Supreme Court dismisses appeal on failure to consider evidence and inadmissible new facts regarding lease arrears.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by tenants against the Athens Court of Appeal's decision ordering the landlord to pay lease arrears. The tenants argued the lower court failed to consider prior evidence and relied on facts not raised during the appeal, but the court rejected these claims. The court determined that the lower court had properly evaluated the evidence and that the new arguments presented did not constitute admissible grounds for appeal under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559, paragraphs 11 and 8 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the court of first instance failed to consider evidence presented by the parties or considered matters not raised, but arguments regarding the priority of supplier payments are merely conclusions and not admissible new facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 668 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 668/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Π. του Α., και 2. Ε. Π. του Α., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαδάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Ν. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κανδαράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Απριλίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2664/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 998/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30 Απριλίου 2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης, ανάγνωσε την από 8 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρίθ. 11 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι θεμελιώνεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη στα πλαίσια των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ίδιου Κώδικα και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά και όταν υπάρχουν αμφιβολίες περί του αν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση ή παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι έχουν ληφθεί υπόψη, όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα ( ΑΠ 643/2001 ).
Στην προκείμενη περίπτωση, προβάλλεται με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 11 λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αιτίαση, ότι το εφετείο κατέληξε στην παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και διέταξε την απόδοση της χρήσεως των μισθίων καταστημάτων της …. αρίθ. 197 των Αθηνών , λόγω καθυστερήσεως καταβολής των μισθωμάτων για, δήθεν, δυστροπία , χωρίς να λάβει υπόψη του την προεκδοθείσα υπ'αρίθ.2563/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κρίθηκε , επί προηγούμενης από 11.1.2002 αγωγής για δυστροπία , ότι η παρατηρηθείσα ολιγόχρονη καθυστέρηση στην καταβολή των μισθωμάτων, δεν οφείλονταν στους μισθωτές αναιρεσείοντες αλλά στο ότι ο αναιρεσίβλητος κατά το πρώτο τριήμερο του μήνα, που κατά το μισθωτήριο ήταν καταβλητέο το μίσθωμα, δεν ανευρίσκονταν στην κατοικία του, ενόψει του ότι συνήθως μετέβαινε στο εξοχικό του, και γι' αυτό εισέπραττε πάντα τα μισθώματα με καθυστέρηση ολίγων ημερών, αδιαμαρτύρητα, και χωρίς καμιά επιφύλαξη καθώς και ότι η προηγούμενη πιο πάνω από 11.1.2002 αγωγή του , όπως και η υπό κρίση, ασκήθηκε όχι διότι οι μισθωτές καθυστέρησαν τα πιο πάνω μισθώματα αλλά εκ του ότι οι τελευταίοι είχαν ασκήσει κατ' αυτού την από 5.12.2001 αγωγή τους, η οποία έγινε τελεσιδίκως δεκτή και μειώθηκε σημαντικά το συμφωνηθέν, πολύ αυξημένο, κατ' αναπροσαρμογή μίσθωμα.
Όμως το εφετείο βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, εκτός από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τις μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν , στα οποία περιλαμβάνεται η πιο πάνω 2563/2003 απόφαση, η οποία ρητά κατ'αριθμό μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αλλά και μέρος του περιεχομένου της ως προς το αποτέλεσμα αλλά και την προβληθείσα ένσταση των ήδη αναιρεσειόντων παρατίθεται σ' αυτή ( φύλ 4 2η σελ. ).
Εντεύθεν, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι έχει ληφθεί αυτή υπόψη και κατά περιεχόμενο της, αλλά κρίθηκε ανελέγκτως, ότι για το επίμαχο διάστημα (Δεκεμβρίου 2002- Μαρτίου 2003) οι μισθωτές καθυστέρησαν κατ' επανάληψη την καταβολή του οφειλόμενου μισθώματος , ενώ κατά το εφετείο η ύπαρξη της δικαστικής διένεξης υποχρέωνε τους αναιρεσείοντες να είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους.
Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο εν λόγω πρώτος από τους λόγους της αίτησης αναίρεσης.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων την ανάλυση, δηλαδή, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Θέμα ,επομένως, έλλειψης νόμιμης βάσης δεν υπάρχει και δεν θεμελιώνεται ως εκ τούτου ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν οι επισημαινόμενες ελλείψεις στην αιτιολόγηση της απόφασης, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξήχθη από αυτές , εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Στην προκείμενη περίπτωση, το εφετείο ανελέγκτως δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με την ένσταση των αναιρεσειόντων, περί ελλείψεως υπερημερίας τους για την καθυστερημένη καταβολή των μισθωμάτων των μηνών Δεκεμβρίου 2002 Απριλίου 2003, ότι οι τελευταίοι, είχαν τη δυνατότητα να ανεύρουν τον εκμισθωτή και να καταβάλουν το μίσθωμα νωρίτερα από τις ημερομηνίες 10.12.2002, 13.1.2003, 10.2.2002, 11.3.2003 που αντίστοιχα το κατέβαλαν , το μεν, διότι η κατοικία του αναιρεσίβλητου βρίσκεται πάνω από τα μίσθια καταστήματα, το δε διότι η οικογένεια του τελευταίου αριθμεί πέντε μέλη, γεγονός που μηδένιζε την αδυναμία να ανεύρουν κάποιον από αυτούς και να το καταβάλουν, πέραν των όσων επιπρόσθετα κατέθεσε η σύζυγος του αναιρεσιβλήτου, ότι δηλαδή, καταβάλλονταν τα μισθώματα από τους αναιρεσείοντες καθυστερημένα και μετά από πολλές πιέσεις, διότι, όπως έλεγαν, προηγούνταν στην πληρωμή οι προμηθευτές της επιχείρησής τους και ότι αυτή ήταν η πραγματική αιτία της παρατηρούμενης επανειλημμένης δυστροπίας. 'Ότι πέραν από τις καταθέσεις των μαρτύρων την εκδηλωθείσα δυστροπία των μισθωτών για την καταβολή των μισθωμάτων, ενισχύει η προηγηθείσα τακτική τους να καταβάλουν τα μισθώματα στο προγενέστερο του επιδίκου διαστήματος (Ιανουαρίου 2001 μέχρι Ιανουαρίου 2002), χρονικό διάστημα, που είχε καταστεί αντικείμενο δίκης με την προγενέστερη από 11-1-2002 αγωγή του αναιρεσιβλήτου εν αναμονή δε εκδόσεως (31-3-2003) της τελεσίδικης με αρ. 2563/2003 απόφασης του Δικαστηρίου του Εφετείου Αθηνών, καθυστερημένα, , ενώ θα αναμένονταν, τουλάχιστον ενόσω διαρκούσε η εκκρεμοδικία της προηγούμενης αγωγής, να είναι απολύτως συνεπείς στην εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, τακτική που μαρτυρεί εμμονή στην αντισυμβατική τους συμπεριφορά.
Δέχθηκε , επίσης, το εφετείο, ότι η άρνηση του αναιρεσιβλήτου να γνωστοποιήσει τραπεζικό του λογαριασμό στους αναιρεσείοντες για να καταθέτουν εκεί το μίσθωμα, δεν μπορεί να επιστηρίξει, την εκ του άρθρου 342 ΑΚ. ένσταση τους αναφορικά με την υπερημερία τους περί την καταβολή των μισθωμάτων, αφού δικαίωμα είναι κ' όχι υποχρέωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, να γνωστοποιήσει τον τραπεζικό του λογαριασμό για την κατάθεση των μισθωμάτων και κατά μείζονα λόγο , όταν δεν διαθέτει σε τράπεζα σχετικό λογαριασμό.
Οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από το άρθρ. 559 αρίθ. 19 ΚΠολΔ εκ του ότι έκρινε αντιφατικές και αναξιόπιστες τις καταθέσεις των ιδικών τους μαρτύρων, ενώ τούτο ισχύει για τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου, τις οποίες έκρινε μη αντιφατικές, παραβλέποντας ότι είναι μέλη της οικογένειάς τους, οι οποίοι έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης.
Με το περιεχόμενο αυτό λόγος είναι απορριπτέος , προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι οι ελλείψεις που αποδίδονται στην αιτιολόγηση της απόφασης, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξήχθη από αυτές και βάλλει κατά της ανέλεγκτης περί.
πραγμάτων κρίσης του δικαστηρίου. Ισχυρισμός, ότι τα πρόσωπα της οικογένειας του εκμισθωτή δε ήταν δεκτικά καταβολής των οφειλόμενων μισθωμάτων, δεν προβλήθηκε από μέρους των αναιρεσειόντων. Απαράδεκτος, επίσης, είναι και ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, διότι υπό το πρόσχημα της παραβίασης εκ πλαγίου των διατάξεων των άρθρων 342 ΑΚ, 661 ΚΠολΔ και 66 ΕισνΚΠολΔ, βάλλουν, επίσης, οι αναιρεσείοντες κατά της ανέλεγκτης κρίσης του εφετείου, περί του ότι είχαν επιδείξει επανειλημμένα οι τελευταίοι, στο παρελθόν δυστροπία.
Επομένως, είναι απορριπτέοι, οι δεύτερος και τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως.
III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρίθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "Πράγματα" δε κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται ο αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση ( και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα ) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντεστάνσεως ( ΟλΑΠ 3/1997).
Συνεπώς δεν είναι "πράγματα" με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κ.λ.π ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων ( Ολ Α.Π 469/1984), ενώ αντίθετα αποτελούν πράγματα οι λόγοι εφέσεως και αντεφέσεως και οι πρόσθετοι λόγο έφεσης ( ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση, ότι δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι πραγματική αιτία της σημειωθείσης επανηλειμμένης δυστροπίας, ήταν το γεγονός ότι προηγούνταν στην πληρωμή οι προμηθευτές της επιχείρησης, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί από μέρους του αναιρεσείοντος με την ασκηθείσα έφεσή του. Ο λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, γιατί η πιο πάνω παραδοχή της εφετειακής απόφασης, δεν αποτελεί "πράγμα" με την έννοια που προαναφέρθηκε, αφού το αναγκαίο για τη θεμελίωση της αγωγής περί δυστροπίας περιστατικό είναι η καθυστέρηση της καταβολής των μισθωμάτων, το ανωτέρω δε γενόμενο δεκτό περί της κατά προτεραιότητα εξόφλησης των προμηθευτών της επιχείρησης αποτελεί επιχείρημα , που δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης.
ΙV. Με τον πέμπτο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αρίθ. 14 ΚΠολΔ, εκ του ότι δεν απέρριψε την νομίμως προβληθείσα στο εφετείο ένστασή του περί αοριστίας της αγωγής για δυστροπία, αφού σ'αυτήν δεν γίνονταν σαφής προσδιορισμός συγκεκριμένων γεγονότων από τα οποία να προσδιορίζεται το εκπρόθεσμο, παρότι τούτο ήταν αναγκαίο, αφού κατά το άρθρ. 66 ΕισνΚΠολΔ απαιτείται όχι απλή αλλά υπαίτια καθυστέρηση ,δηλαδή, υπερημερία του μισθωτή ως προς την καταβολή του μισθώματος. Ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει, ότι εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση τη βάση της δυστροπίας περιστατικά, δεδομένου ότι ρητά αναφέρεται η καθέκαστον μήνα όχληση, με διάφορους τρόπους, για καταβολή του μηνιαίου μισθώματος τη συμπεφωνημένη ημερομηνία και η σημειωθείσα για κάθε , επίσης, μήνα, καθυστέρηση στην καταβολή των μισθωμάτων ( σελ 4 της αγωγής ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΎΣ
Απορρίπτει την από 30.4.2004 αίτηση των Δ. και Ε. Π., για αναίρεση, της 998 /2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα ( 770 ) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2006 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ