Supreme Court annuls lower court ruling on appeal, remanding case due to insufficient reasoning on corporate authority and debt validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's decision regarding a debt dispute between a football club and an individual. The appellant argued the company lacked authority to issue promissory notes without board approval, while the respondent maintained the transactions were valid. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding corporate representation statutes and the nature of the debts, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 83 of Law 4790/2021: When a party fails to appear or participate properly in an appeal hearing, the Supreme Court examines the legality of summons ex officio and proceeds if summons were valid; if grounds for annulment are substantiated due to lack of reasoning on corporate authority or debt validity, the decision is annulled and the case remanded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 667 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 667/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Χατζηπαντελίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ποδοσφαιρικής εταιρείας με την επωνυμία "..." ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη…, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-01-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3613/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2138/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-08-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, στο άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, που περιλαμβάνει διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων μετά την αναστολή λειτουργίας τους προς αντιμετώπιση του ιού COVID-19, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου...
Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι σε περίπτωση που η συζήτηση αίτησης αναιρέσεως ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων εξαιτίας του ιού COVID- 19, με πράξη του προέδρου του αντίστοιχου τμήματος του Αρείου Πάγου ορίζεται νέα σύντομη δικάσιμος, χωρίς όμως να απαιτείται να επιδοθεί κλήση από τον έναν διάδικο στον άλλο για τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο που γίνεται από τον γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατ` αναλογική δε εφαρμογή των όσων ισχύουν σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης με αίτημα των διαδίκων και εγγραφής της στο πινάκιο από το γραμματέα (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' αυτού), προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω της εγγραφής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά την νέα δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η υπό κρίση από 1-8-2019 αίτηση, με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 2138/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και της οποίας η συζήτηση κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, στις 8-3-2021, ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων και επαναπροσδιορίστηκε αυτή αυτεπαγγέλτως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με πράξη του προέδρου του Α2 τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021.
Όμως, κατά τη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία δεν εμφανίστηκε ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ δεν υποβλήθηκε η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα με αριθμ. 4662/1-11-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χ.
Κ., προκύπτει ότι αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με την επ` αυτής πράξη ορισμού της δικασίμου 8-3-2021 και κλήση προς συζήτηση κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει την συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ.). Επομένως, ενόψει του ότι η δυνάμει του προαναφερόμενου αυτεπάγγελτου προσδιορισμού της συζήτησης εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και η ως άνω απολιπόμενη αναιρεσίβλητη είχε κλητευθεί νομίμως για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 8-3-2021, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης: Με την από 27-1-2015 αγωγή του, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ο ενάγων (αναιρεσείων), αφού εξέθετε ότι, στις αρχές του έτους 2006, κατάρτισε, προφορικά, με την εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρία προφορική σύμβαση δανείου, με την οποία μεταβίβασε, κατά κυριότητα, σ' αυτήν το χρηματικό ποσό των 140.000,00 ευρώ, εκδίδοντας εις διαταγήν αυτής τις αναφερόμενες δύο μεταχρονολογημένες (πληρωθείσες απ' αυτόν) τραπεζικές επιταγές, με φερόμενη ημερομηνία 10-4-2006, τις οποίες η αναιρεσίβλητη μεταβίβασε περαιτέρω προς κάλυψη των οικονομικών της αναγκών και ότι, μετά από σχετική συμφωνία των διαδίκων, ορίστηκε χρόνος απόδοσης του δανείσματος η 31-12-2006 και χάριν απόδοσης αυτού, στις 23-10-2006, η εναγόμενη αποδέχθηκε την αναφερόμενη συναλλαγματική ποσού 140.000,00 ευρώ, λήξης 31-12-2006, ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 100.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2007 άλλως από την επίδοση της αγωγής, ως το υπόλοιπο του ως άνω δανείσματος.
Επί της αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ. 3613/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 100.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2007. Μετά την άσκηση έφεσης κατά της ως άνω απόφασης, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η 2138/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Ήδη, ο εφεσίβλητος, (ενάγων) κατά της ως άνω απόφασης άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οποία είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), και, συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 806 A.K., με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, και κατά τη διάταξη του άρθρου 807 Α.Κ., αν δεν ορίστηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη.
Με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της σύμβασης δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου. Ο δανείζων έχει την υποχρέωση από τη σύμβαση δανείου να αποχωρίσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου, το οποίο οριστικά να εισφέρει στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου.
Η παράδοση του δανείσματος στον οφειλέτη γίνεται συνήθως στα χέρια του ίδιου από το δανειστή. Είναι, όμως, πιθανό η παράδοση αυτή να γίνει δια τρίτου προσώπου, που ενεργεί ως εντολοδόχος είτε του δανειστή, είτε του οφειλέτη, έτσι, είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από το δανειστή ή αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη (ΑΠ 1234/2018, ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1807/2007).
Ποικιλία τρόπων μεταβίβασης της κυριότητας παρουσιάζει το συναινετικό δάνειο, στο οποίο περιλαμβάνεται και η συμφωνία να δώσει ο δανειοδότης το δάνεισμα σε τρίτον. Αντικείμενο δανείσματος αποτελεί και η παράδοση τραπεζικής επιταγής, και η αληθής παροχή της, λόγω της φύσης της σύμβασης δανείου ως διαρκούς σύμβασης παραχώρησης της χρήσης, συνίσταται στη χρήση του δανειζόμενου κεφαλαίου, το δε δάνεισμα αποδίδεται με πράγματα του ίδιου γένους από οικονομικής άποψης.
Ο σκοπός χρησιμοποίησης του δανείσματος και δη με εξουσία ανάλωσής του από τον δανειζόμενο, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας του δανείου, νοείται όμως γενικά και αφηρημένα και όχι ως ο σκοπός για τον οποίο ο δανειζόμενος στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται να χρησιμοποιήσει το δάνεισμα. Ο τελευταίος αυτός σκοπός, όχι μόνο δεν είναι ουσιώδες στοιχείο του δανείου αλλά, κατά κανόνα, δεν έχει καμία νομική σημασία (ΑΠ 1802/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 34/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εφεσίβλητος (ενάγων ήδη αναιρεσείων), ο οποίος ήταν φίλαθλος της ομάδας ποδοσφαίρου του ..., της εκκαλούσας ΠΑΕ (εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης), υπήρξε μέτοχος αυτής και μέλος του διοικητικού της συμβουλίου και συγκεκριμένα Α' αντιπρόεδρός της από τον Δεκέμβριο του έτους 2006 έως το Μάρτιο του έτους 2007.
Στις αρχές του έτους 2006, ενόσω η οικονομική κατάσταση της εκκαλούσας ήταν πολύ κακή και επικρατούσε πλήρης αταξία στα οικονομικά, λογιστικά και διοικητικά της θέματα, ο εφεσίβλητος, ο οποίος ήταν στενός φίλος του τότε προέδρου του δ.σ. της εκκαλούσας και διευθύνοντος συμβούλου της Ι. Γ., στο πλαίσιο της προσωπικής εξυπηρετήσεως του τελευταίου και συμφωνίας με αυτόν ατομικά, που επικαλέστηκε επείγοντα οικονομικά προβλήματα της ομάδας, εξέδωσε σε διαταγή της εκκαλούσας και παρέδωσε στον Ι.
Γ. δύο μεταχρονολογημένες επιταγές και συγκεκριμένα την υπ' αριθμ. ... επιταγή και την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας, με φερόμενες ημερομηνίες εκδόσεως την 10-4-2006, ποσών 100.000 και 40.000 ευρώ, αντιστοίχως. Περαιτέρω, με υπογραφές του Ι. Γ. υπό την εταιρική σφραγίδα η πρώτη επιταγή μεταβιβάσθηκε με οπισθογράφηση στην Ένωση Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εταιριών, ενώ η δεύτερη επιταγή μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση στον ίδιο τον Ι.
Γ.. Εξάλλου, στις 7-8-2006, ενόσω η οικονομική κατάσταση της εκκαλούσας παρέμενε πολύ κακή, το διοικητικό της συμβούλιο, με πρόεδρο του διοικητικού της συμβουλίου και διευθύνοντα σύμβουλό της τον ως άνω Ι. Γ., σε έκτακτη συνεδρίασή του αποφάσισε να αποδεχθεί ταμειακή διευκόλυνση (δάνειο) εκ μέρους του εφεσιβλήτου, ύψους 420.000 ευρώ, προκειμένου να πληρωθεί πιεστική οφειλή της εκκαλούσας προς την ΕΠΟ, ώστε να εξασφαλισθεί η συμμετοχή της ομάδας στο ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα της περιόδου 2006 - 2007.
Επίσης, αποφασίσθηκε να επιστραφεί στον εφεσίβλητο το ποσό του δανείου άτοκα μέσα σε τρεις μήνες. Στο πλαίσιο αυτό ο εφεσίβλητος παρέδωσε στην εκκαλούσα τρεις μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές εκδόσεώς του της Τράπεζας ..., με αριθμούς ..., ... και ..., ποσών 140.000 ευρώ η καθεμία, με ημερομηνίες εκδόσεως 20-11-2006, 20-12-2006 και 20-1-2007, αντιστοίχως.
Προκειμένου δε να εξασφαλισθεί η επιστροφή του ως άνω ποσού του δανείου στον εφεσίβλητο, στις 23-10-2006 παραδόθηκαν από την εκκαλούσα στον εφεσίβλητο τρεις συναλλαγματικές αποδοχής της, σε διαταγή αυτού, με ημερομηνίες λήξεως 31-10-2006, 30-11-2006 και 31-12-2006. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, οι δύο πρώτες από τις προαναφερόμενες τραπεζικές επιταγές, που είχαν μεταβιβαστεί στην ΕΠΟ, πληρώθηκαν κανονικά, ενώ η τρίτη επιταγή με ημερομηνία εκδόσεως 20-1-2007 δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων στο λογαριασμό του εφεσιβλήτου.
Εξάλλου, οι δύο πρώτες από τις παραπάνω συναλλαγματικές με ημερομηνίες λήξεως 31-10-2006 και 30-11-2006 αποπληρώθηκαν από την εκκαλούσα με καταβολές προς τον εφεσίβλητο μέχρι τις 17-2-2007.
Συνεπώς, εφόσον δεν πληρώθηκε η ως άνω επιταγή με ημερομηνία εκδόσεως 20-1-2007, δεν οφείλεται στον εφεσίβλητο το ποσό των 140.000 ευρώ της αντίστοιχης συναλλαγματικής με ημερομηνία λήξεως 31-12-2006. Από τα ανωτέρω προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) Ο αγωγικός ισχυρισμός ότι στις 23-10-2006 εκδόθηκε από τον εφεσίβλητο μία συναλλαγματική αποδοχής της εκκαλούσας, ποσού 140.000 ευρώ, με ημερομηνία λήξεως 31-12-2006, προς εξασφάλιση και χάριν καταβολής της προς αυτόν οφειλής ύψους 140.000 ευρώ, προερχόμενης από το προβαλλόμενο δάνειο, που είχε χορηγήσει προς την εκκαλούσα ουδόλως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Πράγματι, όπως καθίσταται φανερό από τα προεκτεθέντα, η συναλλαγματική αυτή εκδόθηκε από τον εφεσίβλητο και έγινε αποδεκτή από την εκκαλούσα μαζί με δύο ακόμη συναλλαγματικές προς εξασφάλιση της επιστροφής στον εφεσίβλητο του ποσού των 420.000 ευρώ, που είχε δανείσει σ' αυτήν παραδίδοντας τις προαναφερόμενες τρεις τραπεζικές επιταγές.
Όπως προεκτέθηκε η συναλλαγματική αυτή δεν οφείλεται στον εφεσίβλητο για τον προαναφερόμενο λόγο. 2) Η συναλλαγή του εφεσιβλήτου στις αρχές του 2006 με την παράδοση προς τον Ι. Γ. των δύο μεταχρονολογημένων τραπεζικών επιταγών εκδόσεώς του, συνολικού ποσού 140.000 ευρώ, δεν έγινε με την εκκαλούσα, αφού δεν έλαβε γνώση και δεν ενέκρινε το αρμόδιο όργανό της, ήτοι το διοικητικό της συμβούλιο (όπως συνέβη με τη μεταγενέστερη ταμειακή διευκόλυνση του εφεσιβλήτου προς την εκκαλούσα των 420.000 ευρώ), ενώ η συναλλαγή αυτή δεν εμφανίστηκε ούτε τότε ούτε οποτεδήποτε στη συνέχεια (περιλαμβανομένης και της περιόδου κατά την οποία η εφεσίβλητος ήταν Α' αντιπρόεδρος του δ.σ.
της) στα επίσημα βιβλία της. Συγκεκριμένα, επρόκειτο για μία συναλλαγή του εφεσιβλήτου προσωπικά με τον Ι. Γ. προς εξυπηρέτηση του τελευταίου, που, όπως καθίσταται φανερό, δεν δεσμεύει την εκκαλούσα. Επομένως, η αγωγή είναι αβάσιμη και απορριπτέα...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάρτισης ή μη μεταξύ των διαδίκων της ένδικης σύμβασης δανείου, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή ή μη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 806 και 807 ΑΚ ΑΚ, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι α) ενώ δέχεται ότι στις αρχές του έτους 2006 ο αναιρεσείων εξέδωσε σε διαταγή της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και παρέδωσε στον Ι.
Γ., τότε πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής, δύο μεταχρονολογημένες επιταγές, ποσού 100.000 και 40.000 ευρώ, αντιστοίχως, από τις οποίες η πρώτη μεταβιβάσθηκε με οπισθογράφηση, με υπογραφή του Ι. Γ. υπό την εταιρική σφραγίδα, στην Ένωση Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εταιριών, ακολούθως δέχεται ότι η συγκεκριμένη συναλλαγή δεν έγινε με την εκκαλούσα αλλά προσωπικά με τον Ι.
Γ. και προς εξυπηρέτηση αυτού, ενόψει του ότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, δεν έλαβε γνώση της συναλλαγής και δεν ενέκρινε αυτήν το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης και, επίσης, δεν εμφανίστηκε αυτή στα επίσημα βιβλία της, χωρίς ουδόλως να αιτιολογεί με αντίστοιχη παραδοχή, για ποιο λόγο οι ως άνω δύο επιταγές, αφού επρόκειτο για προσωπική συναλλαγή με τον Ι.
Γ., εκδόθηκαν και ήταν πληρωτέες εις διαταγήν της αναιρεσίβλητης εταιρείας και όχι εις διαταγήν αυτού, β) διαλαμβάνει, προς στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος, ότι το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης δεν έλαβε γνώση και δεν ενέκρινε την ένδικη συναλλαγή, χωρίς να αξιολογεί το αποδειχθέν, κατά τις παραδοχές της απόφασης, γεγονός ότι η πρώτη επιταγή, ποσού 100.000 ευρώ, μεταβιβάσθηκε με οπισθογράφηση, με υπογραφή του Ι.
Γ. υπό την εταιρική σφραγίδα, στην Ένωση Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εταιριών, αντικείμενο της οποίας είναι η διοργάνωση και διεξαγωγή του επαγγελματικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου στο οποίο και η αναιρεσίβλητη μετέχει, και χωρίς να αναφέρει, αν η μεταβίβαση αυτή έγινε ή όχι προς εκπλήρωση σχετικής υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης προς την ανωτέρω Ένωση, και σε καταφατική περίπτωση, πως δικαιολογείται άγνοια της επίμαχης συναλλαγής από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, και γ) δεν αναφέρονται οι ισχύουσες, κατά τον κρίσιμο χρόνο, διατάξεις του καταστατικού της αναιρεσίβλητης ανώνυμης ποδοσφαιρικής εταιρίας, σχετικά με την εκπροσώπηση αυτής και τις εξουσίες του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου, από τις οποίες προκύπτει ότι ήταν απαραίτητη η έγκριση από το διοικητικό συμβούλιο του συναπτόμενου δανείου, ενώ επίσης δεν αιτιολογείται επαρκώς, γιατί η μη εμφάνιση της συναλλαγής, για οποιοδήποτε λόγο, στα βιβλία της εταιρείας, καθώς και το αβάσιμο του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί αποδοχής από την αναιρεσίβλητη ισόποσης προς τις δύο επιταγές συναλλαγματικής, επειδή αυτή αφορούσε έτερο δάνειο, αποκλείει τη σύναψη του επικαλούμενου με την αγωγή δανείου.
Επομένως, οι τρίτος και έκτος, κατ' εκτίμηση, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και επειδή παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, καθώς καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια των παραπάνω λόγων αναίρεσης που έγιναν δεκτοί, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατ` άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός του, στην αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2138/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ