Legislator Case Law & Legislation
669/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court ruling denying interest on damages due to plaintiff's withdrawal of counterclaim.

Case Number 669/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's cassation appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court incorrectly denied interest on damages because he had withdrawn his counterclaim, while the respondent contended the withdrawal extinguished the debt. The court ruled that the withdrawal did not erase the legal consequences of the service of process, which constituted a default judgment, thereby establishing the obligation to pay interest from that date.

Legislator headnote

AI generated

Articles 340 and 345 of the Civil Code; The withdrawal of a counterclaim does not eliminate the legal consequences of the service of process, which constitutes a default judgment, thus maintaining the debtor's liability for interest.

Keywords

AI generated
default judgment consequences interest on damages withdrawal of counterclaim service of process cassation appeal Civil Code provisions legal default

Cited Legislation

AI generated
Articles 340 and 345 of the Civil Code
Article 346 of the Civil Code
Article 295, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 21 of the Code of Civil Procedure for Public Law
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 24/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 669 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 669/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαρρηγόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3390/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 7127/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 18-6-2004 αίτησή του και τους από 13-12-2005 πρόσθετους λόγους. Εκδόθηκε η 1152/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 7127/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 9/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-4-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης διάβασε την από 20-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αίτησης για αναίρεση της 9/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η εκμετάλλευση του δικτύου των ελληνικών σιδηροδρόμων αποτελεί μονοπώλιο του Δημοσίου που το είχε εκχωρήσει στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους" (ΣΕΚ). Οι βασικοί όροι της εκμετάλλευσης αυτής διατυπώθηκαν αρχικά μεν στο από 4/4.9.1935 νομοθετικό διάταγμα "περί διοικήσεως των ΣΕΚ και συμπληρώσεως της περί σιδηροδρόμων νομοθεσίας", διευρύνθηκαν δε αργότερα με το ν.δ. 4246/1962.

Οι δύο αυτοί νόμοι καταργήθηκαν εν μέρει με το άρθρο 9 του α.ν. 392/1968. Μεταξύ όμως των ρυθμίσεων που αφορούσαν τους ΣΕΚ και διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά τον α.ν. 392/1968, είναι: α) Το άρθρο 3 παρ. 8 εδάφιο α' του ν.δ. 4246/1962, που ορίζει ότι "οι ΣΕΚ απολαμβάνουσιν απάντων των δικαστικών προνομίων του Δημοσίου κλπ" και β) το άρθρο 2 παρ. 3 εδάφιο β' του ν.δ.

της 4/4.9.1935, που ορίζει ότι "αι διατάξεις περί παραγραφής των κατά του Δημοσίου απαιτήσεων και περί τόκου υπερημερίας εφαρμόζονται επίσης και δια τους ΣΕΚ". Με βάση την τελευταία αυτή διάταξη είχαν εφαρμογή επί των ΣΕΚ οι περί τόκου διατάξεις των νόμων ΧΛ'/1877, ΓΤΟΕ'/1909 και το β.δ. της 8/13.11.1918, που κωδικοποιήθηκαν στο άρθρο 21 του δ/τος της 26.6/10.7.1944 του "Κώδικα περί δικών του Δημοσίου".

Το άρθρο τούτο ορίζει ότι ο "νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το Δημόσιο και, κατ' επέκταση, οι ΣΕΚ οφείλουν νομίμους τόκους μόνον από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής, και ότι η παραίτηση του ενάγοντος από του καταψηφιστικού αιτήματος και ο εντεύθεν περιορισμός της αγωγής σε μόνο το αναγνωριστικό αίτημα αίρει την υποχρέωση προς καταβολή τόκων τόσο δικονομικών, όσο και υπερημερίας, όπως έχει κριθεί σε σχέση και με την όμοια διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 "περί Λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (Ολ.

ΑΠ 6/1997). Επακολούθησε το άρθρο 21 παρ. 2 του ν.δ. 674/1970 "περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος", με το οποίο διαλύθηκε το νομικό πρόσωπο των ΣΕΚ. Με τα άρθρα 1 και 2 του ίδιου νομοθετικού διατάγματος ιδρύθηκε ο ΟΣΕ ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο λειτουργεί με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας.

Στο άρθρο 4 παρ. 1 του ν.δ. 674/1970, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1116/1972, ορίζεται ότι από της ιδρύσεώς του ο ΟΣΕ αναλαμβάνει το αποκλειστικό δικαίωμα, την ευθύνη και την αρμοδιότητα των συγκοινωνιακών και μεταφορικών υπηρεσιών. Στο δεύτερο δε εδάφιο της ίδιας παραγράφου ορίζεται ότι "αι υπηρεσίαι αύται μεθ' όλων των συμπαρομαρτούντων δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, προνομίων και καθηκόντων των ΣΕΚ, περιέρχονται αυτοδικαίως και άνευ οιασδήποτε μεταβολής εις το Ελληνικόν Δημόσιον, μεταβιβαζόμενα αυτοδικαίως δυνάμει του παρόντος εις τον ΟΣΕ, όστις διαδέχεται ούτω τους ΣΕΚ, ως καθολικός αυτών διάδοχος".

Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, στον ΟΣΕ μεταβιβάζονται αυτοδικαίως όσα προνόμια απολάμβαναν οι ΣΕΚ κατά το χρόνο που διαλύθηκε το νομικό πρόσωπό τους, μεταξύ δε αυτών καταλέγεται και το προνόμιο ενάρξεως της τοκοδοσίας από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής, όπως ορίζουν τα άρθρα 2 παρ. 3 εδάφιο β' του ν.δ.

της 4/4.9.1935 και 21 του δ/τος της 26.6./10.7.1944 του "Κώδικα περί δικών του Δημοσίου" (Ολ. ΑΠ 3/1992). Περαιτέρω, με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, ενώ με το άρθρο 20 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί ν' αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει.

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους και τις συνέπειες της άσκησης του δικαιώματος για την παροχή δικαστικής προστασίας. Επομένως διατάξεις νόμων, με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες.

Κατά συνέπεια, αντίκειται στα ανωτέρω άρθρα του Συντάγματος η επέκταση και στον αναιρεσίβλητο Ο.Σ.Ε. του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, που προβλέπουν οι προαναφερόμενες διατάξεις, αφού με αυτές θεσπίζεται ευνοϊκότερη για τον αναιρεσίβλητο ρύθμιση, σε σχέση με τον αντίδικό του, ως προς την έναρξη της οφειλής τόκων υπερημερίας (μόνον από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής), χωρίς μάλιστα να επιβάλλεται η ρύθμιση αυτή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος.

Το προαναφερόμενο προνόμιο, το οποίο ήταν ανεκτό από την έννομη τάξη, όταν καθιερώθηκε το έτος 1935 υπέρ του ΝΠΔΔ των ΣΕΚ, δεν είναι νομικά λογικό να εφαρμόζεται υπέρ μιας ανώνυμης εταιρείας, όπως είναι πλέον ο ΟΣΕ, που κατά τον κανονισμό εκμεταλλεύσεως αυτού αναπτύσσει και επιχειρηματικές δραστηριότητες.

Κατ' ακολουθίαν των ως άνω, αν το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής που στρέφεται κατά του Ο.Σ.Ε. περιοριστεί σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται μεν δικονομικοί τόκοι κατά τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, δηλονότι εκ της επιδόσεως της καταψηφιστικής αγωγής, αφού η τελευταία θεωρείται ότι δεν έχει ασκηθεί κατά το καταψηφιστικό της αίτημα (295 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επιδόσεως ως οχλήσεως, η οποία καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 Α.Κ., δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για την επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής (ΟλΑΠ 24/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα του αναιρεσείοντος, με το οποίο ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΟΣΕ να του καταβάλει τόκους υπερημερίας επί του ποσού της οφειλόμενης αποζημιώσεως, που αρχίζουν από την προς αυτόν επίδοση της εμπεριέχουσας επικουρικώς το αίτημα τούτο καταψηφιστικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι ο ενάγων παραιτήθηκε, κατά τη συζήτηση της αγωγής, από το καταψηφιστικό αίτημά της και περιορίσθηκε μόνο στο αναγνωριστικό, με αποτέλεσμα να αρθεί έκτοτε η υποχρέωση του εναγομένου προς καταβολή τόκων. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 340 και 345 του ΑΚ και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος μόνο που απέρριψε το αίτημα της αγωγής για πληρωμή των τόκων από την επίδοσή της, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 9/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ