Supreme Court dismisses appeal on air shaft usage rights, upholding lower court's interpretation of contract terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding air shaft usage rights. The appellant argued that the lower court erred in applying substantive law and interpreting the contract, but the court found no violation of legal rules. The court determined that the lower court correctly interpreted the contractual ambiguity to allow usage beyond the basement, thereby protecting the co-owners' rights and good faith principles.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) & 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court correctly applied substantive law and provided sufficient reasoning, as the appellant failed to demonstrate a violation of legal rules or a lack of adequate justification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 669 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 669/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ελένης Θαλασσινού και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. Χ. του Α. και 2. Μ. Κ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γρηγόριο Παπαδόγιαννη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1108/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 597/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 31-5-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 12-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που, απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεώς της, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα "συναλλακτικά ήθη (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3, 4 παρ.1, 5 περ.α' , 13 του ν. 3741/1929, 785, 787, 1002 και 1117 ΑΚ προκύπτει, ότι κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, για την οποία έχει συσταθεί εγκύρως οριζόντια ιδιοκτησία, δικαιούται, λόγω της αναγκαίας συγκυριότητάς του επί των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής, να κάνει απόλυτη χρήση τούτων, αρκεί να μη βλάπτει τα αντίστοιχα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών και να μη μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό των μερών αυτών, εκτός αν, με δεσμευτική γι' αυτόν δικαιοπρακτική ρύθμιση, το δικαίωμα αυτό έχει παραχωρηθεί αποκλειστικώς σε έναν ή ορισμένους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων της οικοδομής.
Αν και πότε θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή υπάρχει μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών με τη χρήση τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες, κρίνεται, κατά περίπτωση, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και στο πλαίσιο του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής λειτουργίας της σχέσεως της οροφοκτησίας.
Ειδικότερα, βλαπτική για τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών είναι η χρήση που εμποδίζει ή δυσχεραίνει υπερμέτρως αυτούς στη χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους ή και στη σύγχρηση των κοινών μερών, ενώ μεταβολή του συνήθους προορισμού προκαλείται όταν η συγκεκριμένη χρήση αλλοιώνει τον προορισμό των κοινών μερών, που ορίζεται με δικαιοπρακτική ρύθμιση ή, σε περίπτωση ελλείψεώς της, προκύπτει από τη φύση των πραγμάτων και τον σκοπό που αυτά υπηρετούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας στη λειτουργία της οροφοκτησίας, καθώς και από τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Έτσι, η "χρήση", με την οποία βλάπτονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή και επέρχεται μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών, είναι αόριστη νομική έννοια, η εξειδίκευση της οποίας από το δικαστήριο της ουσίας υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, κάθε ιδιοκτήτης, εφόσον βλάπτεται από μια τέτοια χρήση, έχει το δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (ΑΠ 357/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εναγόμενη περί τα έτη 1982-1983 επί οικοπέδου, εμβαδού 203,20 τετρ. μέτρων, κυριότητός της, ανήγειρε διώροφη οικοδομή, που βρίσκεται επί της συμβολής των οδών ...
αριθμ. 190 και ... αριθμ. 44Α στην ... . Με την υπ' αριθμ. .../06.10.1987 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Μήτσου, νομίμως μεταγραφείσα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λιοσίων, συνέστησε οριζόντια ιδιοκτησία και κατήρτισε τον κανονισμό της οικοδομής, υπαγάγοντας αυτή στις διατάξεις του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", όπως τροποποιήθηκε με το ν.δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ.
Συγκεκριμένα δημιουργήθηκαν δύο αυτοτελείς διηρημένες οριζόντιες ιδιοκτησίες στο ημιυπόγειο, που χαρακτηρίσθηκαν ως αποθήκες - καταστήματα, με πρόσοψη επί της οδού ..., επιφανείας 27,30 και 25,35 τετρ. μέτρων η καθεμία και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 10/100 η καθεμία, μία αυτοτελής διηρημένη ιδιοκτησία (διαμέρισμα) στο υπερυψωμένο ισόγειο, επιφανείας 75,44 τετρ.
μέτρων, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 20/100 καθώς και ένα διαμέρισμα στον πρώτο όροφο, επιφανείας 80,92 τετρ. μέτρων, με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 20/100. Με τη νομίμως μεταγεγραμμένη υπ' αριθμ. .../22.01.1992 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών η πρώτη εναγόμενη μεταβίβασε κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως στη δεύτερη εναγόμενη, θυγατέρα της αδελφής της Μαρίας, το ημιτελές τότε διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, ενώ μετά τη διόρθωση της συστατικής πράξης της οροφοκτησίας ως προς το χαρακτηρισμό των δύο αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών του ημιυπόγειου από αποθήκες-καταστήματα μόνον σε αποθήκες με την υπ' αριθμ. 5669/15.02.2001 νομίμως μεταγεγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Βουδούρη, η πρώτη εναγομένη με τη νομίμως μεταγεγραμμένη υπ' αριθμ. .../22.02.2001 πράξη του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή στον αδελφό της - ενάγοντα τις δύο αυτές αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες του ημιυπόγειου, τις οποίες στη συνέχεια ο ίδιος συνένωσε και διαρρύθμισε σε διαμέρισμα, όπου έκτοτε διαμένει με την οικογένειά του.
Σημειωτέον ότι το διαμέρισμα αυτό έχει ανεξάρτητη είσοδο από την οδό ..., ενώ οι λοιπές οριζόντιες ιδιοκτησίες της οικοδομής έχουν είσοδο από την οδό ... .
Συνεπώς, οι διάδικοι είναι ιδιοκτήτες των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής αυτής, συγκύριοι δε και συννομείς στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της, στους οποίους, σύμφωνα με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη και μετά την τροποποίηση αυτής, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται το κλιμακοστάσιο, οι διάδρομοι, δύο αποθήκες στο υπόγειο, το φρέαρ του ανελκυστήρα και το δώμα, ενώ το δικαίωμα της καθ' ύψος επέκτασης της οικοδομής με ποσοστό συνιδιοκτησίας 40/100 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου ανήκει αποκλειστικά στην πρώτη εναγόμενη.
Αφ' ότου κατασκευάσθηκε η οικοδομή αυτή και μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν έγινε εγκατάσταση ανελκυστήρα στον για το λόγο αυτό αφεθέντα χώρο, αφ' ενός για οικονομικούς λόγους και αφ' ετέρου διότι δεν υπήρχε ιδιαίτερη επιτακτική ανάγκη για την εγκατάστασή του, αφού η οικοδομή διαθέτει μόνον ημιυπόγειο, υπερυψωμένο ισόγειο και πρώτο όροφο και δεν έχει ακόμη ανεγερθεί δεύτερος όροφος.
Στις αρχές του έτους 2006 οι δύο εναγόμενες το χώρο του φρέατος του ανελκυστήρα του υπερυψωμένου ισογείου η πρώτη και του πρώτου ορόφου η δεύτερη, που βρίσκεται δίπλα από το διαμέρισμα καθεμιάς, μετέτρεψαν προσωρινά σε αποθήκη, τοποθετώντας ως βάση ένα σιδηρό πλαίσιο, στο οποίο προσαρμόστηκε συρμάτινο πάτωμα και μία ξύλινη πόρτα, χώρο, τον οποίο έκτοτε χρησιμοποιούν για την εναπόθεση ειδών καθαριότητας (σκούπες, κουβάδες, απορρυπαντικά).
Ο ενάγων εναντιώθηκε στην από τις εναγόμενες κατάληψη και μετατροπή αυτή του κοινόχρηστου χώρου του φρέατος του ανελκυστήρα σε αποθήκες αρχικά με την επίδοση στις εναγόμενες της από 09.03.2007 εξώδικης διαμαρτυρίας -δήλωσης και στη συνέχεια με την άσκηση της ένδικης αγωγής, υποστηρίζοντας ότι προσβάλλεται το δικαίωμα αυτού σύγχρησης του κοινόχρηστου χώρου, αφού καθίσταται αδύνατη η τοποθέτηση ανελκυστήρα.
Όμως, στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη και κανονισμό της οικοδομής, καθώς και στη μεταγενέστερη τροποποιητική αυτής συμβολαιογραφική πράξη, όπου γίνεται περιγραφή των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων του υπογείου, συνολικής επιφανείας 27,26 τετρ. μέτρων, δηλαδή το κλιμακοστάσιο προσπέλασης προς το ισόγειο, ο κοινόχρηστος διάδρομος, το φρέαρ του ανελκυστήρα, μία μεγάλη αποθήκη που χρησιμοποιείται ως λεβητοστάσιο και αποθήκη καυσίμων και μία μικρή αποθήκη, περιέχεται και ο εξής όρος "όποιος χώρος δεν χρησιμοποιείται ως κοινόκτητος και κοινόχρηστος, ανήκει αποκλειστικά στην εδώ εμφανισθείσα", δηλαδή στην πρώτη εναγόμενη.
Ερμηνευομένης δε της άνω δικαιοπρακτικής βούλησης της πρώτης εναγόμενης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεδομένου ότι κατά τη διατύπωση του όρου αυτού υφίσταται ασάφεια και αμφιβολία ως προς το είδος του δικαιώματος, το οποίο η πρώτη εναγόμενη επεφύλαξε για τον εαυτό της σε περίπτωση που κάποιος εκ των οριζομένων ως κοινοχρήστων χώρων δεν ήθελε χρησιμοποιηθεί ως τοιούτος, θα πρέπει να γίνει δεκτό, σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ότι πρόκειται για το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης.
Η πρώτη εναγόμενη, συνεπώς, σύμφωνα με τον άνω ρητό όρο του κανονισμού, μέχρις ότου χρησιμοποιηθεί ο άνω κοινόχρηστος χώρος για το λόγο που προβλέφθηκε ως τέτοιος, δηλαδή μέχρι να αποφασισθεί και εγκατασταθεί ανελκυστήρας στην εν λόγω οικοδομή, έχει το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του φρέατος του ανελκυστήρα και βέβαια όχι μόνον του χώρου του υπογείου, όπου ρητή γίνεται αναφορά, αλλά και της ύπερθεν αυτού αέρινης στήλης καθ' όλο το ύψος της οικοδομής, την οποία εκ κατασκευής θα καταλάβει, όταν ο ανελκυστήρας εγκατασταθεί.
Η πρώτη εναγόμενη κατά τη σύσταση της οροφοκτησίας και κατάρτιση του κανονισμού προέβη μονομερώς, όπως είχε δικαίωμα, στη θέσπιση του άνω όρου, που δεσμεύει και τους ειδικούς διαδόχους αυτής, μεταγενέστερους ιδιοκτήτες, που προσχώρησαν στον κανονισμό, αφού οι διατάξεις του έχουν ισχύ νόμου μεταξύ των συνιδιοκτητών και παραμένουν έγκυρες και ισχυρές ακόμα και όταν έρχονται σε αντίθεση με αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας, εφ' όσον αυτές επισύρουν για την παράβαση μόνον διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις.
Ο δε ενάγων, αφ' ης αποδέχθηκε τη δωρεά εν ζωή των δύο αποθηκών του ημιυπόγειου, που συνέστησε υπέρ αυτού η πρώτη εναγόμενη - αδελφή του και τις οποίες στη συνέχεια μετέτρεψε σε διαμέρισμα, όπου διαμένει με την οικογένειά του και με το ίδιο δωρητήριο συμβόλαιο προσχώρησε ανεπιφύλακτα στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη και τον κανονισμό της οικοδομής, δεν μπορεί μεταγενέστερα να αμφισβητήσει τον άνω τεθέντα όρο και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης στο φρέαρ του ανελκυστήρα που επεφύλαξε για τον εαυτό της η πρώτη εναγόμενη που συνέστησε την οροφοκτησία.
Η εκ μέρους της συνεπώς κατασκευή στον διαστάσεων 1,00 Χ 1,30 μ. χώρο του φρέατος του ανελκυστήρα στο υπερυψωμένο ισόγειο δίπλα από την είσοδο του διαμερίσματός της και αποκλειστική χρήση της πρόχειρης αυτής αποθήκης, καθώς και η αντίστοιχη κατασκευή στον πρώτο όροφο, που κατά παραχώρηση του σχετικού δικαιώματός της επέτρεψε στη δεύτερη εναγόμενη, ανεψιά της, που έκτοτε αυτή χρησιμοποιεί δεν είναι παράνομες, όπως ο ενάγων υποστηρίζει.
Εξ άλλου, ιδιαίτερα θα πρέπει να επισημανθεί, ότι πρόκειται για προσωρινές κατασκευές, οι οποίες ευχερώς μπορούν να αποξηλωθούν, εφ' όσον οι συνιδιοκτήτες αποφασίσουν να εγκαταστήσουν ανελκυστήρα, ουδέ αυτές προσβάλλουν την αισθητική της οικοδομής, ούτε έχουν επιπτώσεις στην στατικότητά της.
Συνεπώς, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκρινε άλλως και έκανε δεκτή την αγωγή, υποχρεώνοντας τις εναγόμενες να αφαιρέσουν τις άνω κατασκευές από το φρέαρ του ανελκυστήρα, αποδίδοντας αυτό στην κοινή χρήση όλων των συνιδιοκτητών, άλλως να επιτραπεί στον ενάγοντα να πράξει τούτο με δαπάνες των εναγομένων, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων και θα πρέπει κατά παραδοχή του σχετικού τρίτου λόγου έφεσης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, να εξαφανιστεί".
Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200, 1002 και 1117 του ΑΚ, 1, 2 παρ.1, 3, 4 παρ.1, 5 περ.α' , 13 του ν. 3741/1929, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι με συμφωνία των διαδίκων που περιεβλήθη το συμβολαιογραφικό τύπο καθορίστηκε επιτρεπτά η χρήση επί της κοινόχρηστης αέρινης στήλης του ανελκυστήρα της ένδικης οικοδομής υπέρ των αναιρεσιβλήτων και ότι η χρήση αυτή κατά την ερμηνεία του αντίστοιχου συμβατικού όρου με βάση τους προαναφερθέντες κανόνες επεκτάθηκε εκτός από το δάπεδο του φρεατίου του ανελκυστήρα σε όλη την αέρινη στήλη του ισογείου και του πρώτου ορόφου, όπου εκτείνονται οι αυτοτελείς ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της "χρήσης" από την οποία βλάπτονται δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών και της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών προς τις οποίες συμπορεύεται το ερμηνευτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης στο οποίο κατέληξε ερμηνεύοντας τον αντίστοιχο συμβατικό όρο στον οποίο ανέλεγκτα διέκρινε την ύπαρξη ασάφειας δεκτικής ερμηνείας.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ.183 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-5-2012 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 597/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ