Supreme Court dismisses appeal for divorce where respondent's abandonment claim is inadmissible as a new ground.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's divorce judgment. The appellant argued that the respondent abandoned the marital home and maintained no romantic relationship, yet the lower court had already found these facts proven against her. The court ruled that these arguments were not new grounds for appeal but rather reiterations of evidence already considered and rejected by the appellate court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553 § 1 and 531 § 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it merely reiterates facts already proven against the appellant in the lower instance rather than presenting a new legal argument.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 669 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 669/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσειουσας: ..., κατοίκου Θεσσαλονίκης, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανέζα Κονταξή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Δεκεμβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου ως και την από 11 Νοεμβρίου 2001 ανταγωγή δια των προτάσεων της, της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9495/2002 μη οριστική, 7524/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1727/2008, 346/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός , ανέγνωσε την από 18 Φεβρουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14-10-2008 αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσίβλητο υπ' αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα. Η τελευταία όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφες δηλώσεις κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσείουσας (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Ι. Κατά το άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 531 § 1 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε μέχρι την κατάργησή του από 1-1-2002 με το άρθρο 16 παρ. 6 του Ν. 2915/2001, αρθ. 15 του ν. 2943/2001), εφαρμόζεται όμως στην προκειμένη περίπτωση όπου η ένδικη διαφορά εκδικάσθηκε για πρώτη φορά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πριν από την 1-1-2002) σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος.
Δηλαδή, κατά προσαρμογή προς τα οριζόμενα στο άρθρο 272 § §1, 2 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε προ της κατάργησής του από 1-1-2002 με το άρθρο 13 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, εφαρμόζεται δε επίσης στην προκειμένη περίπτωση για τους προαναφερθέντες λόγους), η έφεση απορρίπτεται ερήμην του εκκαλούντος, που επιμελήθηκε για τη συζήτηση ή κλητεύθηκε νομίμως κατ' αυτήν.
Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρ' όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.
Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ' όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλομένους (Ολ.
ΑΠ 16/1990). Περαιτέρω, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά της ερήμην απόφασης κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.
Τέλος, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του Εφετείου, είτε με αυτή έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, και έτσι επικυρώθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, είτε έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε οριστικά τη διαφορά, γιατί στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην εφετειακή απόφαση, ενώ στη δεύτερη έπαυσε να υπάρχει.
Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται: α) κατά της υπ' αριθ. 7524/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, που δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων επί αγωγής διαζυγίου του αναιρεσίβλητου και ανταγωγής της αναιρεσείουσας, για τη λύση του γάμου τους λόγω ισχυρού κλονισμού που αφορούσε αντιστοιχία την εναγομένη αναιρεσείουσα και τον αντεναγόμενο αναιρεσίβλητο, δέχθηκε την αγωγή και την ανταγωγή και έλυσε το γάμο των διαδίκων για λόγους που αφορούν και τους δύο.
β) Κατά της υπ' αριθ. 346/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσ/νίκης, που δικάζοντας επί αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων και με ερημοδικούσα την αναιρεσείουσα και επί των δύο εφέσεων, απέρριψε λόγω της ερημοδικίας της την έφεση της (αναιρεσείουσας) δέχθηκε με ωσεί παρούσα ως εφεσίβλητη την αναιρεσείουσα την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ανταγωγή της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσίβλητου και έλυσε το γάμο των διαδίκων λόγω ισχυρού κλονισμού για λόγους που αφορούν την αναιρεσείουσα και γ) κατά της υπ' αριθ. 1727/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσ/νίκης το οποίο δικάζοντας ερήμην της αναιρεσείουσας απέρριψε ως ανυποστήρικτη την ανακοπή, της ερημοδικίας κατά της υπ' αριθ. 346/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσ/νίκης.
Με τα πιο πάνω δεδομένα, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, είναι παραδεκτή μόνο καθ' όσον στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 346/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσ/νίκης και εφ' όσον κατά την άσκησή της δεν είχε συμπληρωθεί η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής (αρθ. 554 ΚΠολΔ).
Αντίθετα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης με αριθμό 7524/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης δεν στρέφεται πλέον παραδεκτά εναντίον της, αλλά ούτε και κατά της υπ' αριθ. 1729/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσ/νίκης που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας της αναιρεσείουσας, λόγω της απουσίας της, εφ' όσον με το δικόγραφό της δεν αποδίδονται σφάλματα που έχουν σχέση με την ερημοδικία της αναιρεσείουσας, κατά λοιπά δε το Εφετείο απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας της αναιρεσείουσας ως ανυποστήρικτη και δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης.
ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1439 § 1 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά το ν. 1329/1983), καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.
Δημιουργείται, δηλαδή, ο λόγος αυτός διαζυγίου, όταν συντρέξουν αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα σχετιζόμενα με το πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή και των δύο συζύγων, ανεξάρτητα αν οφείλονται ή όχι σε υπαιτιότητα, τα οποία πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση επέφεραν ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, ώστε η εξακολούθησή της να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.
Τα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα, που κατέστησαν αφόρητη στη συγκεκριμένη περίπτωση την εξακολούθησή της για τον ενάγοντα θα πρέπει συνεπώς να συνδέονται αιτιωδώς με το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων. Αν τα κλονιστικά γεγονότα συνδέονται και με τους δύο συζύγους, δεν έχει σημασία ποιος από τους δύο συζύγους βαρύνεται περισσότερο με τον κλονισμό του γάμου, εκτός αν εκείνο που αφορά τον εναγόμενο είναι μηδαμινό σε σχέση με εκείνο που αφορά τον ενάγοντα.
Αν ο κλονισμός του γάμου, προήλθε από γεγονότα που αφορούν αποκλειστικά τον ενάγοντα, δε γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διάζευξης, ακόμη και αν στην περίπτωση αυτή έχει κλονισθεί αντικειμενικώς η έγγαμη σχέση και ο γάμος είναι κατ' ουσίαν νεκρός. Παρέπεται ότι όταν ο εναγόμενος σύζυγος, που εμμένει στη διατήρηση του γάμου, ισχυρίζεται, ότι ο κλονισμός του γάμου προήλθε από γεγονότα που αφορούν αποκλειστικά τον ενάγοντα, δεν προβάλλει νέο αυτοτελή ισχυρισμό αλλά αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή, ώστε η μη λήψη υπόψη της άρνησης αυτής δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
δεύτερη του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του (στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθ. 531 παρ. 2 του ΚΠολΔ όπως ίσχυε μέχρι της 31-12-2001, και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθ. 279 του ΚΠολΔ) τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ότι "ο αναιρεσίβλητος εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη τους στις 29-1-2000 παρά την έκκλησή της να συνεχίσουν την έγγαμη συμβίωσή τους, ότι ουδέποτε είχε ερωτικό δεσμό με τον ..., όπως κρίθηκε με σειρά δικαστικών αποφάσεων, και δεν συντέλεσε στον κλονισμό της έγγαμης σχέσης".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι ο ανωτέρω "ισχυρισμός" δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα ως επιχείρημα συναγόμενο από τις αποδείξεις για την άρση ανταποδεικτικά του βασικού αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου, που στήριξε και την αγωγή του, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα από λόγους που αφορούν αποκλειστικά στο πρόσωπό της συνετέλεσε στον κλονισμό της έγγαμης συμβίωσης ώστε βάσιμα η εξακολούθησή της να είναι αφόρητη γι' αυτόν.
Ανεξάρτητα όμως από αυτά (με επικουρική αιτιολογία) το Εφετείο, και εάν ακόμη τα πιο πάνω περιστατικά συγκροτούν αυτοτελή ισχυρισμό, τον απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, δηλαδή ότι η αναιρεσείουσα είναι εκείνη που συνετέλεσε αποκλειστικά στον κλονισμό της μεταξύ των διαδίκων έγγαμης σχέσης και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξ άλλου, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη με αριθμό 346/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι με την από 17-5-2007 δήλωσή της παραιτήθηκε πριν από τη συζήτηση των αντιθέτων εφέσεων στις 28-9-2007 της ανταγωγής της και από το δικαίωμα διάζευξής της με τον αναιρεσίβλητο.
Όπως όμως προαναφέρθηκε, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 346/2008 απόφασή του απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως ανυποστήρικτη και δεν υπεισήλθε στην κατ' ουσίαν εξέτασή της, ενώ κατά την έρευνα της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, με ωσεί παρούσα την απούσα επίσης αναιρεσείουσα δεν τέθηκε, ούτε μπορούσε να τεθεί υπόψη του η προαναφερθείσα παραίτηση στο πλαίσιο της διάταξης του αρθ. 279 του Κ.Πολ.Δ.
που είχε μεσολαβήσει μετά την έκδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως κρίνεται αβάσιμος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα εις το διατακτικό δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-10-2008 αίτηση της ... για αναίρεση των υπ' αριθμ. 1727/2008 και 346/2008 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της υπ' αριθμ. 7524/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ