Legislator Case Law & Legislation
669/2006 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against compensation valuation, overturning lower court decision on lawyer fees.

Case Number 669/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal admissible in part while dismissing the appeal filed by deceased heirs as inadmissible. The court found that the lower court correctly applied the law regarding lawyer fees but erred in its valuation of the compensation unit for expropriated properties. Consequently, the judgment was annulled in part and remanded for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 14(5), 100(1), 107(1) of the Lawyers Code; Article 1 of the First Additional Protocol to the Rome Statute; Article 17(1) of the Constitution: The Supreme Court held that a statutory cap on lawyer fees does not violate constitutional rights to full compensation, but the lower court must correctly apply the specific valuation rules for expropriation cases.

Keywords

AI generated
expropriation compensation lawyer fees valuation appeal admissibility deceased parties heirs remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 14(5) of the Lawyers Code
Article 100(1) of the Lawyers Code
Article 107(1) of the Lawyers Code
Article 17(1) of the Constitution
Article 1 of the First Additional Protocol to the Rome Statute
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 9 of Law 2730/1999

Cited Case Law

AI generated
AP 915/2003
OLAP 20/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 669 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 669/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ., συζ. Γ. Β. Δ. Μ., 2. … 101. Κ. Κ. Α., κατοίκων .... 'Ολοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Αναστάσιο Σκλήρη και Ιωάννη Κάκο, οι οποίοι δηλωσαν ότι: 1. οι υπό στοιχεία 2, 10, 15, 48α, β, γ, δ, 49α, β, 63, 68, 70α, β, 77α, β, 84, 92, 94 και 95 ως αναιρεσείοντες παραιτούνται του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, 2. α. ο υ πό στοιχείο 23 (Α. Ν. του Δ.) αναιρεσείων απεβίωσε στις 12-4-2002 και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Δ. Ν. του Α., κάτοικος ..., Φ. Ν. του Α., κάτοικος ..., Ι. Ν. του Α. και ... Α., κάτοικοι ... του ..., τους οποίους εκπροσωπεί δια πληρεξουσίων εγγράφων, β. ο υπό στοιχείο 56 αναιρεσείων (Δ. Γ. του Ι.) απεβίωσε στις 26-5-2002 και την παρούσα δίκη συνεζίουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ι. Γ. του Δ., Α. Γ. του Δ. και Β., Δ. Γ., το γένος Χ. Κ., κάτοικοι ..., τους οποίους εκπροσωπεί ομοίως δια πληρεξουσίων εγγράφων και γ. ο υπό στοιχείο 58 αναιρεσείων (Β. Π. του Γ.) απεβίωσε στις 23-12-2003 και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Μ., χήρα Β. Π., το γένος Δ. Δ., Δ. Π. του Β., Γ. Π. Β. και Π. Π. του Β., κάτοικοι ... ..., τους οποίους εκπροσωπεί ομοίως δια πληρεξουσίων εγγράφων και 3. συμπληρώνουν τα εκ παραδρομής μη αναγραφέντα στην αίτηση αναίρεσης πατρώνυμα των υπό στοιχεία 50β, 60, 61 και 63 αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, ως εξής: Α. Μ. του Α., Χ. Γ. του Σ., Α. Τ. του Α. και Π. Κ. του Β..

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοκκινάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 599/19-9-2001, 600/19-9-2001, 630/5-10-2001, 631/5-10-2001, 632/5-10-2001 και 666/15-10-2001 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκε η 421/2002 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί οι αναιρεσείοντες με την από 4 Ιουλίου 2003 αίτησή τους και τους από 1 Δεκεμβρίου 2004 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης, ανέγνωσε την από 28 Ιανουαρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α',73, 159 παρ. 2, 160παρ. 1, 556 παρ. 1ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αναίρεση η οποία ασκήθηκε επ'ονόματι προσώπου που έχει αποβιώσει κατά το χρόνο της άσκησής της, είναι απορριπτέα ως άκυρη για έλλειψη απαραίτητης διαδικαστικής προϋποθέσεως, η ακυρότητα δε αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα πιστοποιητικά, ότι από` τους αναιρεσείοντες οι: Α. Ν. του Δ. (αύξ. αρίθ. 23),και Δ. Γ. του Ι. ( αύξ. αρίθ. 56) έχουν αποβιώσει στις 12.4.2002 και 27.5.2002 (υπ'αρίθ 105/15.4.2002 και 36/Β/2002 ληξιαρχικές πράξεις θανάτου των Ληξιάρχων Κορίνθου και Βέλου Κορινθίας αντίστοιχα), δηλονότι σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της υπό κρίση, από 4.7.2003, αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε αυθημερόν στη Γραμματεία του Εφετείου Ναυπλίου.

Επομένως, ως προς τους εν λόγω αναιρεσείοντες, πρέπει, να απορριφθεί λόγω ακυρότητας του δικογράφου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Απαράδεκτη, επίσης, πρέπει να κηρυχθεί η γενόμενη στο ακροατήριο, δήλωση- παρέμβαση των κληρονόμων των αποβιωσάντων, Δ., Φ., Ι. και Σ. Α. Ν. , Β. χήρας Δ. Γ., Ι. Γ. και Α. συζύγου Κ. το Δ.

Γ., για συνέχιση της δίκης των πιο πάνω αρχικών διαδίκων, διότι, δεν νοείται, άσκηση παρέμβασης υπέρ "ανυπάρκτου" κατά το χρόνο άσκηση της αναίρεσης προσώπου. Αντίθετα νομότυπες είναι οι παρεμβάσεις των: Μ. χήρας Β. Π., Γ., Δ. και Π. Β. Π., , οι οποίοι δήλωσαν , ότι συνεχίζουν τη δίκη , ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αναιρεσείοντος Β.

Π. του Γ. ( αύξ. αριθμ. 58) που αποβίωσε μετά την άσκηση της αναίρεσης στις 23.12.2003.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει, ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου , πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των αναιρεσειόντων Α. Σ. ( Κ.) και Ι. Κ. (Α.) και δήλωσαν. ότι παραιτούνται της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων για λογαριασμό των πελατών τους: 1) .. 11) Χ. Λ. του Κ. (αύξ, αριθμ. 94), 12β) Δ. Δ. του Ι. (αύξ, αριθμ. 95), προσκόμισαν δε και επικαλέστηκαν τα κατ' αντίστοιχο αριθμό δικαστικά πληρεξούσια, με εντολή παραίτησης, του Συμβολαιογράφου Κορίνθου, Σ. Κ., υπ' αρίθ.: 10.669/2006 για τους 1ο, 2η, 4ους,9η, 10ο,11ο,12ο, 10671/2006 για τους 3ους, 8ους, 10670/2006 για 5ου, 6η ι και 7ους. Επομένως, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα ως προς τους εν λόγω αναιρεσείοντες (άρθρ. 295§1 και 299 ΚΠολΔ) .

ΙΙΙ. Νόμιμα ζητείται και πρέπει να συμπληρωθούν τα πατρώνυμα των υπό στοιχεία 50β, 60, 61 και 63 αναιρεσειόντων, τα οποία από παραδρομή δεν περιελήφθησαν στην αίτηση αναίρεσης, ως ακολούθως : Α. Μ. του Α., Χ. Γ. του Σ., Α. Τ. του Α. και Π. Κ. του Β.

ΙV. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρίθ. 11 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι θεμελιώνεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη στα πλαίσια των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ίδιου Κώδικα και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά και όταν υπάρχουν αμφιβολίες περί του αν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση ή παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι έχουν ληφθεί υπόψη, όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα.

Στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το εφετείο για να καθορίσει την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων μετά των επικειμένων σ' αυτά συστατικών, έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και περιέχονταν στα υπ' αρίθ. 52 έως 61 /2001 πρακτικά της δίκης, τα οποία επίσης προσκομίστηκαν και στάθμισε, εκτός από τα ειδικά αναφερόμενα 14 επί μέρους έγγραφα και "...όλα τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία,.."( σελ. 68, 71 και 72 της απόφασης ).Παρά όμως τη διαβεβαίωση αυτή , σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της απόφασης, δημιουργείται αμφιβολία για το αν το εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, εκτός από τα ρητά μνημονευόμενα 14 έγγραφα, και όλα τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία οι αναιρεσείοντες στον πρώτο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, μνημονεύουν και τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί στην δίκη ενώπιον του εφετείου: 1.

Ακριβές αντίγραφο της 280/2001 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος για τα ακίνητα της 17/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου στο ποσό των 12.000δρχ ανά τ.μ. με κρίσιμο χρόνο την 13.1.1999, για φερόμενα, ως παρακείμενα και ομοειδή προς τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα. 2.Τον επίσημο χάρτη-διάγραμμα θέσεως της περιοχής οικισμού ΔΔ ...

του Πολιτικού Μηχανικού Π.Σαρμά (Δεκέμβριος 1999),σύμφωνα με τον οποίο καταδεικνύεται η θέση των απαλλοτριωθέντων ακινήτων (αυξ.αρ. 3,8, 12,10,13... κλπ.) και των υπολοίπων ακινήτων, τα οποία εφάπτονται στην …

3. Απόσπασμα χάρτη υπό κλίμακα (1:5000) της Πολιτικού Μηχανικού Ελ. Π.,στον οποίο φαίνονται, οι αποστάσεις του οικισμού της ... από την Ν.Ε.Ο. Αθηνών ... και η απαλλοτριωθείσα έκταση Βόρεια της Εθνικής οδού , καθώς και η θέση των απαλλοτριουμένων, σε σχέση με τη ζώνη του οικισμού της ... .4.Φωτογραφίες του και Ν.Ε.Ο. ...

σε σχέση με την απαλλοτριωθείσα έκταση Π. Ι. κλπ. με την τιμή των 12.000δρχ τ.μ. για φερόμενη ως παρακείμενη και ομοειδή με την απαλλοτριωθείσα έκταση .5.Ακριβές αντίγραφο σχεδίου επεκτάσεως του οικισμού ... με την. 477/1993 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας, για την επέκταση οικισμού ... όπου εμφαίνονται τα σημεία και οι αποστάσεις του οικισμού με την απαλλοτριωθείσα έκταση και αναφέρονται και οι όροι δόμησης .6.

Ακριβές αντίγραφο της 1243/22-2-2001 βεβαίωσης Νομαρχίας Κορινθίας Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών με την οποία βεβαιώνεται η ασφαλτοστρωμένη - διαγραμμισμένη οδός εφαπτόμενη των απαλλοτριουμένων ακινήτων: α. 73 και 75 (.. 123 Α ακίνητο, ιδιοκτησίας Π. Μ. και 9.Τις από 9/2001, 2/2001 και 3/2001 μελέτες-πραγματογνωμοσύνη του Μελετητή-Πραγματογνώμονα Π.

Σ. για την πρόσοδο των απαλλοτριουμένων ακινήτων με αριθμούς 106,109, 110,142,143,144,556,552,1147 κλπ. επί των οποίων φέρονται να καλλιεργείται σουλτανίνα, σε σύστημα κρεβατίνας-κληματαριάς. 10.Τα 37565/1994, 1208/1993, 12865/1994 συμβόλαια αγοραπωλησίας για φερόμενα ως παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα. 11. Την από 3/4/2002 έκθεση εκτίμησης της ΔΟΥ ...

με συνημμένο πίνακα σχετικά με τις αντικειμενικές αξίες που έχουν για ακίνητα επί της ... από Δημοκρατίας μέχρι ...) 12ος. Τις υπ' αριθμ 1305/1999, 5432/2000, 198/2001 και 4122/1999 αποφάσεις του Πρωτοδικείου Αθηνών, Εφετείου Αθηνών, Εφετείου Ναυπλίου και Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα. 13.Τις τεχνικές Εκθέσεις από 20.2.2001 των μηχανικών Δ.

Κ., Π. Φ. και Δ. Μ..

Συνεπώς, ο πρώτος από τους λόγους του κυρίως δικογράφου και ο πρώτος των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από το πιο πάνω άρθρο είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Αντίθετα ο ίδιος λόγος του κυρίου δικογράφου, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται η αιτίαση ότι το εφετείο στηρίχθηκε και σε άλλες καταθέσεις μαρτύρων εκτός από τη μόνη κατάθεση του εξετασθέντος από μέρους της αναιρεσίβλητης ...

ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου μάρτυρος Ν. Κ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε πληθυντικός στη διατύπωση της απόφασης , ότι, δηλαδή, έλαβε υπόψη "τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου", αντί του ορθού, "την κατάθεση του μάρτυρα", οφείλεται σε προφανή παραδρομή, αφού εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατόν να λάβει υπόψη, άλλη ανύπαρκτη στα πρακτικά κατάθεση.

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση παροχής έννομης προστασίας, η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση αποτελεί και η προσφυγή στο εφετείο για τον καθορισμό τιμής μονάδος αποζημιώσεως για απαλλοτριωθέν ακίνητο με τα επ' αυτού επικείμενα και συστατικά.

Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3,17 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 3 εδ. α'και δ'του ν.δ 797/1971 (αντίστοιχα τα άρθρα 4,19 και 20 του ν. 2882/2001 ) προκύπτει, ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου επιφέρει αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, μόνιμης κατασκευής, δένδρου ή φυτείας που υπάρχει σ' αυτό, καθώς και όλων των κατά το άρθρο 953 επ.

ΑΚ συστατικών του πράγματος, ανεξάρτητα από το αν μνημονεύονται στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή τον κτηματολογικό πίνακα. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο από τους λόγους του κυρίως δικογράφου της αίτησης και του τρίτου των προσθέτων λόγων, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθ. 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ , εκ του ότι δεν προσδιόρισε τιμή μονάδος αποζημιώσεως ανά τετραγωνικό μέτρο εδάφους, για τα ακίνητα ιδιοκτησίας τους από τα οποία α) τα υπ' αρίθ. 8, 9, 13, 4, 12, 44, 50, 60, 43, 94, 95, 111, 114, 106, 109, 110, 126, 127, 132, 133, 134, 136, 142, 143, 144, 146, της περιοχής Δ.Δ ...

Δήμου Κορινθίων, εφάπτονται στην Ν.Ε.Ο Αθηνών Κορίνθου β) τα υπ' αρίθ 35, 40, 1, 37, 38, 1, 42, ευρίσκονται εντός της Ζώνης οικισμού Δ.Δ ... Δήμου Κορινθίων, γ)τα υπ' αρίθ. 68, 69, 72, 73, 74, 75, 76, 77, 80, 81, 85, 90, 94, εφάπτονται της επαρχιακής ... και το τελευταίο ( υπ' αρίθ. 94 εφάπτεται διπλά ), δ) τα υπ' αρίθ 171, 548, 198, 244,204, της περιοχής Δ.Δ Λεχαίου, Περιγιαλίου και ..., εφάπτονται της Νέας Εθνικής ..., ε) τα υπ' αρίθ 215, 273Α, της ίδιας περιοχής εφάπτονται σε επαρχιακή οδό, στ) τα υπ' αρίθ. 292, 292Α, 294,της ίδιας περιοχής βρίσκονται εντός ζώνης του οικισμού Δ.Δ. ..., ζ) τα υπ' αρίθ 300, 302, 305, 405 και 405Α, της περιοχής Δ.Δ 2 , βρίσκονται εντός οικισμού του ...

η) το υπ' αρίθ 494, βρίσκεται εντός του οικισμού Βοχαϊκό του ..., εφάπτεται της δημοτικής ... και έχει επ' αυτού πολυτελή οικία, θ) τα υπ' αρίθ. 542 και 548 της περιοχής ... είναι οικόπεδα, εφαπτόμενα της Ν.Ε.Ο Αθηνών -... ι) τα υπ' αρίθ 990, 991, 985, 980, 983, 983Α, 925, 977, βρίσκονται εντός του οικισμού ή της ζώνης οικισμού της ... και εφάπτονται σε δημοτική οδό, ια) τα υπ' αρίθ. 1084, 1118, 1081, 1106, 1107, 1108, βρίσκονται εντός οικισμού ή της ζώνης οικισμού της Δυτικής Τραγάνας του πιο πάνω Δήμου, ιβ) τα υπ' αρίθ. 1145, 1147, βρίσκονται στην περιοχή του ...

οικισμού και πολεοδομικής ενότητας, ιγ) τα υπ' αρίθ. 1165, 1167, 1170, 27Α, 18Α, 113Α, βρίσκονται εντός ζώνης οικισμού Πασίου και οικισμού ... και για τα ακίνητα αυτά κατά τους αναιρεσείοντες δεν έχει προσδιοριστεί, κατ' αυτούς, οποιαδήποτε τιμή και ιδ) τα υπ' αρίθ 142Α, 121Α και 123Α, βρίσκονται εντός οικισμού ή εντός ζώνης του πιο πάνω οικισμού Πασίου και εφάπτονται σε δημοτική οδό πλάτους 6 μέτρων.

Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση προκύπτει ότι Καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τα ακίνητα, τα συστατικά και παραρτήματα, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, δυνάμει της υπ' αριθ. 1086784/9374/0010/14-10-1999 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 778 Δ'/ 29-10-1999) για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή της νέας σιδηροδρομικής γραμμής κανονικού πλάτους και υψηλών ταχυτήτων μεταξύ ... (υποτμήμα Α' ...

από χ.θ. 0+000 - χ.θ. 21 + 200) που βρίσκονται στην κτηματική περιοχή του Ν. Κορινθίας και εικονίζονται με κόκκινη περιβάλλουσα γραμμή στα από Ιουνίου 1998 με κλίμακα 1: 500 κτηματολογικά διαγράμματα της "... ΑΕ", τα οποία έχει συντάξει η ανάδοχος μελέτης "..." μετά τις γενόμενες μερικές ανακλήσεις και έχουν εγκριθεί από το Υπουργείο Μεταφορών και Συγκοινωνιών υπέρ του ΟΣΕ και με δαπάνες της αιτούσας ως ακολούθως:

Α) Αξία ακινήτων 1. α) αγροτεμάχια ευρισκόμενα εντός των διοικητικών ορίων του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου Κορινθίων, αρδευόμενα σε 12Ε ανά μ2.β) αγροτεμάχια, μη αρδευόμενα και χέρσα, στην ίδια περιοχή σε 5Ε ανά μ2.2. α) αγροτεμάχια, ευρισκόμενα εντός των διοικητικών ορίων του Δ... αρδευόμενα σε 13,21Ε ανά μ2.

β) αγροτεμάχια, μη αρδευόμενα, στην ίδια θέση σε 7,34Ε ανά μ2.3. α) αγροτεμάχια, ευρισκόμενα εντός των διοικητικών ορίων του ... αρδευόμενα σε 13,21Ε ανά μ2. β) αγροτεμάχια, μη αρδευόμενα στην ίδια θέση σε 7,34Ε ανά μ2.4. α) αγροτεμάχια, ευρισκόμενα εντός των διοικητικών ορίων του Δημοτικού ..., αρδευόμενα σε 13,21Ε ανά μ2.

β) αγροτεμάχια, μη αρδευόμενα στην ίδια θέση σε 7,34Ε ανά μ2.5. α) Γήπεδα, ευρισκόμενα εντός των διοικητικών ορίων του Δ.Δ. Ζευγολατιού του ..., με πρόσωπο επί των οδών (επαρχιακών, Δημοτικών, Κοινοτικών κλπ.) σε 18Ε ανά μ2.β) αγροτεμάχια αρδευόμενα σε 11,74Ε ανά μ2. γ) αγροτεμάχια, μη αρδευόμενα σε 6,50Ε ανά μ2.6. α) αγροτεμάχια ευρισκόμενα εντός των διοικητικών ορίων των Δ...

του ..., αρδευόμενα στην ίδια θέση σε 11,74Ε ανά μ2. β) αγροτεμάχια, μη αρδευόμενα στην ίδια θέση σε 6,50Ε ανά μ2.7. α) γήπεδα, ευρισκόμενα εντός των διοικητικών ορίων των Δ.Δ. ... με πρόσωπο επί των οδών (επαρχιακών, Δημοτικών, Κοινοτικών) σε 20Ε ανά μ2.β) αγροτεμάχια αρδευόμενα σε 14,50Ε ανά μ2. γ) αγροτεμάχια μη αρδευόμενα σε 10Ε ανά μ2.8.

α) γήπεδα, ευρισκόμενα εντός των διοικητικών ορίων των Δ.Δ. Βέλου του ..., με πρόσωπο επί των οδών (επαρχιακών, Δημοτικών, Κοινοτικών) σε 25Ε ανά μ2. β) αγροτεμάχια αρδευόμενα σε 14,50Ε ανά μ2.γ) αγροτεμάχια μη αρδευόμενα σε 10Ε ανά μ2.9. α) γήπεδα, ευρισκόμενα εντός των διοικητικών ορίων των ... Βέλου, με πρόσωπο επί των οδών (επαρχιακών, Δημοτικών, Κοινοτικών) σε 28Ε ανά μ2.β) αγροτεμάχια αρδευόμενα σε 14,50Ε ανά μ2.

γ) αγροτεμάχια μη αρδευόμενα σε 10Ε ανά μ2. Επομένως έχει οριστεί τιμή μονάδος αποζημίωσης και για τα ανωτέρω ακίνητα των αναιρεσειόντων, ο δε προβαλλόμενος λόγος, όπως διατυπώνεται, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρ. 559 αρίθ. 9 ΚΠολΔ, βάλλουν οι αναιρεσείοντες κατά της ανέλεγκτης περί πραγμάτων κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας.

Επίσης, έχει οριστεί ποσοστό μείωση αξίας για το απομένον τμήμα του υπ' αρίθ. 1106 ακινήτου φερόμενης ιδιοκτησίας της Χ. Α. αφού κατά τους ισχυρισμούς της, μετά την αφαίρεση 1585 μ2 από τη συνολική αρχική έκταση των 3052 μ2, το τμήμα που απομένει ανέρχεται σε 1467,5 μ2 που είναι κατά την ίδια την αναιρεσείουσα (σελ. 24 της υπ' αρίθ.

κατ. 851/13.12.2001 αίτησή της) άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση και παρά ταύτα με την προσβαλλόμενη απόφαση έχει οριστεί μείωση αξίας για τα τμήματα από 1000 έως 2000 μ2 ποσοστό μείωσης 10 %. Επίσης δεν παρέμεινε αδίκαστο το αίτημα για επιδίκαση μείωση αξίας του αναιρεσείοντος Α. Γ., φερόμενου ιδιοκτήτη των υπ' αρίθ. 1144 και 1145 ιδιοκτησιών συνολικής επιφάνειας 10.027,94 μ2 από τις οποίες , μετά την αφαίρεση απαλλοτριούμενης έκτασης 2907 μ2, απομένει έκταση 7.080 μ2 για την οποία κρίθηκε με την απόφαση , όπως και για τα λοιπά πέραν των 2000 μ2 απομένοντα τμήματα , ότι δεν υπέστησαν μείωση αξίας.

Επομένως η προβαλλόμενη αιτίαση, ότι τα σχετικά αιτήματα παρέμειναν αδίκαστα είναι αβάσιμη και ο προβαλλόμενος λόγος απορριπτέος. VI. Αντίθετα, είναι βάσιμη η προβαλλόμενη με τον έκτο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αιτίαση, ότι το εφετείο, με το να κηρύξει καταργημένη στο σύνολό της την υπ' αρίθ. 630/5.10.2001 αίτηση, επειδή θεώρησε εσφαλμένα, ότι έγινε παραίτηση και για τους 31 εκεί αιτούντες, ενώ η δήλωση παραίτησης από μέρους του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, αφορούσε μόνο τους ιδιοκτήτες της υπ' αρίθ. 35 ιδιοκτησίας Σ., Μ.

και Δ. Σ. Β. ( 8η,8α, και 8β,) άφησε την αίτηση αδίκαστη, ως προς τους λοιπούς. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ο προβαλλόμενος λόγος, διότι , όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ( άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ ), η δήλωση παραίτησης από μέρους του πληρεξουσίου δικηγόρου, σε σχέση με την αίτηση, αφορούσε μόνο τα πιο πάνω τρία πρόσωπα και όχι τους λοιπούς εκ των αιτούντων (σελ. 66 και 67 των πρακτικών και 68 της απόφασης ).

VIΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρίθ. 8 αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται ο αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση ( και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα ) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντεστάνσεως (ΟλΑΠ 3/1997).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο από τους λόγους της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρίθ. 8 ΚΠολΔ για το λόγο ότι το εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρ. 20παρ. 4 του νόμου 2882/2001, διότι ενώ για τα υπ' αρίθ. 8, 9, 13, 4, 12, 44, 50, 60, 43, 94, 95, 111, 114, 106, 109, 110, 126, 127, 132, 133, 134, 136, 142, 143, 144, 146, 35, 40, 1, 37, 38, 38, 1, 42, 68, 69, 72, 73, 74, 75, 76, 77, 80, 81, 85, 90, 94, 171, 548, 198, 244, 204, 215, 273Α, 292, 292Α, 294, 300, 302, 305, 405, 405Α, 494, 542, 990, 991, 985, 980, 983, 983Α, 925, 977, 1084, 1118, 1081, 1106, 1107, 1108, 1145, 1147, 1165, 1167, 1170, 27Α, 18Α, 113Α, 142Α, 121Α και 123Α, ακίνητα ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων, είχε υποβληθεί αίτημα μόνο από τους ίδιους με τις από 11.12.2001, 20.9.2001(τρεις ) και 11.12.2001 αιτήσεις τους αντίστοιχα, για τον ορισμό υψηλότερης τιμής και η αναιρεσίβλητη δεν τους είχε περιλάβει στην από 16.11.2001 αίτησή της, το εφετείο προσδιόρισε ( χωρίς αίτημα ) τιμή κατώτερη εκείνης που είχε ορίσει το Μονομελές Πρωτοδικείο.

Ο λόγος είναι αβάσιμος στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι στην πιο πάνω αίτηση της αναιρεσίβλητης υπήρχε το αίτημα για τον ορισμό τιμής μονάδος κατά περιοχές, με βάση τους αριθμούς των ιδιοκτησιών στους κτηματολογικούς πίνακες, είναι δε χωρίς έννομη επιρροή, για τον προβαλλόμενο λόγο, το ότι δεν είχε γίνει στην αίτηση, ονομαστικός προσδιορισμός των ιδιοκτησιών των αναιρεσειόντων.

VI

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, μολονότι υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή αν από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφάρμοσε, ιδίως δε αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ιδρύεται δε ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, όταν από της παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά , τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία ( μη συνδρομή ) αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. ( ΟλΑΠ 1/199).

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. 2 του νόμου 2882/ 2001 "Περί Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", προκύπτει ότι προκειμένης απαλλοτρίωσης για δημόσια ωφέλεια, για τη διακρίβωση της πραγματικής αξίας του ακινήτου λαμβάνεται υπόψη ως κριτήριο και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριούμενου.

Ως πρόσοδος νοείται, η προερχόμενη από φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριούμενου, όχι ως μεμονωμένου ακινήτου αλλά ως εκ της θέσης , της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί προκειμένου για αγροτικό ακίνητο, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και προκειμένου για αστικό, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποιοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο και όχι αν σε αυτό ασκείται συγκεκριμένη επικερδής επιχείρηση, η οποία με την απαλλοτρίωση θα διακόψει τη λειτουργία της.

Και τούτο διότι η πλήρης αποζημίωση, όπως αυτή νοείται στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 17 του Συντάγματος αλλά και του άρθρου 1 του Πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, περιλαμβάνει παν ό,τι απαιτείται για να αντικατασταθεί το απαλλοτριούμενο με άλλο ίσης αξίας ακίνητο (ΟλΑΠ 714/1978). Στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει, ότι το εφετείο προκειμένου να προσδιορίσει την οριστική τιμή μονάδας για την αξία του εδάφους των απαλλοτριωθέντων κατά τα ανωτέρω ακινήτων και των επικειμένων κτισμάτων, στάθμισε "...

όλα τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία πέραν των ρητά κατά τα ανωτέρω μνημονευομένων" και δέχθηκε ( σελ. 69 της απόφασης ) ότι τα απαλλοτριούμενα είναι στην πλειοψηφία τους αγροτικά, προοριζόμενα για καλλιέργεια, ποτιστικά κυρίως, ότι μερικά από αυτά έχουν αυτονομία νερού, ενώ άλλα αποτυπώνονται στον οικείο κτηματολογικό πίνακα ως χέρσα ακίνητα, τα δε υπόλοιπα αναφέρονται ως αγροί.

Δέχθηκε, επίσης, ότι η περιοχή των απαλλοτριουμένων εκτείνεται σε απόσταση 21 χιλιομέτρων, ότι η περιοχή έχει κατά το μεγαλύτερο μέρος της γεωργική μορφή με κύρια καλλιέργεια τα εσπεριδοειδή, τις ελιές και τα αμπέλια, ότι εξυπηρετείται από όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας και από συγκοινωνία του ΚΤΕΛ καθώς και ότι έχουν ανεγερθεί αρκετά αγροτόσπιτα, αγροτικές αποθήκες και μερικές εξοχικές οικίες.

Περαιτέρω αφού παρέθεσε το περιεχόμενο της έκθεσης προεκτίμησης της αρμόδιας εκτιμητικής επιτροπής του άρθρ. 15 του ν.δ 797/1971 και ορισμένα από τα συγκριτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν (14 τον αριθμό ) και έλαβε υπόψη την έκταση αυτή και γενικά τον οικονομικό προορισμό τους, καθώς και τις οικονομικές συνθήκες κατά την ημέρα συζητήσεως των αιτήσεων λόγω της παρόδου έτους , κατέληξε στον ορισμό των επί μέρους τιμών, όπως αυτές προπαρατέθηκαν.

Ετσι που έκρινε το εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως προς την αξία των ακινήτων, διότι δεν εκτίθεται, αν τα απαλλοτριούμενα ακίνητα των πιο πάνω αναιρεσειόντων, βρίσκονται εντός ή εκτός ορίων ή ζώνης οικισμών, αν εφάπτονται στις οδούς του εθνικού ή επαρχιακού οδικού δικτύου, αν πριν από την απαλλοτρίωση είχαν δυνατότητα και με ποιους όρους, ως δευτερεύοντα προορισμό την ανοικοδόμηση και αν τα επί μέρους αγροτεμάχια ήταν πριν από την απαλλοτρίωση κανονικά ή κατά παρέκκλιση άρτια. 'Ετσι κατέστησε ανέφικτο τον έλεγχο του Αρείου πάγου, αν ερμηνεύτηκαν και εφαρμόστηκαν ορθά οι διατάξεις του Π.Δ 24/1985 που καθορίζει τους όρους δόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητα.

Επομένως, πρέπει, κατά την εν μέρει παραδοχή του 3ου και 4ου, υπό στοιχεία i και ii των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και εν μέρει του δευτέρου των λόγων του προσθέτου δικογράφου, να αναιρεθεί κατά το μέρος αυτό η απόφαση για παράβαση του άρθρου άρθρ. 559 αρίθ. 19 ΚΠολΔ και όχι των άρθρ. 559 αρίθ. 1 και 8 που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες.

ΙX. Κατά το άρθρο13 παρ. 3 του ν. 2882/2001 προσδιορίζεται ιδιαίτερη αποζημίωση για τα απομένοντα τμήματα απαλλοτριωθέντος ακινήτου, εφόσον αυτά έχουν υποστεί σημαντική μείωση της αξίας τους ή έχουν καταστεί δυσχερώς χρήσιμα. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο ( περ. i) από τους λόγους της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι αναιτιολογήτως απέρριψε το αίτημα για την καταβολή ιδιαίτερης αποζημίωσης των άλλων ακινήτων που δεν περιλαμβάνονται στο διατακτικό της απόφασης.

Ο λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται ποια είναι τα άλλα ακίνητα και αν τα ακίνητα αυτά, έχουν σχέση με τους συγκεκριμένους αναιρεσείοντες. Προβάλλουν επίσης οι αναιρεσείοντες, ότι ο προσδιορισμός από την προσβαλλόμενη απόφαση για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα ιδιαίτερης, κατά κατηγορίες ακινήτων, αποζημίωσης, 40% για τα μέχρι 500 μ2, 30% από 500 έως 750 μ2, 20% από 750 έως 1000 μ2 και 10 % από 1000 έως 2000 μ2 είναι πλημμελής, διότι δεν αναφέρει:

α) αν η αποζημίωση αφορά μείωση αξίας τους θετική ή εκ του ότι καθίσταται άχρηστο, β) αν η μείωση ήταν αποτέλεσμα της κατάτμησης από τους ίδιους ή από το είδος του έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωσης, γ) αν τα ακίνητα είχαν πριν από την απαλλοτρίωση πρόσοψη επί οδού, δ) αν και ποια από αυτά είχαν προορισμό την ανοικοδόμηση και πληρούσαν τους όρους δόμησης και ε) δεν αναφέρει την ιδιότητα εκάστου ακινήτου ως οικοπέδου παρά τη δική τους αναφορά στην αίτηση.

Ο προβαλλόμενος λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Το ποσοστό της μείωσης που προσδιόρισε το δικαστήριο, δεν συνέχεται με την ιδιότητα του τεμνόμενου ακινήτου ως αγρού, οικοπέδου, οικοδομήσιμου ή μη, ούτε και έχουν έννομο συμφέρον οι αναιρεσείοντες να προβάλλουν ως λόγο, ότι η μείωση αξίας προήλθε από την εκτέλεση και το είδος του έργου, ούτε και έχει, επίσης, σημασία, το αν το ποσοστό δόθηκε για μείωση της αξίας ή γιατί το ακίνητό τους κατέστη άχρηστο, αφού κρίση για το ποσοστό της μείωσης είναι ανέλεγκτη.

Χ. Από τη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 2730/1999 (ΦΕΚ Α/25) με την οποία ορίζεται ότι στις δίκες προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών έργων του άρθρ.2 παρ. 16 του ν. 2598/1998, η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια δικαστική δαπάνη, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, βαρύνει τον υπόχρεο αποζημίωσης αλλά ορίζεται στο 1/3 των ελαχίστων ορίων των αμοιβών των δικηγόρων, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδας (2.500.000 ) δρχ.

προκύπτει ότι με την εν λόγω διάταξη στην ουσία τροποποιήθηκαν οι αντίστοιχες διατάξεις των άρθρ. 14 παρ. 5,100 παρ. 1 107 παρ. 1 επ. του ν.δ 3026/1954 "περί Κώδικα Δικηγόρων", με τις οποίες προβλέπονταν υψηλότερα ποσοστά για τον υπολογισμό της αμοιβής του Δικηγόρου, επί απαλλοτριώσεων. Η τροποποίηση αυτή, αφού ορίζεται από τη διάταξη, ότι σε κάθε περίπτωση η οφειλόμενη αμοιβή με τα πιο πάνω ποσά και ποσοστά, βαρύνει τον υπόχρεο σε αποζημίωση, δεν αντιστρατεύεται τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της σύμβασης της Ρώμης ούτε και εκείνη της ΕΣΔΑ (Α.Π 915/2003 ).

Και τούτο διότι με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση που δικαιούται να λάβει ο δικαιούχος αλλά περιορίστηκε, επιτρεπτώς το ποσοστό υπολογισμού της αμοιβής του δικηγόρου (ΟλΑΠ 20/2005). Επομένως, το εφετείο με το να προσδιορίσει την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος στα πλαίσια της διάταξης του άρθρ. 9 του ν. 2730/1999, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ο 5ος από τους λόγους της αίτησης και 6ος των προσθέτων λόγων για παράβαση της διάταξης του άρθρ. 559 αρίθ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, κατά τους βάσιμους περί αυτού πρώτου, τρίτου, τέταρτου (υπό στοιχεία i και ii και έκτου του κυρίως δικογράφου, πρώτου και εν μέρει δευτέρου του πρόσθετου δικογράφου των λόγων αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρίθ.11,9 και 19 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΎΣ

Κηρύσσει άκυρο το δικόγραφο της από 4.7.2003 αίτηση αναίρεσης και τους από 1.12.2004 πρόσθετους λόγους των Α. Ν. του Δ., και Δ. Γ. του Ι. (αύξ. αρίθ. 23 και 56 της αιτήσεως αντίστοιχα).

Κηρύσσει απαράδεκτη, τη γενόμενη στο ακροατήριο, δήλωση - παρέμβαση των: Δ., Φ., Ι. και Σ. Α. Ν., και Β. χήρας Δ. Γ., Ι. Γ. και Α. Κ. το Δ. Γ., για συνέχιση της δίκης ως κληρονόμων των πιο πάνω αποβιωσάντων αρχικών διαδίκων, Α. Ν. του Δ., και Δ. Γ. του Ι., αντίστοιχα. Δέχεται την παρέμβαση- δήλωση συνέχισης της δίκης των: Μ. χήρας Β. Π., Γ., Δ. και Π. Β. Π., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αναιρεσείοντος Δ. Γ. ( αύξ. αριθμ. 56).

Α) Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 4.7.2003 αίτηση και τους από 1.12.2004 πρόσθετους λόγους των: 1) … 12β) Δ. Δ. του Ι. (αύξ, αριθμ. 95) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 421/2002/2002 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Αναιρεί, την 421 /2002 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου κατά ένα μέρος, όπως στο σκεπτικό της παρούσας ειδικότερα αναφέρεται, σε σχέση με τους εκεί αναιρεσείοντες και τις μνημονευόμενες ιδιοκτησίες τους που απαλλοτριώθηκαν.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο ίδιο εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια εξακόσια σαράντα (1640 ) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2006 και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ