Supreme Court allows guarantor's claim against principal debtor for non-beneficial administration expenses under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's dismissal of a guarantor's claim. The guarantor had paid the creditor on behalf of the principal debtor but argued she acted for her own benefit rather than the debtor's interest. The court found the lower court erred in applying the Civil Code regarding non-beneficial administration, ruling that the guarantor could recover expenses incurred under such circumstances.
Legislator headnote
AI generatedArticles 858, 739, and 904 paragraph 1 item a of the Greek Civil Code; A guarantor who has satisfied the creditor may claim reimbursement from the principal debtor if a legal relationship exists, specifically in cases of non-beneficial administration where the guarantor acted for their own interest rather than the principal's.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 668 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 668/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΝ ΕΛΔΕ ΑΕ" που εδρεύει στα Γιαννιτσά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κιοσέ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Λαγομάτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1439/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1050/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-7-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 5-1-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 858 ΑΚ συνάγεται ότι ο εγγυητής ο οποίος ικανοποίησε το δανειστή δικαιούται να στραφεί κατά του πρωτοφειλέτη και να ζητήσει να του πληρώσει το ποσό που κατέβαλε στο δανειστή, μόνο αν έχει δικαίωμα αναγωγής κατ΄αυτού, δηλαδή εφόσον μεταξύ αυτού και του πρωτοφειλέτη υφίσταται έννομη σχέση η οποία παρέχει σ'αυτόν σχετικό δικαίωμα.
Τέτοια έννομη σχέση μπορεί να είναι η σύμβαση της εντολής που παρέχει στον εντολοδόχο το δικαίωμα να ζητήσει από τον εντολέα ο,τιδήποτε δαπάνησε για την κανονική εκτέλεσή της (άρθρο 722 ΑΚ), ή ακόμη η διοίκηση αλλοτρίων, η οποία, ως εξωδικαιοπρακτική ενοχή, ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 730 έως 740 ΑΚ.
Ειδικότερα, ως προς την τελευταία έννομη σχέση, αν ο εγγυητής, ως διοικητής αλλοτρίων, ανέλαβε τη διοίκηση (χειρισμό) της ξένης υπόθεσης προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου (πρωτοφειλέτη), έχει δικαίωμα να ζητήσει απ'αυτόν τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή των άρθρων 713 επ.ΑΚ που εφαρμόζονται αναλόγως (ΑΚ 730 και 736).
Αν, όμως, δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενοι όροι των ΑΚ 730 και 736, ήτοι της γνήσιας θεμιτής διοίκησης αλλοτρίων, ο διοικητής-εγγυητής δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον πρωτοφειλέτη-κύριο της υπόθεσης την ανόθρωση των ζημιών, ενώ απόδοση των δαπανών δικαιούται να ζητήσει μόνο κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 737, που οριοθετεί, κατά τρόπο αρνητικό, τη γνήσια αθέμιτη διοίκηση αλλοτρίων).
Εξ άλλου, κατά την ΑΚ 739 εδ.α', όποιος, επομένως και ο εγγυητής, γνωρίζοντας ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση τη διοικεί σαν δική του, με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία, έχει τις υποχρεώσεις από τη διοίκηση αλλοτρίων. Μη γνήσια ή νόθος, επομένως, κατά την τελευταία αυτή διάταξη, είναι η διαχείριση ξένης υπόθεσης από κάποιον (διοικητή) με τη γνώση, ότι είναι ξένη σαν δική του, όχι προς το συμφέρον του κυρίου, αλλά προς το συμφέρον του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την ΑΚ 739 εδ.β', ο διοικητής, που μπορεί να είναι και ο εγγυητής, έχει δικαίωμα να απαιτήσει δαπάνες μόνο κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπως και εκείνος της γνήσιας πλην αθέμιτης διοίκησης αλλοτρίων κατά την ΑΚ 737 εδ.β' 'Ετσι, μόνο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αθέμιτης ή μη γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων, πρέπει να ερευνάται αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη γέννηση της αξίωσης αδικαιολογήτου πλουτισμού, σύμφωνα με την ΑΚ 904 παρ.1 εδ.α', που ορίζει ότι "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια".
Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, για να γεννηθεί η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πρέπει να επέλθει μία περιουσιακή μεταβολή στις σχέσεις δικαιούχου και υποχρέου σε "βάρος" της περιουσίας του δικαιούχου χωρίς νόμιμη αιτία, αρκεί ο πλουτισμός του λήπτη να είναι πραγματικός και συγκεκριμένος, ιδιότητες που έχουν ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του πλουτισμού που "επιβάλλεται" στο λήπτη χωρίς τη θέλησή του.
Επιβαλλόμενος, εντεύθεν, πλουτισμός υπάρχει, όταν έχει υλοποιηθεί συγκεκριμένη πραγματική, κατ΄αντικειμενική κρίση, αύξηση της περιουσίας ενός προσώπου (πλουτισμός), η οποία έρχεται σε αντίθεση με τη θέλησή του ή τα ενδιαφέροντά του. Κάτι τέτοιο, δηλαδή επιβαλλόμενος (ανεπιθύμητος) πλουτισμός μπορεί να συμβεί ειδικά στη διοίκηση αλλοτρίων μόνο στις περιπτώσεις της αθέμιτης (γνήσιας) διοίκησης (ΑΚ 737 εδ.β') ή της μη γνήσιας (ΑΚ 739 εδ.β'), διότι στη γνήσια θεμιτή ο διοικητής ενεργεί προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου, στοιχείο αντίθετο προς το εννοιολογικό περιεχόμενο του επιβαλλόμενου πλουτισμού (ΑΠ 1614/1999 και 784/2005).
Τέλος, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσία της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη και απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ΄ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Στην προκείμενη περίπτωση, στην από 10-6-2001 αγωγή της, όπως εκτιμάται το εισαγωγικό αυτό δικόγραφο, επιτρεπτώς επισκοπούμενο από τον 'Αρειο Πάγο (ΚΠολΔ 561 παρ.1), αλλά δέχεται και το Εφετείο, η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) εκθέτει τα εξής:
Στο πλαίσιο της ασκούμενης από αυτή δραστηριότητας της διαμεσολαβήσεως μεταξύ ενδιαφερόμενων επενδυτών και ανώνυμων χρηματιστηριακών εταιριών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ως ανώνυμη εταιρεία λήψης και διαβίβασης χρηματιστηριακών εντολών, συνήψε με την ανώνυμη εταιρεία "EYROXX Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρεία Παροχής Επενδυντικών Υπηρεσιών" την από 15-2-2000 "σύμβαση συνεργασίας", με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να διαβιβάζει προς την τελευταία, έναντι προμηθείας καταβαλλόμενης από την εν λόγω χρηματιστηριακή εταιρεία, εντολές τρίτων για την αγορά και πώληση μετοχών μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών.
Με ειδικό όρο της εν λόγω συμβάσεως παραιτήθηκε από την ένσταση διζήσεως και εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτρια για τις οφειλές των τρίτων προς την εταιρεία "EYROXX" από την εκτέλεση των σχετικών ως άνω εντολών, οι οποίες μέσω αυτής (αναιρεσείουσας) θα διαβιβάζοντο στην τελευταία. Με την από 18-2-2000 έγγραφη δήλωσή του, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος εξουσιοδότησε αυτή (αναιρεσείουσα) να διαβιβάζει τις σχετικές με αγορά και πώληση κινητών αξιών εντολές του προς την εταιρεία "EYROXX", με την οποία ο ίδιος είχε καταρτίσει σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.
Βάσει της άνω εξουσιοδοτήσεως, η ίδια (αναιρεσείουσα) διεβίβασε, από΄25-2-2000 έως 8-1-2001, στην εταιρεία "EYROXX" τις αναφερόμενες στην αγωγή και αφορώσες σε αγορά και πώληση μετοχών εντολές του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες εκτελέσθηκαν από την εν λόγω χρηματιστηριακή εταιρεία. Από την εκ μέρους της εταιρείας αυτής ενεργηθείσα εκκαθάριση της όλης κρίσιμης χρηματιστηριακής συναλλαγής προέκυψε ότι στις 8-1-2001, ο αναιρεσίβλητος όφειλε, για τις μετοχές που επ'ονόματι και για λογαριασμό του είχε αγοράσει η εν λόγω εταιρεία, το συνολικό ποσό των 7.303.257 δραχμών, το οποίο, λόγω της αρνήσεώς του να το καταβάλει, η αναιρεσείουσα αναγκάστηκε να καταβάλει στην ανωτέρω εταιρεία προκειμένου να αποφύγει την κατ΄αυτής άσκηση σχετικής αγωγής, με βάση την ανωτέρω συμβατική εγγυητική της ευθύνη ως αυτοφειλέτρια, και την εν συνεχεία αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας της.
Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζητούσε να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος να της καταβάλει το άνω ποσό των 7.303.257 δραχμών, κυρίως ως εξ αναγωγής ευθυνόμενος, άλλως και επικουρικώς ως ενεχόμενος κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του ΑΚ, ως καταστάς πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία εκείνης (αναιρεσείουσας), άλλως με ζημία της.
Με το παραπάνω ιστορικό και αίτημα η υπό κρίση αγωγή, ορθώς εκτιμώμενη, περιέχει επικουρική βάση, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 858, 739 και 904 παρ.1 εδ.α' ΑΚ. Πράγματι, η αναιρεσείουσα, κατ΄ορθή νοηματική απόδοση του αγωγικού ιστορικού, εκθέτει με άλλες λέξεις και χωρίς τη χρήση των σχετικών τυπικών πανηγυρικών νομικών εκφράσεων, κατ΄ουσίαν, ότι η είναι η εγγυήτρια η οποία ικανοποίησε τη δανείστρια και δικαιούται να στραφεί κατά του πρωτοφειλέτη και να ζητήσει να της πληρώσει το ποσό που κατέβαλε στη δανείστρια γιατί έχει δικαίωμα αναγωγής κατ΄αυτού, αφού υφίσταται μεταξύ τους έννομη σχέση, με τη μορφή της μη γνήσιας ή νόθου διοικήσεως αλλοτρίων, εν όψει του ότι διαχειρίστηκε εν γνώσει ξένη υπόθεση σαν δική της όχι προς το συμφέρον του κυρίου της υπόθεσης, αλλά προς το συμφέρον της και τούτο γιατί εγγυήθηκε αυτοβούλως υπέρ του αναιρεσιβλήτου προς το συμφέρον της και συγκεκριμένα για να λάβει αμοιβή (προμήθεια) από τη δανείστρια του αναιρεσιβλήτου χρηματιστηριακή εταιρεία και ικανοποίησε την τελευταία καταβαλούσα το χρέος του πρωτοφειλέτη προς αυτή, πάλι για δικό της συμφέρον, προκειμένου να αποφύγει την άσκηση αγωγής κατ΄αυτής από τη δανείστρια εταιρεία και στη συνέχεια αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας της.
Τέλος δε ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα (στο ίδιο εισαγωγικό δικόγραφο) ότι ο αναιρεσίβλητος ενέχεται έναντι αυτής κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του ΑΚ, ως καταστάς πλουσιότερος (με τη μορφή του επιβληθέντος σ'αυτόν πλουτισμού) χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία αυτής (αναιρεσείουσας) και με ζημία της κατά το άνω ποσό, με ισόποση περιουσιακή ωφέλεια εκείνου (αναιρεσιβλήτου), Ωστόσο, καίτοι, νόμω βάσιμη η αγωγή κατά την ανωτέρω επικουρική θεμελίωσή της στις προεκτιθέμενες διατάξεις του ΑΚ απορρίφθηκε από το Εφετείο ως νόμω αβάσιμη. 'Ετσι, με την απορριπτική αυτή κρίση το Εφετείο παρεβίασε, με εσφαλμένη μη εφαρμογή, ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 858, 739 και 904 παρ.1 εδ.α' ΑΚ, καίτοι αυτές ήταν εφαρμοστέες σύμφωνα με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπως, άλλωστε, δέχθηκε τούτο (περιεχόμενο της αγωγής) και το Εφετείο.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατ΄ακολουθίαν, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, πρέπει ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1050/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 26 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ