Legislator Case Law & Legislation
668/2012 AI generated

Supreme Court allows landlord's claim for rent arrears despite tenant's withdrawal from prior suit due to statute of limitations rules.

Case Number 668/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court reversed the Court of First Instance's dismissal of a landlord's claim for rent arrears, ruling that the tenant's withdrawal from a prior lawsuit did not trigger the statute of limitations. The tenant argued the claim was time-barred because they withdrew from the first suit, but the Court held that the limitation period had already been interrupted by the filing of that initial suit. Consequently, the Court found the second suit filed within the statutory window valid and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 6 para. 2 of Law 3198/1955; Art. 263 of the Civil Code: The statute of limitations for rent arrears is interrupted by the filing of a lawsuit; if the plaintiff withdraws the suit while it is pending, the limitation period is deemed not to have been interrupted if a new suit with the same object is filed within the prescribed time.

Keywords

AI generated
statute of limitations rent arrears claim withdrawal of lawsuit interruption of limitation Landlord and Tenant Law

Cited Legislation

AI generated
Art. 6 para. 2 of Law 3198/1955
Art. 261 of the Civil Code
Art. 263 of the Civil Code
Art. 270 of the Civil Code
Art. 279 of the Civil Code
Art. 294 of the Code of Civil Procedure
Art. 295 of the Code of Civil Procedure
Art. 297 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 668 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 668/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Β. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κουτσούκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 744/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2313/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/5/2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 2/3/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 κάθε αξίωση του μισθωτού για καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το ν. 2112] 1920, όπως -αυτός τροποποιήθηκε με το β.δ. 16/ 18-7-1920, αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου, από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή. Η παραγραφή αυτή διακόπτεται, μεταξύ των άλλων και με την έγερση της σχετικής αγωγής (άρθρα 261 και 279 Α.Κ.).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 263 ΑΚ, που σύμφωνα με το άρθρο 279 ΑΚ εφαρμόζεται και επί της παραπάνω αποσβεστικής προθεσμίας, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλιν την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η τρεις στην περίπτωση της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, η προθεσμία αυτή θεωρείται ότι τηρήθηκε με την κοινοποίηση προηγούμενης αγωγής.

Όπως από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η νέα αγωγή, η οποία μπορεί να ασκηθεί και πριν τελεσιδικήσει η απόφαση που απορρίπτει την προηγούμενη αγωγή (Α.Π. 2074/2007), για να έχει το ανωτέρω αποτέλεσμα, πρέπει να έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Κατά το άρθρα 221 και 222 Κ.Πολ.Δικ., εξάλλου, η άσκηση της αγωγής, έχει σαν συνέπεια, μεταξύ άλλων και την εκκρεμοδικία, η οποία έχει σαν αποτέλεσμα, ότι δε μπορεί να γίνει, σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη, για την ίδια, επίδικη διαφορά, ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, με την ίδια ιδιότητα εμφανιζόμενους, αν δε ασκηθεί δεύτερη αγωγή, η εκδίκαση ης αναστέλλεται, μέχρι να περατωθεί η πρώτη δίκη.

Η εκκρεμοδικία αυτή αίρεται με τη νομότυπη παραίτηση από το δικόγραφο της (πρώτης) αγωγής. Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 297 Κ.Πολ.Δικ., η παραίτηση από το δικόγραφο ή από το δικαίωμα της αγωγής γίνεται είτε με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου.

Η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρο 295 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, καθώς και από αυτά, που το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, προκύπτουν τα εξής:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, που ήταν υπάλληλος της αναιρεσίβλητης, αποχώρησε από την υπηρεσία του την 28-10-2006, λόγω συνταξιοδοτήσεως. Στη συνέχεια και επειδή θεώρησε ότι η σχετική αποζημίωση που του καταβλήθηκε, ήταν μικρότερη της νόμιμης, άσκησε την από 14-12-2006 αγωγή του, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη την 18-12-2006, με την οποία ζητούσε την καταβολή του υπολοίπου της εν λόγω αποζημιώσεως.

Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης νέα (την ένδικη) αγωγή, με περιεχόμενο ίδιο με αυτό της πρώτης. Η αγωγή αυτή επιδόθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη την 18-5-2007. Η εκδίκαση της πρώτης αγωγής, που είχε ορισθεί για την 11-5-2007, ματαιώθηκε. Στη συνέχεια έλαβε χώρα η εκδίκαση της ένδικης αγωγής, κατά την δικάσιμο της 15-1-2008.

Την ίδια ημέρα και μετά το πέρας της συζητήσεως αυτής, ο αναιρεσείων παραιτήθηκε νομότυπα από το δικόγραφο της πρώτης αγωγής του. Η παραίτηση έγινε με δικόγραφο, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη-εναγομένη, για την επίδοση δε συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 2899/15-1-2008 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ... .

Η αγωγή έγινε δεκτή από το πρωτόδικο δικαστήριο. Το εφετείο, μετά από σχετικό λόγο εφέσεως της εναγομένης-αναιρεσίβλήτης, δέχθηκε ότι η παραίτηση αυτή, "εφόσον έγινε μεταγενέστερα από τη συζήτηση στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη και ουδέν αποτέλεσμα επάγεται, οπότε δεν αναβιώνει το διακοπτικό αποτέλεσμα μετά την πρώτη αγωγή ούτε οδηγεί στη λήξη της εκκρεμοδικίας", στη συνέχεια δε, κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι μετά πάροδο του εξαμήνου, από τότε που η απαίτηση κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη, έκανε δεκτή την έφεση και απέρριψε την αγωγή, για τον ως άνω λόγο, ήτοι, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα.

Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου και τούτο διότι: α) η ως άνω παραίτηση από το δικόγραφο της πρώτης αγωγής, που έγινε ενώ η συζήτηση της είχε ματαιωθεί, δεν ήταν απαράδεκτη, αφού έγινε κατά το νόμιμα προβλεπόμενο τρόπο (άρθρα 294 και 297 Κ.Πολ.Δικ.), επέφερε δε αναδρομικά αποτελέσματα, αφού κατά νόμο θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρο 295 Κ.Πολ.Δικ.) β) με την άσκηση της πρώτης αγωγής, που έγινε την 18-12-2006, ήτοι μέσα στην εξάμηνη προθεσμία, επήλθε διακοπή της προθεσμίας αυτής, οπότε άρχισε νέα προθεσμία από την ως άνω ημεροχρονολογία (άρθρο 270 σε συνδυασμό με άρθρο 279 Α.Κ.), γ) Όταν, επομένως, ασκήθηκε η δεύτερη (ένδικη) αγωγή, η επίδοση της οποίας έγινε την 18-5-2007, η εξάμηνη προθεσμία, που είχε αρχίσει, εκ νέου από 18-12-2006, δεν είχε παρέλθει, δ) η παραίτηση του ενάγοντα από την πρώτη αγωγή επέφερε μεν ως προς αυτήν τα αποτελέσματα, που ορίζονται από την παρ. 1 του άρθρου 263 Α.Κ., όμως, εφόσον είχε ήδη ασκηθεί η ένδικη αγωγή, με το ίδιο αντικείμενο, η έναρξη της εξάμηνης προθεσμίας θεωρείται ότι έλαβε χώρα την 18-12-2006, ήτοι με την άσκηση της πρώτης αγωγής και, συνεπώς, δεν ασκήθηκε αυτή εκπρόθεσμα.

Και ναι μεν ο νόμος αναφέρει ότι "αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι αγωγή, μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή (άρθρο 263 παρ. 2 Α.Κ.), όμως ο νομοθέτης είχε, προδήλως, υπόψη του, το συνήθως συμβαίνον, χωρίς, όμως, να έχει αποκλείσει την δυνατότητα στον ενάγοντα να εγείρει κατά του εναγομένου και νέα αγωγή, πριν ακόμη παραιτηθεί από την πρώτη, με το ίδιο αντικείμενο και με τα αποτελέσματα, βέβαια, που διαγράφονται από τη διάταξη του άρθρου 222 Κ.Πολ.Δικ.

Όμως, μετά την άρση της εκκρεμοδικίας, δεν εμποδίζεται η εκδίκαση της δεύτερης αγωγής και έκδοση απόφασης, όπως στην προκειμένη περίπτωση, έστω και αν η παραίτηση από το δικόγραφο της πρώτης αγωγής έλαβε χώρα την ίδια ημέρα, με την εκδίκαση της, αφού, σε κάθε περίπτωση και πριν εκδοθεί σχετική απόφαση, η εκκρεμοδικία είχε εκλείψει με την αναδρομική εξαφάνιση από τη σφαίρα του νομικού κόσμου της πρώτης αγωγής.

Συνεπώς, το Εφετείο, έσφαλε, περί την ερμηνεία και την εφαρμογή των ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και, επομένως, κατά παραδοχή της ένδικης αίτησης, με την οποία και με το σύνολο των λόγων της, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., σε σχέση με την ερμηνεία και την εφαρμογή των άνω διατάξεων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2310/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, εκ δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ