζεται οριστικώς η διαφορά και δεν μπορεί να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίσθηκε με τον συμβιβασμό.
Επομένως δεν μπορεί κανένα από τα μέρη να προβάλλει ξανά αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκε στο πλαίσιο του συμβιβασμού και, εάν τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με τη προβολή της γνησίας ανατρεπτικής ένστασης του συμβιβασμού (ΑΠ 990/2007). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 20 του Ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση συστήματος κοινωνικής ασφάλισης" (ΦΕΚ Α 160) ορίσθηκε ότι "Υφιστάμενα ταμεία ασφάλισης τα οποία λειτουργούν ως ΝΠΔΔ ή κλάδοι αυτών που χορηγούν παροχές, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο δημόσιας κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζομένους, μετατρέπονται σε ΝΠΙΔ με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο εκάστου Ταμείου.
Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του ΝΠΙΔ. Τα εν λόγω ταμεία με αποφάσεις των Διοικητικών τους Συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη η οποία και υποβάλλεται προς έγκριση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζουν το ύψος των παρεχομένων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε ταμείου".
Κατ' εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης, εκδόθηκε η υπ' αριθμό Φ. 80000/30226/1366/14.1.2004 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β 27), με την οποία το αναιρεσίβλητο ταμείο, που αρχικά είχε συσταθεί με τις από 29.10.1926 και 6.4.1927 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ως αυτοτελής και αυτόνομος οργανισμός, διεπόμενος από τις διατάξεις του καταστατικού του και στη συνέχεια, μετά την έκδοση του Ν.
Δ/τος 2626/1953, λειτουργούσε ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, μετατράπηκε σε Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου και συνεχίσθηκε η δραστηριότητα του, με σκοπό την καταβολή εφάπαξ παροχής στους ασφαλιζομένους σε αυτό. Με την ίδια κοινή υπουργική απόφαση εγκρίθηκε η εκπονηθείσα τον Δεκέμβριο του 2003 αναλογιστική μελέτη και το Καταστατικό του νέου φορέα.
Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 του εγκριθέντος κατά τα ανωτέρω Καταστατικού διατηρήθηκε η ιδία επωνυμία του αναιρεσίβλητου Ταμείου "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος" και ορίσθηκε ότι σκοπός του είναι η ασφάλιση των μελών του στην περίπτωση αποχωρήσεώς τους από την Υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για την καταβολή εφάπαξ παροχής, με τη διάταξη του άρθρου 2 ορίσθηκε ότι μέλη του Ταμείου είναι μεταξύ άλλων και όλοι όσοι παρέχουν τις υπηρεσίες του στη Τράπεζα με σχέση εξηρτημένης εργασίας και με τη διάταξη του άρθρου 7 καθορίσθηκε ο τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής τόσο για τους πριν την 1.1.1993, όσο και για τους μετά την 1.1.1993 υπαχθέντες στην κοινωνική ασφάλιση.
Με την μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του εν λόγω Καταστατικού ορίσθηκε ότι ασφαλισμένοι του Ταμείου Αυτασφαλείας του Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ή του πρώην Ταμείου Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος και Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος, οι οποίοι αποχώρησαν από την υπηρεσία μετά την 1.1.1993 και εισέπραξαν από το οικείο Ταμείο την κατά τον Κανονισμό του δικαιούμενη εφάπαξ παροχή μειωμένη κατά τα οριζόμενα στην παρ.3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/92 όπως ίσχυαν, δύνανται να λάβουν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή μετά από απόφαση του ΔΣ του Ταμείου, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002.
Από την μεταβατικής ισχύος ως άνω ρύθμιση του άρθρου 14 παρ.4 του Κανονισμού του αναιρεσίβλητου Ταμείου, στην οποία μάλιστα ως προς το ύψος της χορηγουμένης από αυτό συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής (σε ήδη αποχωρήσαντες μετά την 1.1.1993 και λαβόντες μειωμένη εφάπαξ παροχή κατά το μέτρο του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992 ασφαλισμένους του) γίνεται ρητή μνεία των περιορισμών του τελευταίου εδαφίου της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002 που αφορά τη διασφάλιση της αναλογιστικής ισορροπίας (βιωσιμότητας) κάθε ταμείου, συνάγεται, ενόψει και της διατύπωσης αυτής ότι οι εν λόγω ασφαλισμένοι "δύνανται να λάβουν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή μετά από απόφαση του ΔΣ του ταμείου", ότι η κατά τα άνω συμπληρωματική παροχή δεν ήταν υποχρεωτική για το αναιρεσίβλητο Ταμείο, ούτε η σχετική ρύθμιση εμποδίζει την κατάρτιση εξώδικου συμβιβασμού κατ' άρθρο 871 του ΑΚ με αντικείμενο την άμεση καταβολή της ως άνω συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής και την αποφυγή δικαστικού αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκβασης για τους ασφαλισμένους με αντίστοιχη παραίτηση αυτών από τις αξιώσεις προς λήψη της περαιτέρω διαφοράς στην εφάπαξ αποζημίωση με βάση τις προηγούμενες ρυθμίσεις του Κανονισμού του Ταμείου, χωρίς δηλαδή τους περιορισμούς της παραγράφου 3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/2002, αφού μάλιστα κατά το χρόνο θέσης σε ισχύ του εν λόγω Κανονισμού (2004) δεν είχαν εκδοθεί οι υπ' αριθ. 3, 4 και 7/2007 αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, που έκριναν το ζήτημα της συνταγματικότητας της ρύθμισης του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992.
Συνακόλουθα η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 του Κανονισμού του Ταμείου ουδόλως κωλύει τη λήψη απόφασης από το ΔΣ του αναιρεσίβλητου Ταμείου για τη ρύθμιση των σχετικών λεπτομερειών για τη καταβολή της συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής, όπως την υπογραφή εκ μέρους των αιτούντων τη λήψη της ως άνω συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής ομοιομόρφων δηλώσεων παραίτησης από τις περαιτέρω αξιώσεις τους, προκειμένου να εκταμιευθεί άμεσα το ποσό της εν λόγω συμπληρωματικής παροχής, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι κατά τα λοιπά συνέτρεχαν οι λοιπές προϋποθέσεις για τη κατάρτιση εξωδίκου συμβιβασμού.
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδάφιο α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω "πράγματα" για την στοιχειοθέτηση του εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης νοούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή εκείνοι που κατά νόμο τείνουν στη γένεση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνδέονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997).
Περαιτέρω ο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα ή απαράδεκτα που προκύπτουν από παραβάσεις διατάξεων δικονομικού μόνο δικαίου (ΟλΑΠ 12/2000). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τη προσβαλλομένη απόφαση του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, όπως δεν αμφισβητείται, τυγχάνουν δικαιούχοι εφάπαξ βοηθήματος που προβλέπεται από τις διατάξεις του Κανονισμού του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ταμείου, οι μεν ένδεκα πρώτοι ως συνταξιούχοι υπάλληλοι της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", οι δε δωδέκατη και δέκατη τρίτη ως σύζυγοι θανόντων υπαλλήλων, που είχαν θεμελιώσει το σχετικό δικαίωμα μέχρι το χρόνο θανάτου τους.
Ότι κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992 με τις οποίες καθορίσθηκε ανώτατο όριο στο εφάπαξ βοήθημα, έλαβαν μέρος του ποσού που δικαιούνταν με βάση το μηνιαίο ασφαλιστικό μισθό κάθε υπαλλήλου και το χρόνο ασφάλισης του. Ότι στη συνέχεια οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες σε εκτέλεση αποφάσεων του Διευθυντή του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου έλαβαν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 παρ.20 του ν. 3029/2002 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του Καταστατικού του Ταμείου, που εγκρίθηκε με την ΚΥΑ 80000/30226/1366/2004, με την οποία επιπλέον το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο μετατράπηκε από ΝΠΔΔ σε ΝΠΙΔ με την ίδια επωνυμία και αποτελεί καθολικό διάδοχό του.
Ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ζήτησε προηγουμένως από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες να δηλώσουν εγγράφως ότι με την παραπάνω συμπληρωματική καταβολή ικανοποιείται πλήρως κάθε αξίωσή τους κατά του εναγομένου για εφάπαξ παροχή στηριζομένη στην εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 2084/1992 και ότι παραιτούνται από κάθε συναφή απαίτησή τους με αφορμή την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 57 του ν. 2084/1992.
Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ανταποκρινόμενοι θετικά στη πρόταση αυτή του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, προχώρησαν στη συμβιβαστική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς, όπως προκύπτει από τα από 26-3-2004, 14-5-2004, 2-4-2004, 29-12-2004, 12-5-2004, 29-3-2004, 11-8-2004, 10-3-2004, 29-3-2004, 28-1-2004, 30-3-2004, 27-5-2004 και 30-11-2004 προσκομιζόμενα και επικαλούμενα ιδιωτικά συμφωνητικά που κατάρτισαν με αυτό ο καθένας χωριστά από τους 1ο, 2ο, 3ο, 4ο, 5ο, 6ο,7ο, 8ο, 9ο, 10ο, 11ο, 12η και 13η των εναγόντων αντίστοιχα.
Ότι ειδικότερα οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με τα υπόψη συμφωνητικά δήλωναν ότι αποδέχονταν να λάβουν τη διαφορά, όπως αυτή είχε προσδιοριστεί με τις αποφάσεις του Διευθυντή του Ταμείου και ότι παραιτούνταν πάσης περαιτέρω συναφούς απαιτήσεώς τους. Ότι το γεγονός αυτό συνομολογείται από όλους τους ενάγοντες.
Ότι έτσι καταρτίσθηκαν τα παραπάνω συμφωνητικά μεταξύ καθενός από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες και αφετέρου του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, στα οποία συμπεριελήφθη η παραπάνω δήλωση των εναγόντων. Ότι και μετά την παραπάνω καταβολή πάντως, το εφάπαξ βοήθημα που οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες είχαν εισπράξει υπολειπόταν εκείνου που δικαιούνταν να εισπράξουν χωρίς την εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 περί καθορισμού ανωτάτου ορίου στο εφάπαξ βοήθημα και συγκεκριμένα υπολειπόταν κατά τα αναγραφόμενα στη προσβαλλομένη απόφαση επί μέρους ποσά για τον καθένα των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, για το ύψος των οποίων δεν διατυπώνεται κάποια αντίρρηση από τους διαδίκους.
Ότι κατά τους προαναφερόμενους χρόνους που καταρτίσθηκαν οι ως άνω συμβιβαστικές συμφωνίες, υπήρχε σοβαρή αμφισβήτηση και αβεβαιότητα σχετικά με τα ένδικα δικαιώματα των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και συγκεκριμένα σχετικά με τη συνταγματικότητα ή μη της διάταξης του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 και της περαιτέρω εφαρμογής της ή μη κατά την καταβολή της εφάπαξ αποζημίωσης από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, δεδομένου ότι είχαν εκδοθεί αντίθετες ως προς το ζήτημα αυτό αποφάσεις τόσο από τα διοικητικά όσο και από τα πολιτικά δικαστήρια, τις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναφέρει στο σκεπτικό του με μνεία του αριθμού αυτών και της σχετικής κρίσης του Δικαστηρίου.
Ότι μετά την έκδοση των μνημονευομένων στην προσβαλλομένη απόφαση αντιθέτων αποφάσεων του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, το εν λόγω ζήτημα ήχθη προς επίλυση ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, το οποίο με τις υπ' αριθ. 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του έκρινε κατά πλειοψηφία ότι η διάταξη του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992 κατά το μέρος που θεσπίζει περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται στους ασφαλισμένους του εναγομένου Ταμείου, οι οποίοι εξήλθαν από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.1993 έως τη πλήρη κατάργηση της καταβαλλομένης στο κλάδο πρόνοιας του Ταμείου εργοδοτικής εισφοράς, αντίκειται στα άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.5 του Συντάγματος, διότι ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων, οι οποίοι ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν το ίδιο εφάπαξ βοήθημα με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, που δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος.
Ότι μετά από αυτά οι συμβιβασμοί είναι έγκυροι, διότι με τη συμφωνία που περιέχουν λύθηκε σοβαρή και όχι προσχηματική αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα σχετικά με το ύψος του εφάπαξ και με αμοιβαίες υποχωρήσεις αυτές επιλύθηκαν. Ότι η σοβαρή αβεβαιότητα αναφερόταν στη συνταγματικότητα ή μη του άρθρου 57 του ν. 2084/1992, ενώ οι αμοιβαίες υποχωρήσεις τους συνίσταντο για μεν τους ενάγοντες στο ότι συμφώνησαν να λάβουν μέρος του όλου εφάπαξ, κατά πολύ όμως ανώτερο από το ποσό που είχε υπολογισθεί με το πλαφόν της ως άνω διάταξης, το δε εναγόμενο κατέβαλε μέρος μόνο αυτού, το οποίο ωστόσο υπερέβαινε κατά πολύ το όριο που είχε τεθεί από το άρθρο 57 του ν. 2084/1992, ενώ όλοι οι διάδικοι απέφυγαν με τους συμβιβασμούς αυτούς να αποδοθούν σε δικαστικό αγώνα, που κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν αβέβαιης διάρκειας και έκβασης.
Ότι τα όσα αντίθετα επικαλούνται οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ότι δηλαδή πρόκειται για εκ μέρους τους παραίτηση από το δικαίωμα παροχής εφάπαξ αποζημίωσης που στηρίζεται σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και ως εκ τούτου είναι άκυρη και ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο τους επέβαλε μονομερώς τις προϋποθέσεις καταβολής της συμπληρωματικής παροχής είναι απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμα, σύμφωνα με τα όσα αποδείχθηκαν.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία. Με τον πρώτο εκ του αριθμού 1 και επικουρικά εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε ως έγκυρη την κατάρτιση σύμβασης συμβιβασμού με περιεχόμενο παραίτηση από δικαιώματα που απορρέουν από διατάξεις δημόσιας τάξης της εργατικής νομοθεσίας.
Όμως σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως είναι επιτρεπτή η κατάρτιση σύμβασης συμβιβασμού με αντικείμενο δικαιώματα του εργαζομένου που απορρέουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου της εργατικής νομοθεσίας, υπό τον όρο συνδρομής των προαναφερθεισών προϋποθέσεων της σοβαρής αμφισβήτησης ή αβεβαιότητας ως προς την ύπαρξη ή το εύρος αυτών και της επίλυσης της διαφοράς με αμοιβαίες υποχωρήσεις προς αποφυγή δικαστικού αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης, προϋποθέσεις των οποίων τη συνδρομή δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του.
Κατά συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και στη συνέχεια εφήρμοσε τις διατάξεις περί συμβιβασμού στις επίδικες εργατικές αξιώσεις. Ο ίδιος εκ του αριθμού 14 του ιδίου άρθρου προβαλλόμενος λόγος της παρά το νόμο μη κήρυξης ακυρότητας των συμφωνητικών που καταρτίσθηκαν είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού η επικαλούμενη παραβίαση δεν αφορά παραβιασθείσα διάταξη δικονομικού δικαίου.
Περαιτέρω με τον δεύτερο από το αριθμό 1 και επικουρικά από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι εσφαλμένως δέχθηκε τη κατάρτιση σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού, ενώ επρόκειτο περί άκυρης παραίτησης των αναιρεσειόντων από τη λήψη μέρους της εφάπαξ παροχής των, που τους επιβλήθηκε μονομερώς από το αναιρεσίβλητο ταμείο με την υποχρέωση αυτών να προσχωρήσουν σε προδιατυπωμένες και ομοιόμορφες δηλώσεις παραίτησης σε σύντομο διάστημα προκειμένου να λάβουν τη συμπληρωματική εφάπαξ παροχή, και μάλιστα κατά παράβαση του άρθρου 14 παρ.4 του εγκριθέντος ως άνω Καταστατικού του αναιρεσιβλήτου Ταμείου, αφού τοιαύτη παραίτηση δεν προβλεπόταν στην πιο πάνω ρύθμιση, τις οποίες δηλώσεις αυτοί υπέγραψαν προκειμένου να λάβουν τη συμπληρωματική εφάπαξ παροχή προς αντιμετώπιση των οικογενειακών και προσωπικών τους αναγκών και ενώ είχαν κατά το χρόνο υπογραφής των πιο πάνω εγγράφων παραιτήσεων αντικρουόμενες απόψεις σχετικά με την συνταγματικότητα ή μη της διάταξης του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 και αγνοώντας με ευθύνη των υπαλλήλων του ταμείου την έκδοση δικαστικών αποφάσεων υπέρ των απόψεών τους, όπως την υπ' αριθ. 17/2005 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου.
Οι επικαλούμενες στον ανωτέρω δεύτερο λόγο ως άνω πλημμέλειες που αναφέρονται στις κατά τους αναιρεσείοντες συνθήκες υπό τις οποίες υπογράφηκαν οι ως άνω δηλώσεις παραίτησης από τη λήψη των περαιτέρω διαφορών για την από αυτούς λήψη της συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης συμβιβασμού και όχι "πράγματα" και ως εκ τούτου δεν ιδρύουν τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, παραλλήλως δε κατά το μέρος που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη κατάρτιση σύμβασης συμβιβασμού ο σχετικός λόγος είναι απαράδεκτος.
Κατά το μέρος δε που με τον λόγο αυτό προσάπτεται η παράβαση του άρθρου 14 παρ. 4 του Καταστατικού του αναιρεσίβλητου Ταμείου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατά τα ήδη αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ ο σχετικός λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης νοούνται, μεταξύ άλλων, και οι ουσιαστικές ενστάσεις, όπως τυγχάνει η ένσταση συμβιβασμού (άρθ. 871 του ΑΚ) που συνιστά γνήσια, αυτοτελή και ανατρεπτική ένσταση, η παραδοχή της οποίας έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής κατά το μέρος που η τελευταία αφορά αξιώσεις από τις οποίες ο ενάγων παραιτήθηκε στο πλαίσιο του συμβιβασμού.
Επομένως τον ανωτέρω εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ στοιχειοθετεί και η παραδοχή ενστάσεως, όπως η ένσταση συμβιβασμού, που δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε νομίμως, εκτός αν πρόκειται για ένσταση που μπορούσε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 1938/2008), περίπτωση περί της οποίας δεν πρόκειται.
Από την προαναφερθείσα δε διάταξη του άρθρου 871 του ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ 1 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, προκύπτει ότι, ανεξαρτήτως του δοθέντος από τα μέρη νομικού χαρακτηρισμού, πρέπει για την παραδοχή αυτής να έχουν αναφερθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά που συνιστούν το πραγματικό αυτής και επάγονται την επιδιωκομένη έννομη συνέπεια (ΑΠ 488/2008, ΑΠ 824/2003).
Στη προκειμένη περίπτωση με το τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της ισχυρισμό περί συμβιβασμού των μερών, αν και τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προταθεί από το αναιρεσίβλητο Ταμείο ως λόγος έφεσης, αλλά ούτε και πρωτοδίκως, όπως δέχθηκε άλλωστε και η προσβαλλομένη απόφαση.
Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 3.8.2012 και με αριθ. κατ. 5497/2012 έφεσης που επισκοπεί το Δικαστήριο για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναίρεσης, με τους υπό στοιχεία III και IV λόγους έφεσης το εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο Ταμείο διέλαβε τον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι είχαν με βάση τις ρυθμίσεις του νέου Καταστατικού αυτού τη διακριτική ευχέρεια είτε να υπαχθούν στο νέο καθεστώς προσδιορισμού της εφάπαξ παροχής και να λάβουν ολόκληρη την προβλεπομένη από τις διατάξεις του συμπληρωματική εφάπαξ παροχή, την οποία και έλαβαν, είτε να εμμείνουν στη ρύθμιση του προηγουμένου καθεστώτος και να λάβουν απομειωμένη εφάπαξ παροχή, διεκδικώντας δικαστικώς τη διαφορά, αυτοί δε ελευθέρως επέλεξαν το πρώτο και συνακόλουθα νομίμως παραιτήθηκαν των περαιτέρω αξιώσεων των υπογράφοντας τα σχετικά συμφωνητικά, ως παρεπόμενη συνέπεια της επιλογής των.
Ο ανωτέρω ισχυρισμός, με τον οποίο το αναιρεσίβλητο Ταμείο ουσιαστικά επικαλέσθηκε απόσβεση των επιδίκων αξιώσεων μετά την άσκηση του δικαιώματος επιλογής των εναγόντων-εφεσιβλήτων απορρέουσας από τις νέες ρυθμίσεις του Καταστατικού του περί καταβολής συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής (άρθ. 306 του ΑΚ) και τη συνακόλουθη παραίτηση από αυτές ως παρεπομένη συνέπεια, δεν διαλαμβάνει τα κατά νόμο στοιχεία του συμβιβασμού, αφού στους ως άνω λόγους δεν γίνεται καθόλου μνεία της υπάρχουσας αβεβαιότητας για κάποια έννομη σχέση και σε τι αφορούσε αυτή, ούτε των αμοιβαίων υποχωρήσεων των μερών κατά τη κατάρτιση των σχετικών συμφωνητικών παραίτησης και σε τι συνίσταντο οι υποχωρήσεις αυτές.
Σημειώνεται ότι ουδέν επιπλέον διαλαμβάνεται στις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του εκκαλούντος-αναιρεσίβλητου ταμείου που να αφορά τον πιο πάνω ισχυρισμό. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που με την προσβαλλομένη απόφασή του εκτίμησε τον ανωτέρω περί παραίτησης των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων λόγο έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου ταμείου ως προβληθέντα από το τελευταίο ισχυρισμό περί συμβιβασμού, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που δεν είχαν προταθεί.
Επομένως ο περί τούτου εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, παρελκούσης της έρευνας του τετάρτου και τελευταίου λόγου, αφορώντος τη συνδρομή ή μη των κατά νόμο προϋποθέσεων της παραδεκτής προβολής της ένστασης συμβιβασμού, το πρώτον στη δευτεροβάθμια δίκη, ως οψιγενούς ισχυρισμού.
Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ταμείο, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 6644/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή για περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ταμείο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ