Supreme Court remands case for retrial on calculation of Christmas bonus based on employment duration from May to December.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Thessaloniki Court of Appeal's final judgment regarding a bank employee's Christmas bonus claim. The bank argued the bonus should be calculated from January, but the employee contended the law requires calculation from May to December for partial-year employment. The court found the lower court erred in applying the statutory formula for partial employment periods, which mandates using the May-to-December interval for Christmas bonuses. Consequently, the case was remanded for a new trial with a different panel of judges to recalculate the award correctly.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 576(1) of the Code of Civil Procedure; The court must remand a case for retrial when the lower court misapplies statutory formulas for calculating partial-year employment bonuses, specifically requiring the May-to-December period for Christmas bonuses rather than the full calendar year.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 669 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 669/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA BANK A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανέστη Κωνσταντέλια και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2011 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/7/2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 2/3/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου και την απόρριψη των λοιπών αναιρετικών λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθμ. 10438Β/ 27-9-2011 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καβάλας ..., προκύπτει ότι αντίγραφο της ένδικης αίτησης, για αναίρεση της 23/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θράκης, με την πράξη ορισμού δικασίμου, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από την σειρά του οικείου πινακίου ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να συζητηθεί, όμως, η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτός παρών ( άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, "αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού δικαιώματος".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος ήταν υπάλληλος της αναιρεσείουσας Τράπεζας και υπηρετούσε ως Δ/ντής του Υποκαταστήματος Καβάλας. Η αναιρεσείουσα κατήγγειλε την επίδικη εργασιακή σχέση, για σοβαρούς, υπηρεσιακούς λόγους.
Ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 10-10-2006 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εν λόγω καταγγελίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να του καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας, στις οποίες περιλαμβάνονταν και τα επιδόματα εορτών και αδείας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 59/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία απορρίφθηκε αυτή στο σύνολό της.
Κατά της εν λόγω αποφάσεως ασκήθηκε έφεση εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την πλήρη αποδοχή της αγωγής του. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε από το Εφετείο η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε, καθό μέρος ο εκκαλών παρεπονείτο, για ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας και έγινε δεκτή (η έφεση) ως προς το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση επιδόματος εορτών και αδείας.
Με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησής της, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με το να ερευνήσει την αγωγή και ως προς το σκέλος της περί καταβολής επιδόματος αδείας και εορτών, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν με την έφεση, καθόσον δεν υπάρχει σ' αυτή ειδικό παράπονο, που να αναφέρεται στην απόρριψη του αγωγικού αυτού αιτήματος. Ο λόγος αυτός, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον, από το συνολικό περιεχόμενο της άνω εφέσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος προέβαλε παράπονο και για την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού, γενικά, υποστηρίζει, για τους λόγους, που αναλυτικά αναφέρονται στο εφετήριο, ότι δεν έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή του, ότι δεν συνέτρεχε λόγος καταγγελίας και ότι, συνεπώς, εδικαιούτο να λάβει τις εν γένει αποδοχές του (στις οποίες, προδήλως, περιλαμβάνονται και τα ως άνω επιδόματα) και, εν τέλει, ζητεί, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή της "στο σύνολό της". Επομένως, το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν νόμιμα ενώπιόν του.
Κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν.δ. 490/1974, για την επαναφορά ισχυρισμών που προβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η επίκληση με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις, ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη, αλλά πρέπει να γίνεται αναφορά, έστω και περιληπτικά, των ισχυρισμών που προτάθηκαν πρωτόδικα (Ολ.Α.Π. 23/2008, Α.Π. 806/2009, 1511/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο υπό στοιχ. α' αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθ. 8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., διότι " δεν έλαβε υπόψη του, άλλως απέρριψε αναιτιολόγητα τον ισχυρισμό της, περί καταβολής στον αναιρεσίβλητο των επιδομάτων αδείας και Χριστουγέννων".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα των προτάσεων της αναιρεσείουσας, ενώπιον του εφετείου, δεν προκύπτει ότι ισχυρισμός, περί καταβολής στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο των ως άνω επιδομάτων, υποβλήθηκε νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Ειδικότερα αναφέρεται στην ένδικη αίτηση ότι η αναιρεσείουσα υπέβαλε στο πρωτόδικο δικαστήριο, αντικρούοντας το αγωγικό αίτημα, για οφειλές αδείας, επιδόματος αδείας και επιδόματος Χριστουγέννων, τον ισχυρισμό της καταβολής αυτών. Περαιτέρω υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι τον εν λόγω, περί εξοφλήσεως, ισχυρισμό, επανέφερε "ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου", με τις έγγραφες προτάσεις της, χωρίς, όμως, το εφετείο να τον λάβει υπόψη του.
Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτού, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν επαναφέρθηκε νόμιμα και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 237 και 240 Κ.Πολ.Δικ, αφού, για την επαναφορά τη ένστασης αυτής δεν ήταν αρκετή η αναφορά στις προτάσεις ότι "επικαλούμεθα και προσάγουμε ... τις από 27-2-2007 προτάσεις μας μετά τις όπισθεν αυτών προσθήκης, που υποβλήθηκαν στο πρωτόδικο δικαστήριο, κατά τη συζήτηση της αγωγής του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, στις οποίες και αναφερόμεθα, προσάγοντες πάλι και επικαλούμενοι όλα τα δι' αυτών προσαχθέντα ...
έγγραφα, ώστε να αποτελέσουν ενιαίο σώμα με τις παρούσες προτάσεις μας", αλλά έπρεπε να αναφέρεται, έστω και περιληπτικά, ο εν λόγω, περί εξοφλήσεως ισχυρισμός της αναιρεσείουσας στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της, πράγμα το οποίο δεν έχει γίνει (Ολ.Α.Π. 23/2008, A.Π. 446/2011, 476/2011, 139/2010).
Συνεπώς, ο δεύτερος αυτός αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 της υπ' αριθμ. 19040/1981 κοινής Υπουργικής Αποφάσεως (Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, ΦΕΚ Β'742/1981): "Όλοι οι μισθωτοί, που αμείβονται με μισθό ή με ημερομίσθιο, δικαιούνται, από τους πάσης φύσεως εργοδότες του: α) Επίδομα εορτών Χριστουγέννων ίσο με ένα μηνιαίο μισθό για τους αμειβόμενους με μισθό και με 25 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο και β) Επίδομα εορτών Πάσχα, ίσο με μισό μηνιαίο μισθό, για τους αμειβόμενους με μισθό, και με 15 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο. 2.
Τα ανωτέρω επιδόματα καταβάλλονται στο ακέραιο εφόσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκησε ολόκληρη τη χρονική περίοδο, στην περίπτωση του επιδόματος εορτών Πάσχα από 1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου και στην περίπτωση του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων από 1 Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. 3.
Από τους ανωτέρω μισθωτούς, εκείνοι, που η σχέση εργασίας τους με τον υπόχρεο, στην καταβολή του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, εργοδότη, δεν διήρκησε ολόκληρο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δικαιούνται : α) Σαν επίδομα εορτών Χριστουγέννων, ποσό ίσο με 2/25 του μηνιαίου μισθού ή δύο (2) ημερομίσθια, ανάλογα με το συμφωνημένο τρόπο αμοιβής, για κάθε δεκαεννεαήμερο χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής σχέσεώς τους, και β) Σαν επίδομα εορτών Πάσχα ποσό ίσο με το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού ή ένα ημερομίσθιο, ανάλογα με τον συμφωνημένο τρόπο αμοιβής, για κάθε 8ήμερο χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής σχέσεώς τους, μέσα στις χρονικές περιόδους που αναφέρονται στην παρ.2 του παρόντος άρθρου.
Για χρονικό διάστημα μικρότερο του 19 ημέρου ή του 8ημέρου, αντίστοιχα, δικαιούνται ανάλογο κλάσμα. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνοντας επί του ύψους του δικαιουμένου από τον αναιρεσίβλητο επιδόματος εορτών Χριστουγέννων, δέχθηκε τα εξής: "Η συνδέουσα τον ενάγοντα με την εναγομένη σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε στις 27-6-2006 και επομένως οφειλόταν στον ενάγοντα η καταβολή δώρου Χριστουγέννων του ιδίου έτους, αναλόγου της διαρκείας της εργασιακής συμβάσεως του έτους αυτού ...
Ενόψει δε του ότι η διάρκεια αυτή ήταν 202 ημέρες (από 1-1-2006 έως 21-7-2006) και ότι οι μηνιαίες αποδοχές αυτού ανέρχονται σε 4.379,31 ευρώ, η αναλογία του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων ανέρχεται στο ποσό των 3.724,11 ευρώ [(4.379,31 Χ 2/25 Χ 10,5 (202 ημέρες διά 19)]. Έτσι, όμως, που έκρινε, το Εφετείο, παρεβίασε τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της προαναφερθείσας Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως, αφού, σύμφωνα με αυτή, ο ύψος του καταβλητέου επιδόματος εορτών Χριστουγέννων, έπρεπε να υπολογισθεί με βάση τη χρονική διάρκεια παροχής εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου, κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Μαΐου μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους και όχι από την αρχή του έτους, δεδομένου ότι το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου μέχρι την 30η Απριλίου, λαμβάνεται υπόψη, για τον υπολογισμό του δώρου εορτών του Πάσχα.
Συνεπώς και κατά παραδοχή του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. τρίτου (και τελευταίου) αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τούτο, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 23/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θράκης, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό αναφερόμενα,
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, εκ δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ