Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissible evidence and procedural errors in civil proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment from the Dodecanese Court of Appeal. The State argued that the lower court improperly considered a company's constitution and failed to address procedural defects, violating principles of adversarial proceedings and evidence rules. The court rejected these claims because the lower court's assessment of the admissibility of new evidence and the validity of admissions falls within its exclusive discretion and is not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8), 559(11)(a)-(b), 529(2) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's review of the lower court's assessment of evidence admissibility and the validity of admissions is excluded from appellate jurisdiction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 668 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 668/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου και το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-1999 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 136/2001 μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 887/2003 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, 198/2009 μη οριστική και 166/2011 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-5-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 8-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η κατ’ αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (αρθρ.686 επ. Κ.Πολ.Δ.,) υπ’ αριθ. 166/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την ανακοπή αυτής κατά του υπ’ αριθμ. ...10.1999 πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως του Προϊστάμενου της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου, για αυθαίρετη κατάληψη και χρήση κοινοχρήστου χώρου, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει την εν λόγω ανακοπή και, ακυρώνοντας εν μέρει το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, περιόρισε το ύψος της καθορισθείσης δι’ αυτού αποζημιώσεως.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., που αποσκοπεί στη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος αλλά και στην αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρα 106 και 110 παρ.2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς, νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακολούθως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμορφώνουν ή μπορούν να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.
Α.Π. 2/1989, 13/1995). Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, νοούνται και οι λόγοι ανακοπής κατά πρωτοκόλλου αποζημιώσεως για αυθαίρετη χρήση δημοσίας εκτάσεως, που συνιστά ανακοπή του άρθρου 583 επ. Κ.Πολ.Δ., οι λόγοι της οποίας πρέπει να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο στο δικόγραφο της ανακοπής ή των προσθέτων λόγων.
Οι λόγοι αυτοί αναφέρονται στην έλλειψη των προϋποθέσεων εκδόσεως του πρωτοκόλλου και οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, ο δε καθού η ανακοπή μπορεί να αμυνθεί είτε αρνούμενος αυτούς είτε προβάλλοντας ενστάσεις (Ολ.Α.Π. 10/1997).
Συνεπώς, αν το δικαστήριο λάβει υπόψη μη νόμιμο, αόριστο ή απαραδέκτως προταθέντα λόγο ανακοπής, και ακυρώσει για το λόγο αυτό το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο υποπίπτει στην από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α’ του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι, απαράδεκτοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται ως μη προταθέντες και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 14/2004, Α.Π.1411/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση του, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: "Ο πατέρας της ομόρρυθμου εταίρου της ανακόπτουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) ομόρρυθμης εταιρείας, Π. Ν....είχε καταλάβει αυθαίρετα περί το έτος 1946 έκταση 4.000 τ.μ.
περίπου στην παραλιακή περιοχή ..., στην οποία πάραυτα με την κατάληψη κατασκεύασε κατοικία από τσιμεντόλιθους και οροφή από τερνίτες, διαμένοντας εκεί με την οικογένεια του, και εντός του τμήματος έκτασης 554 τ.μ., για το οποίο εκδόθηκε το ανακοπτόμενο...πρωτόκολλο...και περί το 1948 κατασκεύασε επ’ αυτού:
α) καφενείο κτισμένο από τσιμεντόλιθους ύψους 1,5 μ. και οροφή από τερνίτες, εμβαδού 193 τ.μ., β) αποθήκη ... από τσιμεντόλιθους και οροφή από τερνίτες εμβαδού 11 τ.μ. και γ) τουαλέτες... από τσιμεντόλιθους και οροφή από τερνίτες, εμβαδού 16 τ.μ.. το Καφενείο το λειτούργησε...από το 1948 μέχρι τη 15.3.1958, που εκδόθηκε η ...υπ’ αριθμ. .../15.3.1958 άδεια λειτουργίας καταστήματος καφενείου της τότε Διοίκησης Χωροφυλακής Ρόδου, στο όνομα της συζύγου του Σ.
συζ. Π. Ν..... Έκτοτε λειτουργούσε το καφενείο στο όνομα της τελευταίας μέχρι την 25.6.1980, που μετέτρεψαν το καφενείο σε εστιατόριο και από 26.6.1980 το λειτούργησε η ίδια ως εστιατόριο - καφέ μπαρ μέχρι την 20.4.1999 δυνάμει της υπ’ αριθμ. ....6.1980 άδειας λειτουργίας καταστήματος (εστιατορίου - καφέ μπαρ) του Αστυνομικού ..., η οποία εκδόθηκε στο όνομα της.
Όταν άρχισε να λειτουργεί ως εστιατόριο, ο Π. Ν. κατασκεύασε ψησταριά όπισθεν του εστιατορίου, κτισμένη από τσιμεντόλιθους και οροφή από τερνίτες, εμβαδού 11 τ.μ. και διαμόρφωσε αύλειο χώρο, επιστρώνοντας τον με κυβόλιθους εμβαδού 323 τ.μ., αναπτύσσοντας επ’ αυτού 15 τραπέζια των τεσσάρων θέσεων έκαστο, προς εξυπηρέτηση των πελατών του εστιατορίου.
Από την 21.4.1999 που ιδρύθηκε η ανακόπτουσα ομόρρυθμη εταιρεία δυνάμει του από 20.4.1999 καταστατικού της που καταχωρίσθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Ρόδου με αριθμό ....4.1999, με μοναδικούς ομόρρυθμους εταίρους την κόρη του ανωτέρω ζεύγους Μ. Χ.,... και τον εγγονό, από την κόρη τους Ε. συζ. Σ. Π.,..., Γ. Π. του Σ....,άρχισε αυτή (ανακόπτουσα) έκτοτε την εκμετάλλευση του εστιατορίου και όλων των προαναφερθέντων βοηθητικών κτισμάτων και δη ψησταριάς αποθήκης και τουαλετών, συνολικού εμβαδού 231 τ.μ. ...
και του αύλειου χώρου έκτασης 323 τ.μ. αναπτύσσοντας επ’ αυτού 15 τραπέζια των 4 θέσεων έκαστο, προς εξυπηρέτηση των πελατών του εστιατορίου.
Στη συνέχεια εκδόθηκε στα ονόματα των δύο ομόρρυθμων εταίρων, η υπ’ αριθμ. ....6.1999 άδεια λειτουργίας εστιατορίου του .... Με το ...ανακοπτόμενο... πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης, η ανακόπτουσα ομόρρυθμη εταιρεία υποχρεώθηκε να καταβάλει στο καθ’ ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο, το ποσό των 21.801.237 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1.1.1980 έως και 30.9.1999.
όμως, ενόψει του ότι, κατά τα προπαρατιθέμενα, η ανακόπτουσα ομόρρυθμη εταιρεία, συνεστήθη κατά την 21.4.1999 που καταχωρίσθηκε το καταστατικό της στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Ρόδου με αριθμό ....4.1999, όπως αυτό προκύπτει από το με επίκληση προσκομιζόμενο σε φωτοτυπικό αντίγραφο από 20.4.1999 καταστατικό της (ανακόπτουσας εταιρείας), δεν συντρέχει η απαραίτητη προϋπόθεση, δηλαδή η αυθαίρετη κατάληψη και χρήση των κτισμάτων και του ακάλυπτου χώρου στον κοινόχρηστο χώρο αιγιαλού και παραλίας, έκτασης 554 τ.μ., στην περιοχή ...
του ... από μέρους της κατά το χρονικό διάσημα από 1.1.1980 έως 20.4.1999, αφού κατά το χρονικό διάστημα η ανακόπτουσα εταιρεία ήταν ανύπαρκτη, καθ’ όσον δεν είχε ακόμα συσταθεί ως ομόρρυθμη εταιρεία, και κατά παραδοχή του κατ’ ορθή εκτίμηση πρώτου λόγου της ανακοπής της που επαναφέρει και με σχετικό λόγο της έφεσης της, πρέπει να ακυρωθεί το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα από 1.1.1980 έως και 20.4.1999.
Περαιτέρω, κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα που αφορά το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο αποζημίωσης, από 21.4.1999 έως και 30.9.1999, η οφειλόμενη αποζημίωση ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 852.584,33 δραχμών ή 2502,08 ευρώ, κατά τους υπολογισμούς που αναφέρονται στην από 1.10.1999 έκθεση ελέγχου, βάσει της οποίας συντάχθηκε το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο...
Συνεπώς, η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την ανακοπή, ενώ έπρεπε να τη δεχθεί εν μέρει ως ουσία βάσιμη και να ακυρώσει το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο αποζημίωσης για το χρονικό διάστημα από 1.1.1980 έως και 20.4.1999 και για το ποσό πέραν των 852.584,33 δραχμών ή 2.502,08 ευρώ έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο της έφεσης της ανακόπτουσας, γι’ αυτό πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η έφεση της και να εξαφανισθεί...
η εκκαλούμενη απόφαση...Στη συνέχεια, αφού διακρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο...πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη η ανακοπή, να ακυρωθεί εν μέρει το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, ώστε να περιοριστεί η αποζημίωση στο χρονικό διάστημα από 21.4.1999 έως και 30.9.1999 και στο συνολικό ποσό των 852.584,33 δραχμών ή 2502,08 ευρώ......" Η απόφαση αυτή πλήττεται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την υπό κρίση αίτηση, με τον πρώτο λόγο της οποίας προσάπτει κατ’ αυτής την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 α’ Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι έλαβε υπόψη μη παραδεκτώς προταθέντα πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη το γεγονός της συστάσεως της ανακόπτουσας, την 21-4-1999, και της μη συνδρομής εντεύθεν στο πρόσωπο της, της αναγκαίας για την έκδοση του ανακοπτομένου πρωτοκόλλου προϋποθέσεως της αυθαιρέτου καταλήψεως και χρήσεως του αντιστοίχου κοινοχρήστου χώρου, για το προηγηθέν της συστάσεως της χρονικό διάστημα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1980 έως 20-4-1999, το οποίο (γεγονός) δεν προβλήθηκε με τον δεκτό γενόμενο πρώτο λόγο ανακοπής.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι στο συγκεκριμένο λόγο ανακοπής διαλαμβάνονται επί λέξει τα εξής: "εσφαλμένα και μη νόμιμα με το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο επεβλήθη σε βάρος μας το ποσό των δρχ 21.801.237 ως καταβλητέα αποζημίωση προς το Δημόσιο, για αυθαίρετη δήθεν χρήση από εμάς ακινήτου του Δημοσίου, που βρίσκεται στη θέση "..." του ...
και συγκεκριμένα του ακινήτου που περιγράφεται στο παραπάνω πρωτόκολλο και τα συνοδευτικά αυτού έγγραφα, δηλ. εστιατορίου (με ...), εμβαδού 192 τ.μ., ψησταριά (με ...), αποθήκη (με ...) και τουαλετών (με ...), εμβαδού 48 τ.μ. αύλειος χώρος (...) εμβαδού 323 τ.μ. και αυτό γιατί τα κτίσματα αυτά κείνται σε ακίνητο στη θέση "..." του δημοτικού διαμερίσματος ...
με τα κτηματολογικά στοιχεία ... γαιών ... φύλλο ... και φάκελος ... του Κτηματολογίου Ρόδου, το οποίο αρχικά κατέλαβε το έτος 1948, με σύσταση και προτροπή της τότε διοικήσεως της Διευθύνσεως Γ., ο Π. Ν.- πατέρας της πρώτης από τους εταίρους Μ. Χ., το γένος Π. Ν. και παππού του δεύτερου των εταίρων Γ. Π., (υιό της αδελφής μου)-αργότερα δε εγώ και τα αδέλφια μου με τις οικογένειες μας και ελλείψει στέγης ανήγειρε σε αυτό αρχικά οικία, αργότερα δε μικρό καφενείο-εστιατόριο.
Μέρος αυτών των κτισμάτων που ανήγειρε ο προκάτοχός μας χρησιμοποιείται πλέον από εμάς τους ανακόπτοντες, ως επιχείρηση, έχοντας συστήσει την πιο πάνω αναγραφόμενη εταιρεία". Από την εκτίμηση του περιεχομένου του προκύπτει ότι ο λόγος αυτός, μολονότι δεν προσδιορίζεται ο χρόνος ιδρύσεως της ανακόπτουσας, είναι επαρκώς ορισμένος, καθόσον περιέχει τα αναγκαία για την νομική θεμελίωση του στοιχεία που είναι η άρνηση της αυθαίρετης χρήσης του επιδίκου κοινοχρήστου χώρου γενικώς, αλλά και ειδικότερα από την ανακόπτουσα κατά το προηγηθέν της συστάσεως της χρονικό διάστημα που αυτό εχρησιμοποιείτο από τα αναφερόμενα σ’ αυτόν φυσικά πρόσωπα, η χρήση δε αυτής τοποθετείται εμμέσως πλην σαφώς σε μεταγενέστερο και πρόσφατο χρόνο, όπως συνάγεται από την διατύπωση: "χρησιμοποιείται πλέον από εμάς...".
Ο ακριβής δε προσδιορισμός του χρόνου τούτου, έγινε παραδεκτώς από το Εφετείο, κατά την ουσιαστική έρευνα του αντιστοίχου λόγου ανακοπής. Επομένως το Εφετείο κρίνοντας, με την προσβαλλομένη απόφαση του , κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, ορισμένο και παραδεκτό το συγκεκριμένο λόγο ανακοπής, που ήχθη ενώπιον του με σχετικό λόγο εφέσεως, και δεχόμενο κατ’ ουσίαν εν μέρει τον λόγο αυτό, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 α’ Κ.Πολ.Δ., λαμβάνοντας υπόψη πράγματα μη παραδεκτώς προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε βεβαίως στην πλημμέλεια του δευτέρου εδαφίου της ιδίας ως άνω διατάξεως, υπό την έννοια ότι προσέδωσε απαραδέκτως στο συγκεκριμένο λόγο ανακοπής το περιεχόμενο ταυτοσήμου προσθέτου λόγου, απορριφθέντος ως απαραδέκτου με την προηγηθείσα υπ’ αριθμ. 198/2009 απόφαση του, και ο περί αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339, 352 παρ. 1 και 353 του Κ.Πολ.Δ., δεν αποτελεί δικαστική ομολογία οποιαδήποτε τοιαύτη, αλλά εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (Α.Π. 1711/2008, 325/2007, 1718/2014).
Τέλος, κατά το άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ., κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια γενικά ή ειδικά για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση.
Ο τρόπος δε ασκήσεως της διακριτικής αυτής ευχερείας από το δικαστήριο της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο διότι αφορά την εκτίμηση πραγμάτων (Α.Π.60/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων".
Αποδεικτική δύναμη των διαφόρων αποδεικτικών μέσων είναι η επίδραση που έχει ή μπορεί να έχει κάποιο αποδεικτικό μέσο στο σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως και ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη αποδείξεως από εκείνη που δεσμευτικώς καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ., ιδίας αποδεικτικής δυνάμεως αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρο 561παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 353/2007, 1531/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ομολογία της αναιρεσίβλητης με τις από 26-3-2003 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι "η ίδια κάνει χρήση του χώρου αυτού (επιδίκου),αφότου ανέλαβε τα ηνία της επιχείρηση του καφενείου", παραβιάζοντας έτσι τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων και υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είτε ως αιτίαση από την τελευταία ως άνω διάταξη είτε (κατ’ ορθή εκτίμηση του) ως τοιαύτη από τον αριθμό 11 γ’ του ιδίου άρθρου, είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι δεν αναφέρεται σ’ αυτόν ότι ο περί δικαστικής ομολογίας ισχυρισμός προεβλήθη ενώπιον του Εφετείου, επί πλέον δε διότι, ως ήδη εξετέθη, η ευχέρεια του δικαστηρίου να συναγάγει από τις προτάσεις του διαδίκου ομολογία ή άρνηση συγκεκριμένου ισχυρισμού, ως περί πραγμάτων κρίση δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 περ. α’ και β’ του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθησαν, είναι και αυτές που προσκομίσθησαν κατά τρόπο απαράδεκτο.
Εξάλλου, από το άρθρο 529 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει σαφώς ότι, στην κατ’ έφεση δίκη οι διάδικοι επιτρέπεται να επικαλεσθούν και να προσκομίσουν νέα αποδεικτικά μέσα, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που. προσκομίζονται για πρώτη φορά ενώπιόν του ως απαράδεκτα, διότι κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, κρίση του, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρεία αμέλεια.
Για το παραδεκτό του αποδεικτικού αυτού μέσου το Εφετείο δεν απαιτείται να διαλάβει ειδική αιτιολογία, αφού η λήψη τούτου υπόψη υποδηλώνει σιωπηρά απόκρουση της προθέσεως στρεψοδικίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλομένη η εκ του 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη το προσκομισθέν για πρώτη φορά ενώπιόν του από 20-4-1999 καταστατικό συστάσεως της αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρείας, καταχωρηθέν με αριθμό ...-4-1999 στο Πρωτοδικείο Ρόδου, ενώ έπρεπε να αποκρούσει αυτό ως απαράδεκτο κατ’ άρθρο 529 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, ως προελέχθη, η κρίση του δικαστηρίου περί του παραδεκτού του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, αναγομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττώμενο (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, μειωμένων όμως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/57, της υπ’ αριθμ. 134423/28-12-1992 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και του άρθρου 28 παρ. 5 του ν. 2579/98, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Μαΐου 2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου, από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 166/2011 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ