Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding lower court's rejection of abuse of rights claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the First Instance Court's judgment in a labor dispute involving unpaid wages and overtime. The appellant argued that the employee's claims were an abuse of rights given the employee's long history of silence and subsequent gratitude for health-related benefits. The court held that these facts did not prove the employee's intent to exceed the limits of good faith or social purpose required by Article 281 of the Civil Code. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Article 577 of the Code of Civil Procedure: The existence of an employee's long silence followed by gratitude for benefits does not automatically constitute an abuse of rights if the claim remains within the bounds of good faith and social purpose.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 667 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 667/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τόμπρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Ρόδιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/9/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2480/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 364/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 8/2/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 8-2-2018 (με αριθμό κατάθεσης 153/2018) αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας-εναγομένης κατά του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος, πλήττεται η 364/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείoυ Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της ασκηθείσης από 7-12-2015(αριθ. κατ.7374/2015) εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 2480/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 20-9-2014 αγωγής. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο απέρριψε από ουσιαστική άποψη την έφεση της εναγομένης και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή και είχε επιδικαστεί στον ενάγοντα καταψηφιστικά το ποσό των 16.434,27 ευρώ και αναγνωριστικά το ποσό των 42.404,80 ευρώ και τα δύο δε ποσά νομιμότοκα κατά τις εκεί διακρίσεις. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552,553,556,558,564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2. Από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύµβασης εργασίας έχουν άµεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασµό προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά την οποία οι συλλογικές συµβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόµο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά τη σύναψη των Σ.Σ.Ε.
νοµοθετική (κανονιστική) εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί σ` αυτές από την, ως άνω, διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, δηλαδή είναι φορείς δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος και συνεπώς οι Σ.Σ.Ε., ως προς το κανονιστικό τους µέρος, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόµου. Για το λόγο αυτό δεν απαιτείται να αναφέρονται ειδικά στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή ή η συμπλήρωση των νόμιμων αποδοχών του εργαζόμενου, οι εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε., οι οποίες εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον εκτίθενται στην αγωγή, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ.
α` ΚΠολΔ, τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή τους, όπως είναι η υφιστάμενη µεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχειρήσεως, το επάγγελµα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ίδιου ως άνω ν. 1876/1990, οι υπόλοιπες (πλην των εθνικών γενικών) συλλογικές συµβάσεις εργασίας (επομένως και οι εξομοιούμενες µ' αυτές, κατά το άρθρο 16 παρ. 3 του ίδιου νόµου, διαιτητικές αποφάσεις) δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες που είναι µέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύµβαση εργασίας ατοµικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύµβαση εργασίας µε κοινούς εξουσιοδοτημένους εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 43 του εν λόγω νόµου.
Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 11 του ίδιου νόµου, µε απόφασή του, που εκδίδεται µετά από γνώµη του Ανώτατου Συµβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας µπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύµβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος.
Η επέκταση οµοιοεπαγγελµατικής συλλογικής σύµβασης εργασίας δεσμεύει όλους τους εργαζομένους του επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, µε την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 10, κατά την οποία κλαδική ή επιχειρησιακή συλλογική σύµβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής µε ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύµβαση εργασίας.
Ακόµη, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 11, την επέκταση µπορεί να ζητήσει και αρµόδια συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων ή των εργοδοτών µε αίτησή της, που υποβάλλει στον Υπουργό Εργασίας. Η επέκταση ισχύει από την ημερομηνία της έκδοσης της απόφασης του Υπουργού και, στην περίπτωση που υπάρχει αίτηση, από την ημερομηνία υποβολής της.
Από τις ως άνω παρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι η συλλογική σύµβαση εργασίας ισχύει µόνο έναντι των µελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, αν δε αυτή επεκτάθηκε µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά και δη στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύµβαση αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν µε τις δραστηριότητές τους να είναι µέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή τους.
Την επέκταση µπορεί να ζητήσει και η αρµόδια συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων ή των εργοδοτών µε αίτησή της προς τον Υπουργό Εργασίας. Η επέκταση αυτή ισχύει από τη χρονολογία εκδόσεως της αποφάσεως του Υπουργού (όχι αναδρομικώς) και, στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει αίτηση, από τη χρονολογία υποβολής της.
Ειδικότερα, ο χρόνος διάρκειας της δεσμεύσεως από την κηρυσσόµενη ως γενικώς υποχρεωτική συλλογική σύµβαση εργασίας ταυτίζεται µε το χρόνο ισχύος της τελευταίας, αρχίζει όµως όχι από το χρόνο ενάρξεως της ισχύος αυτής, αλλά από το χρόνο (χρονολογία) δημοσιεύσεως της σχετικής υπουργικής αποφάσεως, η οποία επεκτείνει την ισχύ της, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οπότε η εν λόγω υπουργική απόφαση αποκτά νοµική ισχύ.
Ακόµη, αν η κήρυξη ως υποχρεωτικής της κλαδικής ή οµοιοεπαγγελµατικής Σ.Σ.Ε. αποφασιστεί ύστερα από αίτηση αρµόδιας συνδικαλιστικής οργανώσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 1876/1990, τότε η έναρξη της δεσμεύσεως από την επέκταση αρχίζει από τη χρονολογία υποβολής της εν λόγω αιτήσεως. Τέλος, ενόψει και της διατάξεως της παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι η απόφαση του διαιτητή εξομοιώνεται µε συλλογική σύµβαση εργασίας και ισχύει από την εποµένη της υποβολής της αίτησης για μεσολάβηση, για την κατάθεση και την έναρξη της τυπικής ισχύος των διαιτητικών αποφάσεων, σε περίπτωση κηρύξεώς τους ως γενικώς υποχρεωτικών, εφαρμόζονται κατ` αναλογία όλες οι παραπάνω διατάξεις που αφορούν τις Σ.Σ.Ε.
Ενόψει αυτών η ιδιότητα του µέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των ως άνω Σ.Σ.Ε., αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωµάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής.
Το στοιχείο αυτό όµως, ενόψει της πιο πάνω φύσεως των Σ.Σ.Ε., δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής, αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του. Στην περίπτωση αυτή, αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει ειδικά την ιδιότητα αυτού ή του εργαζόμενου ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατάρτισαν τη ΣΣΕ, ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεσθεί, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 224 εδ.
β' ΚΠολΔ, και να αποδείξει, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 335 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Τούτο, όμως, δεν απαιτείται στην περίπτωση κατά την οποία η ισχύς της ΣΣΕ ή ΔΑ, στην οποία ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του, έχει επεκταθεί, κατά τα πιο πάνω, με την κήρυξή της ως γενικώς υποχρεωτικής με υπουργική απόφαση, και πέραν από τα πρόσωπα που είναι μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, οπότε αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή της, κατά τα προεκτεθέντα, ενώ για το προηγούμενο της κηρύξεως της ΣΣΕ ή ΔΑ, ως γενικώς υποχρεωτικής, χρονικό διάστημα ισχύει η αυτεπαγγέλτως εφαρμοζόμενη, προηγουμένως ισχύουσα ΣΣΕ ή ΔΑ, που ήδη είχε κηρυχθεί ως γενικώς υποχρεωτική από το χρόνο κηρύξεώς της ως γενικώς υποχρεωτικής.
Περαιτέρω, στοιχεία της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη, κατ' άρθρο 216 παρ. 1α' ΚΠολΔ, με την οποία ο εργαζόμενος ζητεί δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλα οφειλόμενα από την εργασιακή σύμβαση ποσά, όπως προσαυξήσεις νυχτερινής εργασίας, αμοιβή υπερεργασίας, νόμιμης ή παράνομης υπερωριακής εργασίας κλπ, είναι η σύμβαση εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα, τούτο δε ισχύει και επί αγωγής οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου εργαζόμενου υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 40 ωρών, με την οποία ασκούνται τέτοιες αξιώσεις σύμφωνα με τις παρακάτω αναφερόμενες διατάξεις.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του β.δ. της 28.1/4.2.1938 " περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων" (ΦΕΚ Α` 35), τα φορτηγά αυτοκίνητα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες (Α`, Β`, Γ`), από τις οποίες, η κατηγορία Α` περιλαμβάνει '' τα μη εξυπηρετούντα ορισμένον εργοδότην φορτηγά αυτοκίνητα (αγοραία)' ', στη Β` κατηγορία υπάγονται τα φορτηγά των εταιρειών ηλεκτρισμού, ύδρευσης κ.λ.π.
και στην κατηγορία Γ` τα φορτηγά των λοιπών ανωνύμων εταιρειών, βιομηχανικών εργοστασίων και επιχειρήσεων πάσης φύσεως. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 του πιο πάνω β.δ., η απασχόληση των οδηγών των φορτηγών αυτοκινήτων Γ` κατηγορίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως, παρά μόνο καθ` ό μέτρο κρίνεται αναγκαία για την πρόληψη διαταραχής στην κανονική διεξαγωγή της εργασίας, σε περίπτωση ατυχήματος, επικειμένου ή επελθόντος, επείγουσας εργασίας σε μηχανές, εργαλεία ή εγκαταστάσεις και ανωτέρας βίας, κατά δε το το β.δ. 882/1961 και λόγω συσσωρεύσεως εργασίας ή προς αντιμετώπιση επείγουσας γενικά εργασίας επί δίωρο ημερησίως (πέραν δηλαδή του οκταώρου) και επί τρίμηνο ετησίως κατ` ανώτατο όριο.
Εξάλλου, από το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 435/1976 προκύπτει, ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του ν.δ. 515/1970 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει από την πρώτη ώρα πέραν των απαιτήσεών του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου του.
Περαιτέρω, με το άρθρο 13 της 12/1984 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/1984, ο χρόνος εργασίας των οδηγών αυτοκινήτων ορίσθηκε σε 40 ώρες κατά εβδομάδα και με το άρθρο 6 της 40/1985 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε υποχρεωτική (από 29/11/1985) με την ΥΑ 19533/1985 (ΦΕΚ Α' 179 ), καθιερώθηκε η εβδομάδα των πέντε εργασίμων ημερών για τους οδηγούς όλων των φορτηγών αυτοκινήτων.
Επίσης με το άρθρο 6 της από 14.2.1984 Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/1984 (ΦΕΚ Β`81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/1983.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή της υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά τις Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και συνεπώς ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25 %), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω ν. 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.1975 εθνικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας.
Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ν.δ. 515/1970 αμείβεται με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Ειδικώς για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των έξι ημερών την εβδομάδα ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως.
Για τους ίδιους εργαζόμενους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ή 8, αντίστοιχα, ωρών ημερησίως. Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 3385/2005, που αντικατέστησε το άρθρο 4 του ν. 2874/2000, που ίσχυσε έως 30-9-2005, ορίσθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι: 1) Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να ασχολείται πέντε (5) επί πλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία).
Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, η υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η), 2) Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.
Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα... 3) Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%.
Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4) Κάθε ώρα υπερωρίας για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης χαρακτηρίζεται εφεξής κατ' εξαίρεση υπερωρία. 5) Για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, αν στην τελευταία περίπτωση δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης. Έτσι, κατ' αρχήν, η επί οκτάωρο εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας ανάπαυσης (Κυριακή) ή για την ταυτότητα του νομικού λόγου και κατά την ημέρα της υποχρεωτικής αναπαύσεως λόγω εξάντλησης του πενθημέρου (Σάββατο), απαγορευόμενη από κανόνες δημόσιας τάξης, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση αποδόσεως της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολείτο με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις άνω ημέρες, υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως κατ` αυτές εργασθέντα μισθωτό, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις του τελευταίου και δη λόγω γάμου, τέκνων, προυπηρεσίας κλπ, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυνάμενου να προσληφθεί εγκύρως (ΑΠ 671/2016, 864/2015, 191/2011).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1α ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, καθιστά την αγωγή αόριστη. Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με τη νομική θεμελίωση αυτής, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος ή, αν αντιθέτως, αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονται στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγος. Αν, όμως, το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά, τότε ιδρύεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1409/2014, 2048/2013).
3. Τέλος από τη διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, με την εφαρμογή της οποίας αποτρέπεται η σύγκρουση των όρων εργασίας που διαμορφώνονται από περισσότερες πηγές διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, συνάγεται ότι η αποτελούσα ειδική μορφή αυτής αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, προβλεπομένη ήδη από το άρθρο 680 παρ. 3 του ΑΚ και από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, κατά την οποία οι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων, εφαρμόζεται όχι μόνο στην σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στην σχέση περισσότερων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 5/2011, ΟλΑΠ 26/2007).
Για την εφαρμογή, όμως, της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά την συσχέτιση συλλογικής σύμβασης εργασίας ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντα της εργασιακής σχέσης, και ατομικής σύμβασης εργασίας και γενικότερα κατά την συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους, οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών, τούτο ειδικά ως προς την συσχέτιση περισσοτέρων συλλογικών συμβάσεων εργασίας αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 1876/1990, το οποίο ορίζει ότι "αν η σχέση εργασίας ρυθμίζεται από περισσότερες ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, εφαρμόζεται η πιο ευνοϊκή για τον εργαζόμενο".
4. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 20-9-2014 αγωγή του ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη, η οποία ασκεί επιχείρηση εκμετάλλευσης ξενοδοχείων, στις 10-4-2008, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως οδηγός λεωφορείου για τη μεταφορά τόσο του προσωπικού της, που απασχολείτο στα ξενοδοχεία της '' ...'' και ...
όσο και για την μεταφορά των πελατών της των ξενοδοχείων αυτών και απασχολήθηκε από 22-3-2010 έως 30-9-2012 και κατά τα διαστήματα που αναφέρει στην αγωγή, αντί των νομίμων μηνιαίων αποδοχών. Ότι κατά τους χρόνους που, επίσης, αναφέρει στην αγωγή, απασχολήθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου του, πραγματοποιώντας υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση, ενώ εργαζόταν και τα αναφερόμενα Σάββατα και Κυριακές, στερούμενος αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης.
Με βάση τα ανωτέρω, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει, με βάση τη σύμβαση, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το συνολικό ποσό των 67.084,44 ευρώ για α) δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Απριλίου και Μαΐου 2009, β) αμοιβή υπερεργασίας και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, εργασία κατά τα Σάββατα και Κυριακές και για μη χορηγηθείσα ημέρα εβδομαδιαίας ανάπαυσης και γ) για υπόλοιπο αποδοχών αδείας, άλλως αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και υπόλοιπο επιδομάτων αδείας των ετών 2008, 2009, 2010 και 2011, και όλα τα επί μέρους ποσά νομιμοτόκως από τότε που το καθένα έγινε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ο ενάγων περιόρισε σε έντοκα αναγνωριστικά τα κονδύλια για παράνομη υπερωριακή απασχόληση, επιδόματα αδείας και δεδουλευμένες αποδοχές του διαστήματος από 1-4-2009 έως 31-5-2009, διατηρώντας τα υπόλοιπα κονδύλια ως καταψηφιστικά.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2480/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία απορρίφθηκε το κονδύλιο για αποδοχές αδείας και επικουρικά ως αποζημίωση αδείας, ως αόριστο λόγω αντιφατικότητας του, και κατά τα λοιπά η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 16.434,27 ευρώ και αναγνωρίστηκε ότι του οφείλει 42.404,80 ευρώ, νομιμοτόκως, όπως ορίζεται σ'αυτήν.
Κατά της απόφασης ασκήθηκε έφεση από την εναγομένη και επ'αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη η οποία δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 10-4-2008 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την εναγόμενη εταιρεία, που έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας τις ξενοδοχειακές και τουριστικές επιχειρήσεις, προκειμένου να απασχοληθεί ως οδηγός λεωφορείου της για τη μεταφορά του προσωπικού της καθώς και των τουριστών -πελατών της των ξενοδοχείων "..." και "...", που βρίσκονται στο ..., για οποιονδήποτε προορισμό.
Συγκεκριμένα συμφώνησαν ότι ο ενάγων θα απασχολείται τους μήνες της τουριστικής σαιζόν κάθε έτους και ειδικότερα από τον Απρίλιο έως και τον Οκτώβριο και επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και οκτάωρο ημερησίως, ήτοι 40 ώρες εβδομαδιαίως. Ως προς τις αποδοχές του συμφώνησαν να λαμβάνει τις νόμιμες, ήτοι τις προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΕ και ΔΑ, που στην περίπτωση του ενάγοντος, ο οποίος ήταν οδηγός λεωφορείου 18 θέσεων, το οποίο χρησιμοποιείτο για τη μεταφορά του προσωπικού και των πελατών της εναγόμενης ξενοδοχειακής και τουριστικής επιχειρήσεως, εφαρμογή έχουν οι ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους αμοιβής των οδηγών φορτηγών και λοιπών αυτοκινήτων όλης της χώρας, όπως δέχεται και η εναγόμενη.
Για το επίδικο ως άνω χρονικό διάστημα απασχόλησης του ο ενάγων ελάμβανε για μηνιαίο μισθό τα εξής ποσά: από 1-5-2008 μέχρι 20-10-2008 και από 1-4-2009 έως 19-10-2009 το ποσό των 1.178,07 ευρώ και από 22-3-2010 μέχρι 8-5-2013 (για τα διαστήματα που εργαζόταν) το ποσό των 1.213,44 ευρώ. Όμως, οι νόμιμες αποδοχές του ως εγγάμου, με προϋπηρεσία 13 ετών, πράγματα γνωστά στην εναγόμενη, κατά το επίδικο διάστημα των ετών 2008 έως και 2011 ανέρχονταν:
Α)Για το έτος 2008 ( ΔΑ. 15/2008 "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κλπ. αυτοκινήτων, των αυτοκινήτων των εκπαιδευτηρίων για την μεταφορά των μαθητών και νηπίων, των αυτοκινήτων για την μεταφορά προσωπικού επιχειρήσεων, εκμεταλλεύσεων και εργασιών γενικά, καθώς και των οδηγών-πωλητών όλης της χώρας, που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας") :
α) από 1-1-2008 μέχρι 31-8-2008 το ποσό των 1.247,09 ευρώ ευρώ (βασικός μισθός 889,00 ευρώ + επίδομα τριετιών 160,02 ευρώ + επίδομα γάμου 88,90 ευρώ + επίδομα εξομάλυνσης εγγάμων 16,38 ευρώ + επίδομα πολυετίας (10 έτη) στον ίδιο εργοδότη 92,79 ευρώ, β) από 1-9-2008 μέχρι 31-12-2008 το ποσό των 1.297,54 ευρώ (βασικός μισθός 925,00 ευρώ +επίδομα τριετιών 166,50 ευρώ + επίδομα γάμου 92,50 ευρώ +επίδομα εξομάλυνσης εγγάμων 17,04 + επίδομα πολυετίας στον ίδιο εργοδότη 96,50 ευρώ).
Β) Για το έτος 2009 ( ΔΑ. 11/2009 "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κλπ. αυτοκινήτων, που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας"): α) από 1-1-2009 μέχρι 30-6-2009 το ποσό των 1.331,10 ευρώ [βασικός μισθός 949 ευρώ+ επίδομα τριετιών 170,82 ευρώ + επίδομα γάμου 94,90 ευρώ +επίδομα εξομάλυνσης εγγάμων 17,47 + επίδομα πολυετίας (10έτη) στον ίδιο εργοδότη 98,91), β) από 1-7-2009 μέχρι 31-12-2009 στο ποσό των 1.364,73 ευρώ ( βασικός μισθός 973 ευρώ +επίδομα τριετιών 175,14 + επίδομα γάμου 97,30 + επίδομα εξομάλυνσης εγγάμων 17,91 + επίδομα πολυετίας (10 έτη) στον ίδιο εργοδότη 101,38 ευρώ).
Γ) Για το έτος 2010 έως και 2013: α) από 1-1-2010 μέχρι 8-5-2013 στο ποσό των 1.364,73 ευρώ (βασικός μισθός 973 + επίδομα τριετιών 175,14 ευρώ + επίδομα γάμου 97,30 ευρώ + επίδομα εξομάλυνσης εγγάμων 17,91 ευρώ+επίδομα πολυετίας (10 έτη) στον ίδιο εργοδότη 10,38 ευρώ). Με βάση τα παραπάνω και ενόψει ότι στην επιχείρηση της εναγόμενης ίσχυε το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, κατά την πρόσληψη δε του ενάγοντος συμφωνήθηκαν οι καθοριζόμενες ήδη από τις ως άνω εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ και ΔΑ αποδοχές για οκτάωρη εργασία επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, οι καταβαλλόμενες αποδοχές του ενάγοντος υπολείπονταν των νομίμων.
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ως προς τον χρόνο απασχόλησης του ενάγοντος, ότι αυτός υπερέβαινε το ωράριο των 8 ωρών ημερησίως και 40 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ εργαζόταν και Σάββατα και Κυριακές, χωρίς αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης. Ειδικότερα αυτός κατά τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Οκτώβριο κάθε επιδίκου έτους, που η κίνηση των πελατών της εναγομένης ήταν μικρότερη ο ενάγων εργαζόταν επί 10ωρο ημερησίως τις καθημερινές και επί 8ωρο τα Σάββατα και Κυριακές, ενώ τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο που η κίνηση ήταν αυξημένη εργαζόταν 13,5 ώρες την ημέρα τις καθημερινές και 8 ώρες τα Σάββατα και Κυριακές.
Συγκεκριμένα αυτός, κατά τους μήνες της χαμηλής τουριστικής κίνησης (Απρίλιο, Μάιο, Οκτώβριο), ξεκινούσε στις 06.30 το πρωί από το σπίτι του στα ... και αφού παραλάμβανε στη διαδρομή τους υπαλλήλους της εναγομένης τους μετέφερε σταδιακά πρώτα στο ξενοδοχείο "..." και στη συνέχεια στο "..." μέχρι τις 07.001. Ακολούθως, στις 10.00 'εκτελούσε το δρομολόγιο από το "..." προς το άλλο ξενοδοχείο ("...") .....
και επέστρεφε περί ώρα 10.301 στο "...". Στη συνέχεια και περί ώρα 13.301 μετέβαινε στο "..." για να παραλάβει του πελάτες που ήθελαν να επιστρέψουν στο "...". Ακολούθως και περί ώρα 15.30 αναχωρούσε από το τελευταίο ξενοδοχείο με ενδιάμεσο σταθμό στο "..." προκειμένου να μεταφέρει το προσωπικό στις οικίες τους και στις 16.30' επέστρεφε και ο ίδιος στην δική του οικία.
Κατά τους μήνες της αυξημένης κίνησης (Ιούνιο, Ιούλιο Αύγουστο, Σεπτέμβριο), επί πλέον των παραπάνω δρομολογίων πραγματοποιούσε και τα εξής: ώρα 17.301 μετέβαινε πάλι στο ξενοδοχείο "...", όπου μετέφερε πελάτες προς το "..." για το απογευματινό τους μπάνιο και επέστρεφε στο "...", για να επανέλθει στο "..." να τους παραλάβει και να τους επιστρέψει στο ξενοδοχείο τους "..." περί ώρα 8.00 μ.μ.
Τέλος, περί ώρα 9.00 μ.μ. παραλάμβανε το προσωπικό από τα ξενοδοχεία για τις οικίες του, οπότε περί ώρα 9.30 μ.μ. έληγε και το ωράριο του. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τα ενδιάμεσα των ως άνω δρομολογίων διαστήματα ο ενάγων δεν απομακρυνόταν από την επιχείρηση της εναγόμενης αλλά παρέμενε σ' αυτή, ευρισκόμενος σε εργασιακή ετοιμότητα προκειμένου να εκτελέσει και άλλες εργασίες κατ' εντολήν της, όπως τη διακίνηση της αλληλογραφίας, διάφορες πληρωμές, τράπεζες κλπ, μεταφορές πελατών της από το λιμάνι του ...
στα ξενοδοχεία της και αντιστρόφως, έκτακτες αγορές αναλωσίμων και ειδών τροφοδοσίας κλπ, επίσης δε, ήταν επιφορτισμένος με την συντήρηση και καθαριότητα του λεωφορείου που οδηγούσε καθώς και των αυτοκινήτων των διευθυντών της εναγομένης, οποιαδήποτε δε τυχόν απομάκρυνση του και ολιγόχρονη απουσία του μπορούσε να συμβαίνει λόγω της πολύ καλής σχέσης που είχε με τους εκπροσώπους της εναγομένης.
Με βάση τα παραπάνω, που προκύπτουν από την συναξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, οι ώρες απασχόλησης του ενάγοντος ήταν κατά τους μήνες της μειωμένης κίνησης 10 ώρες ημερησίως τις καθημερινές (Δευτέρα έως Παρασκευή), ήτοι 10 ώρες την εβδομάδα πέραν του νομίμου ωραρίου των 40 ωρών, και επομένως, αυτός πραγματοποιούσε υπερεργασία 5 ωρών και υπερωριακή απασχόληση 5 ωρών, επίσης, ενώ οι ώρες απασχόλησης κατά τους μήνες της αυξημένης κίνησης ήταν 13,5 ώρες ημερησίως τις καθημερινές, ήτοι 27,5 ώρες πέραν του νομίμου ωραρίου των 40 ωρών εβδομαδιαίως, και επομένως, αυτός πραγματοποιούσε 5 ώρες υπερεργασίας και 22,5 ώρες υπερωριακής απασχόλησης.
Πιο συγκεκριμένα εργάστηκε πέραν του νομίμου ωραρίου του και καθ' υπέρβαση του συστήματος της πενθήμερης απασχόλησης ως εξής: 1) από 10-4-2008 έως 31-5- 2008 πραγματοποίησε 37 ώρες υπερεργασίας και 37 ώρες υπερωριακής απασχόλησης και εργάστηκε 7 Σάββατα και 4 Κυριακές (27-4-2008, 11-5-2008, 18-5-2008, 25-5-2008), 2) από....... Σημειώνεται ότι η αμοιβή της υπερεργασίας μέχρι 14-7-2010 ήταν το νόμιμο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% από 15-7-2010 με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 30% και η υπερωριακή απασχόληση, που ήταν παράνομη, αφού η εναγόμενη δεν τηρούσε τις νόμιμες διατυπώσεις, όπως αποδείχθηκε, μέχρι τις 14-7-2010 χαρακτηρίζεται ως "κατ' εξαίρεση υπερωρία" (Ν. 3383/2005) αμειβόμενη με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% και από 15-7-2010 ως "παράνομη υπερωρία" αμειβόμενη με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 80%.
Με βάση τα ανωτέρω, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλουμένη, ο ενάγων για την υπερεργασία που πραγματοποίησε κατά το επίδικο διάστημα δικαιούται το συνολικό ποσό των 5.915,18 ευρώ, ωστόσο θα του επιδικασθεί το αιτούμενο ποσό των 4.665,98 ευρώ, για δε την υπερωριακή του απασχόληση δικαιούται να λάβει το ποσό των 40.837,06 ευρώ.
Για την εργασία του κατά τα παραπάνω Σάββατα έπρεπε να λάβει το ποσό των 4.615,92 ευρώ, ωστόσο θα του επιδικασθεί το αιτούμενο ποσό των 4,496,52 ευρώ και για την εργασία του τις Κυριακές έπρεπε να λάβει το ποσό των 9.077,80 ευρώ (1/25 του μισθού προσαυξημένο κατά 75%), ωστόσο θα του επιδικασθεί το αιτούμενο ποσό των 3.714,49 ευρώ.
Τέλος, για τις εβδομάδες που εργάσθηκε Σάββατα και Κυριακές χωρίς να του χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης δικαιούται το 1/25 του μισθού του, δεδομένου δε ότι εργάσθηκε 93 εβδομάδες χωρίς αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης δικαιούται να λάβει το συνολικό ποσό των 4.981,28 ευρώ, πλην όμως θα του επιδικασθεί το αιτούμενο ποσό των 3.557,28 ευρώ.
Περαιτέρω, ο ενάγων δικαιούται για υπόλοιπο επιδομάτων αδείας των ετών 2009, 2010 και 2011 το συνολικό ποσό των 713,22 ευρώ, ενώ για υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών των μηνών Απριλίου και Μαΐου 2009 δικαιούται το ποσό των 854,52 ευρώ (δεδομένου ότι του έχει καταβληθεί το ποσό των 1.665 ευρώ έναντι του οφειλομένου των 2.519,52 ευρώ).
Συνολικά, επομένως, για όλες τις παραπάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούται να λάβει το ποσό των 58.839,07 ευρώ (πρέπει να σημειωθεί ότι ως προς το ύψος των επί μέρους οφειλομένων ποσών και τον τρόπο υπολογισμού τους δεν πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια ως άνω και επιδίκασε στον ενάγοντα το ίδιο ποσό ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, οι σχετικοί λόγοι της έφεσης ενιαία κρινόμενοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". 5. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις ΣΣΕ και τις Δ.Α 15/2008, ΔΑ 11/2009 και ΔΑ37/2010 που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με υπουργικές αποφάσεις, οι οποίες αφορούν την ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κλπ.
αυτοκινήτων στην περίπτωση του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, πέραν του υπολογισμού βάσει των άνω ΣΣΕ και ΔΑ ως προς την εξεύρεση του ύψους των αποδοχών του(υπολογισμό τον οποίο αποδέχεται), αλλά και προς εξεύρεση των χρονικών ορίων εργασίας των οδηγών αυτών, βάσει των οποίων υπολογίστηκαν η κατ' εξαίρεση και παράνομες υπερωρίες, καθώς και η υπερεργασία του, ως προς τους οποίους όμως δεν εφαρμόζονται οι άνω ΣΣΕ και ΔΑ, αλλά εφαρμόζεται το άρθρο 2 του ΒΔ 14/1950, το οποίο ορίζει ότι η ημερήσια εργασίας των οδηγών δεν δύναται να υπερβαίνει τις 12 ώρες, στις οποίες υπολογίζονται οι εκ του σταθμού διανυκτερεύσεως διαδρομές, στάσεις, αναμονές, διακοπές και κάθε εργασία σχετική με την εκμετάλλευση του αυτοκινήτου, της στην λειτουργία του αυτοκινήτου ημερησίας εργασίας, μη δυναμένης πάντως να υπερβεί τις 8 ώρες, άλλως ότι εφαρμόζεται το άρθρο 1 παρ. 1 στοιχ.
α της με αριθμό 51266/2955/1975 απόφασης του Υπουργού Απασχόλησης που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν.δ 4020/1959 που αφορά τους οδηγούς των τουριστικών λεωφορείων(πούλμαν) και δυνάμει του οποίου η απασχόληση των οδηγών αυτών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 13 ώρες ημερησίως και τις 72 εβδομαδιαίως.
6. Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, διότι περιέχεται σ'αυτόν μόνο ένα μικρό απόσπασμα της προσβαλλομένης, χωρίς να εκτίθενται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις ώρες που εργάσθηκε ο ενάγων καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου ημερησίως, ως προς το νόμιμο ή καταβαλλόμενο μισθό αυτού και τα ποσά που επιδίκασε η προσβαλλόμενη απόφαση για υπερεργασία, κατ' εξαίρεση και παράνομες υπερωρίες, ώστε από τον έλεγχο των παραδοχών αυτών να κριθεί η βασιμότητα ή μη του ως άνω λόγου αναίρεσης, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον το επικαλούμενο άνω ΒΔ 14/1950, και η με αριθμό 51266/2955/1975 απόφαση του του Υπουργού Απασχόλησης που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν.δ 4020/1959, πέραν του ότι η τελευταία(απόφαση)αφορά τους οδηγούς των τουριστικών λεωφορείων(πούλμαν), δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, διότι όπως δέχθηκε τόσο η πρωτοβάθμια απόφαση όσο και η προσβαλλομένη, εφαρμογή έχουν στην προκείμενη περίπτωση οι ΣΣΕ και ΔΑ για τους οδηγούς των πάσης φύσεως φορτηγών κλπ αυτοκινήτων, των αυτοκινήτων εκπαιδευτηρίων για την μεταφορά μαθητών και νηπίων, των αυτοκινήτων για την μεταφορά προσωπικού επιχειρήσεων, εκμεταλλεύσεων και εργασιών γενικά......, γεγονός άλλωστε που από την επισκόπηση των προτάσεών της(αναιρεσείουσας) στην πρωτοβάθμια δίκη, ρητά παραδέχθηκε τούτο και αυτή (αναιρεσείουσα) όταν στη 2η σελίδα αυτών αναφέρει αυτολεξεί "η εφαρμοζομένη ΣΣΕ είναι αυτή των οδηγών των πάσης φύσεως οδηγών".
Έτσι εφόσον εφαρμόζονται στην περίπτωση του ενάγοντος οι ΣΣΕ και ΔΑ των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 2 μείζονα σκέψη, εφαρμογή έχουν και οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του β.δ 28.1/4-2-1938 'περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων, κατά το οποίο η απασχόληση των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων της Γ' κατηγορίας, (στην τελευταία δε κατηγορία (Γ`) σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην ίδια με αριθμό 2 μείζονα σκέψη, ανήκουν τα φορτηγά των λοιπών ανωνύμων εταιρειών, όπως είναι και το αυτοκίνητο της αναιρεσείουσας που είναι ΑΕ), δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως,(επίσης εφαρμόζεται) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 435/1976, το άρθρο 3 του ν.δ 515/1970, το άρθρο 13 της 12/1984 απόφασης ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/1984, το άρθρο 6 της 40/1985 απόφασης ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 19533/1985, το άρθρο 6 της από 14-2-1984 ΕΣΣΕ, το άρθρο 9 της 1/1982 απόφασης ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/1983 και το άρθρο 1 του ν. 3385/2005 που αντικατέστησε το άρθρο 4 του ν. 2874/2000.
Εξάλλου, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 3 μείζονα σκέψη, αν η σχέση εργασίας ρυθμίζεται από περισσότερες ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, καθόσον δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών, και εφαρμόζεται η πιο ευνοϊκή για τον εργαζόμενο.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατ'εκτίμηση αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ, είναι απορριπτέος. 7. Από τη διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ., η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ενστάσεως εξοφλήσεως είναι το ποσό, που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής.
Η ένσταση αυτή με περιεχόμενο τη δήλωση του εναγομένου, καθώς και την επίκληση απ` αυτόν σχετικής έγγραφης αποδείξεως του μισθωτού περί του ότι πληρώθηκε όλες τις απαιτήσεις του, χωρίς να γίνεται ειδικότερα ανάλυση του ποσού, που καταβλήθηκε για την κάθε μία αιτία, είναι αόριστη, έστω και αν αναφέρεται το καταβληθέν συνολικό ποσό.
Εκτός και αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, οπότε είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος ως προς το αν η καταβολή ήταν πλήρης και έγινε απόσβεση του σχετικού χρέους. Τούτο όμως δεν συμβαίνει όταν ασκούνται με την αγωγή αξιώσεις από τη σύμβαση εργασίας και προσκομίζεται από τον εργοδότη έγγραφη απόδειξη του εργαζομένου περί καταβολής σ` αυτόν συνολικού ποσού, που καλύπτει κατά ένα μέρος τις αγωγικές αξιώσεις, χωρίς να αναφέρει την κάθε αιτία και το επί μέρους ποσό, που καταβλήθηκε γι` αυτή.
Διότι στην εν λόγω περίπτωση δεν αποκλείεται να καταβλήθηκε το ποσό αυτό προς εξόφληση άλλων αξιώσεων του εργαζομένου, που δεν περιλήφθηκαν στην αγωγή, γιατί μόνο με αυτές τις διευκρινίσεις είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και η προστασία του εργαζομένου από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθρα 3, 174, 679 Α.Κ., 8 ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959).' Αλλωστε, για το λόγο αυτό με τα άρθρα 18 παρ. 1 ν. 1082/1980 και 26 παρ. 9 περ.
ε α.ν. 1846/1951, όπως η περ. ε προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ. 2 ν. 1469/1984, επιβάλλεται στους εργοδότες η υποχρέωση να χορηγούν, εφόσον πρόκειται περί φυσικών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους, εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας.
Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να απεικονίζονται αναλυτικά οι πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού, καθώς και οι κρατήσεις που έγιναν σ' αυτές (ΑΠ 953/2018, ΑΠ. ΑΠ 1418/2015, ΑΠ. 1069/2014). 8. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα προς αντίκρουση της άνω στην με αριθμό 4 μείζονα σκέψη αναφερομένης αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η πρώτη (εναγόμενη) να του καταβάλει, με βάση τη σύμβαση, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το συνολικό ποσό των 67.084,44 ευρώ για α) δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Απριλίου και Μαΐου 2009, β) αμοιβή υπερεργασίας και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, εργασία κατά τα Σάββατα και Κυριακές και για μη χορηγηθείσα ημέρα εβδομαδιαίας ανάπαυσης και γ) για υπόλοιπο αποδοχών αδείας, άλλως αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και υπόλοιπο επιδομάτων αδείας των ετών 2008, 2009, 2010 και 2011, προέβαλε παραδεκτά την ένσταση εξοφλήσεως των ενδίκων απαιτήσεων του αναιρεσείοντος, διατεινόμενη ότι ο ενάγων έχει εξοφληθεί πλήρως για όλες τις αξιώσεις του από την εργασιακή του σχέση, διότι έχει λάβει παραπάνω ποσά απ'αυτά που δικαιούτο, τα οποία πρέπει να συμψηφιστούν με τις άνω απαιτήσεις του.
Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων έλαβε για το έτος 2008 το συνολικό ποσό των 12.670,22 ευρώ, ενώ με βάση τις ΣΣΕ δικαιούτο 11.912,52 ευρώ, για το έτος 2009, το ποσό των 12.248,09 ευρώ, ενώ δικαιούτο 10.701,57 ευρώ, για το έτος 2010 το ποσό των 14.813,85 ευρώ, ενώ δικαιούτο 12.103,82 ευρώ, δια το έτος 2011 το ποσό των 10.757,76, ευρώ ενώ δικαιούτο 9.659,56ευρώ και για το έτος 2012 το ποσό των 9.022,76 ευρώ, ενώ δικαιούτο 8.741,93 ευρώ.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι "ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να στηρίξει την ένσταση εξοφλήσεως του άρθρου 416 ΑΚ, καθόσον είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος, καθόσον δεν εκτίθενται τα επί μέρους ποσά, που ο ενάγων έλαβε για κάθε μία από τις παραπάνω αιτίες, ούτε με ποιόν τρόπο αυτή κατέβαλε αυτά, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να διαγνώσει αν και ποιο ύψος ποσού και για ποια αιτία αυτός έχει εξοφληθεί" και στην συνέχεια απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, εκεί εκκαλούσας, επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, που επίσης είχε απορρίψει τον σχετικό ισχυρισμό της ως αόριστο.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 7 μείζονα σκέψη, δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο, αφού η ένσταση εξοφλήσεως, υπό την ανωτέρω διατύπωσή της, ήταν αόριστη, διότι δεν περιείχε το κατά το νόμο απαιτούμενο προς θεμελίωσή της ως άνω στοιχείο της κάθε αιτίας καταβολής και του καταβληθέντος επί μέρους ποσού για κάθε μία αιτία, δοθέντος ότι και στην απόδειξη περί εξοφλήσεως των αναφερομένων απαιτήσεων περί μισθών και δώρων εορτών και κάθε άλλης απαιτήσεως, στην οποία δεν αναφέρει την κάθε αιτία και το επί μέρους ποσό, που καταβλήθηκε γι` αυτή, μπορεί να περιλαμβάνονται αμοιβές και αποζημιώσεις για εργασία, που δεν αναφέρεται στην αγωγή.
Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, αληθώς από τον αριθμό 14 εδ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ότι η προσβαλλομένη, απορρίπτοντας ως αόριστη την ένσταση εξοφλήσεως, παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια κατ'εκτίμηση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες η προσβαλλομένη απέρριψε τον προταθέντα ισχυρισμό του περί συνάψεως έγκυρης συμφωνίας περί συμψηφισμού των υπερτέρων αποδοχών που κατέβαλε στον ενάγοντα με τις ένδικες αξιώσεις του, αλυσιτελώς προβάλλεται και επί αναληθούς προϋπόθεσης, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αυτή δεν δέχθηκε ότι οι καταβληθείσες αποδοχές στον ενάγοντα για τις αξιώσεις του αυτές, ήσαν υπέρτερες των προβλεπομένων στην εφαρμοσθείσα ΣΣΕ και ΔΑ, αλλά ότι αυτές υπολείπονταν αυτών.
Εξάλλου από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης, ότι συνήφθη μεταξύ των διαδίκων έγκυρη συμφωνία, ότι οι υπέρτερες αποδοχές του θα συμψηφίζονται με τις αιτούμενες αξιώσεις του, δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας αυτοτελώς ως τέτοιος ισχυρισμός ασκών επιρροή στην έκβαση της δίκης, που να έχρηζε απαντήσεως εκ μέρους του δικαστηρίου, όπως επιχειρεί με τον σχετικό λόγο της αίτησης να πράξει η αναιρεσείουσα, αλλά τόσο από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης όσο και από τις προτάσεις της κατά την πρωτοβάθμια συζήτηση της αγωγής αλλά και από τον σχετικό λόγο έφεσης, ο ισχυρισμός τέθηκε ως ένσταση εξοφλήσεως -συμψηφισμού και όπως προαναφέρθηκε απορρίφθηκε ως αόριστος από το Εφετείο.
Συνεπώς αλυσιτελής είναι και ο τρίτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο προσάπτει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη, την πλημμέλεια από τον 11 εδ. γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού( περί συνάψεως έγκυρης συμφωνίας), τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα ήτοι α)το βιβλίο δρομολογίων του έτους 2012 καθώς και β) την 2363/2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου.
9. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν μάλιστα το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσίαν πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ` αυτές και διατυπώνεται με σαφήνεια στην απόφαση, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Για το ορισμένο του λόγου αυτού απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται αιτιολογιών β) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που πρότεινε ο διάδικος προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου και αν πρόκειται για ελλιπείς αιτιολογίες σε τι συνίσταται η έλλειψη και ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1826/2007, ΑΠ 1875/2006). 10.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναφέρει η αναιρεσείουσα ότι η προσβαλλομένη έχει υποπέσει στη νομική πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα των άρθρων 648, 649, 653 659 ΑΚ του ν. 1876/1990 και 2 επ. του ν.δ 3765/1957, επιπλέον στη νομική πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη πραγμάτων, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης(559 αρ. 8),στη νομική πλημμέλεια της ανεπαρκούς αιτιολογίας σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης(559 αρ. 19).
Στην συνέχεια παραθέτει απόσπασμα της προσβαλλομένης σχετικά με τον χρόνο απασχόλησης του ενάγοντος στην επιχείρησή της. Επίσης αναφέρει το σκεπτικό μίας απόφασης, ήτοι της 230/2016 απόφασης του δικαστηρίου τούτου και στο τέλος του λόγου παραθέτει τα εξής "δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και στην υπό κρίση περίπτωση συντρέχουν ακριβώς τα ίδια κριθέντα, με την εσφαλμένη κρίση της, είναι σαφές ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως έχει αιτιολογίες προφανώς ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Με το περιεχόμενο αυτό ο σχετικός λόγος είναι, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 9 μείζονα σκέψη, παντελώς αόριστος και απορριπτέος, διότι δεν περιλαμβάνεται σ'αυτόν, για το ορισμένο του, πλην των άνω στην μείζονα σκέψη αναφερθέντων στοιχείων, η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου και όσον αφορά τις ελλιπείς αιτιολογίες σε τι συνίσταται η έλλειψη και ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται. 11.
Στο άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και "αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση όσων από αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, που προαναφέρθηκε, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς το ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο συνίσταται στο ότι ο ενάγων απασχολείτο με πενθήμερο εργασία σύμφωνα με τους όρους αμοιβής των ΣΣΕ των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων και στο ότι δικαιούτο τα αναφερθέντα ποσά για τις ένδικες αξιώσεις του, δεν γεννάται αμφιβολία ότι έλαβε υπ' όψη και εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα καθώς και τις αποδείξεις καταβολής των αποδοχών του ενάγοντος, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις.
Επομένως, ο έκτος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπ' όψη τα ανωτέρω έγγραφα (αποδείξεις καταβολής) που είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα και προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι με την κατ'επίφαση επίκληση του άνω αναιρετικού λόγου, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
12. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί, αλλ` απαιτείται επιπρόσθετα να συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) η πεποίθηση, ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ` αυτού, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση επιδίωξη ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (Ολ.Α.Π. 62/1990, Ολ.Α.Π. 56/1990).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
13. Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, είχε νόμιμα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προβάλλει τον αυτοτελή ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως της ενδίκου αξιώσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, συνισταμένης στο γεγονός ότι ο ενάγων ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για δήθεν απαιτήσεις του επί 18 συναπτά έτη, αντίθετα είχε ευεργετηθεί σε σοβαρό ζήτημα υγείας του παιδιού του από τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης με συστάσεις ειδικών γιατρών και με πολύ σημαντικά χρηματικά ποσά, εκφράζοντας ο ενάγων την ευγνωμοσύνη του, ότι από το από 29-5-2013 ηλεκτρονικό μήνυμα του πληρεξουσίου του δικηγόρου σε απάντηση επιστολής του προϊσταμένου του λογιστηρίου της εναγομένης, είχε δημιουργηθεί σ' αυτή η πεποίθηση ότι ο ενάγων ουδεμία απαίτηση είχε για υπερεργασία, εργασία Σαββάτων, στέρηση αναπληρωματικής ανάπαυσης, αποζημίωση και επιδόματα αδείας, αφού οι απαιτήσεις του, τόσο στην προγενέστερη της κρινόμενης αγωγής του όσο και στους επισυναπτόμενους στην επιστολή του λογιστηρίου του πίνακες, περιορίζονται μόνο σε διαφορές αποδοχών και σε προσαυξήσεις για εργασία Κυριακών και παράνομης υπερωρίας και τέλος ότι η άσκηση των δικαιωμάτων του συνεπάγεται επαχθείς για την επιχείρηση της επιπτώσεις.
Το εφετείο επί του άνω ισχυρισμού, περί καταχρηστικής ασκήσεως των αξιώσεων του ενάγοντος, δέχθηκε τα εξής "Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, όμως, και ανεξάρτητα αν είναι αληθινά ή όχι δεν είναι ικανά να δημιουργήσουν στην εναγόμενη την πεποίθηση, ότι ο ενάγων δεν θα ασκήσει τα δικαιώματα του από την εργασιακή του σχέση, ώστε η άσκησή τους με την ένδικη αγωγή να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ)".
Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως νόμω αβάσιμο τον σχετικό ισχυρισμό και λόγο έφεσης, της εκεί εκκαλούσας-εναγομένης, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε ομοίως αποφανθεί και απορρίψει τον σχετικό ισχυρισμό, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, αφού από τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, δεν συνέτρεχαν οι προϋπόθέσεις εφαρμογής της.
Συνεπώς ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
14. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της. Πρέπει δε να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττημένη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις(άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-2-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 364/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε χίλια οκτακόσια(1800) ευρώ, για δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ