Legislator Case Law & Legislation
667/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of counterclaim due to res judicata not covering subsequent tort acts.

Case Number 667/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court granted the appeal against the First Instance Court's dismissal of a counterclaim based on res judicata. The appellant argued that the counterclaim for damages regarding later acts of false accusation and perjury was not covered by the final judgment on the defamation suit. The Court agreed that while the initial defamation claim was barred, the subsequent tortious acts constituted a distinct legal relationship not precluded by the prior decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata bars re-litigation of the same legal relationship but does not prevent a new claim based on subsequent tortious acts that differ in nature and timing from the previously adjudicated conduct.

Keywords

AI generated
res judicata counterclaim admissibility subsequent tortious acts false accusation perjury damages defamation suit legal relationship

Cited Legislation

AI generated
Article 568 paragraphs 2, 3 and 4 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 321, 322 and 324 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 16 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 667 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 667/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη.

Του αναιρεσίβλητου: Β. Δ. Φ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 28-3-2005 διά των προτάσεών του ασκηθείσα ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 270/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2015 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-9-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 9-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 8 Σεπτεμβρίου 2015 αιτήσεως του Κ. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 141/2015 αποφάσεως του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης κατά το μέρος που απέρριψε την ανταγωγή. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την προσκομιζομένη από τον αναιρεσείοντα υπ’ αριθμ. ... /10-12-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Μ. Π. προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ’ αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσείοντος νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.), για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 11-4-2016, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε λόγω αποχής των δικηγόρων, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Επομένως, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως στην ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία δεν ήταν αναγκαία η εκ νέου κλήτευσή του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεως του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προεβλήθη με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως, όχι δε και τα γενεσιουργά ή αποσβεστικά των τελεσιδίκως κριθέντων εννόμων συνεπειών περιστατικά (Ολ.

ΑΠ 959/1985). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 16 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Με τον λόγο αυτό ο Άρειος Πάγος ελέγχει "την παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα που τους προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητος ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου των, ενώ επισκοπείται και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχεται με βάση αυτή η σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Α.Π. 249/2011, 1471/2012, 1831/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., της προσβαλλομένης αποφάσεως και των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Στις δημοτικές εκλογές της 13-10-2002 για την ανάδειξη Δημάρχου και δημοτικού συμβουλίου του Δήμου ... του Νομού Ηρακλείου Κρήτης, συμμετείχε και ο ήδη αναιρεσίβλητος (Β.

Φ.), ως επικεφαλής του συνδυασμού "...", ο οποίος, έλαβε την πλειοψηφία των ψήφων και ανεδείχθη επιτυχών. Το κύρος των εκλογών ήχθη, κατόπιν ενστάσεων, ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου, το οποίο με την υπ’ αριθμ. 409/2002 απόφαση του δέχθηκε την ένσταση του επικεφαλής του αντιπάλου συνδυασμού Σ.

Χ. και ακύρωσε την εκλογή του αναιρεσίβλητου, ως δημάρχου, για το λόγο ότι εκρίθηκαν άκυρα 42 ψηφοδέλτια του συνδυασμού του, τα οποία έφεραν διακριτικά γνωρίσματα. Μετά τη δημοσίευση της ανωτέρω αποφάσεως, ο αναιρεσίβλητος, μαζί με μεγάλο αριθμό υποστηρικτών του συνδυασμού του, πραγματοποίησαν, στις 11-12-2002, συγκέντρωση στο κέντρο της πόλεως του Ηρακλείου και ακολούθως κατέλαβαν το κτίριο του δικαστικού μεγάρου της ιδίας πόλεως, διαμαρτυρόμενοι για την ανατροπή του εκλογικού αποτελέσματος.

Κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας, ένας από τους ενθέρμους υποστηρικτές του συνδυασμού του αναιρεσιβλήτου, ονόματι Κ. Μ., χρησιμοποιώντας τηλεβόα, διάβασε στους συγκεντρωμένους κείμενο ψηφίσματος, στο οποίο μεταξύ άλλων ανεφέρετο ότι αιτία της ακυρώσεως της εκλογής του αναιρεσιβλήτου ως δημάρχου ..., ήταν η νόθευση 42 ψηφοδελτίων από τον υπάλληλο της Εισαγγελίας Ηρακλείου Κ.

Σ. (ήδη αναιρεσείοντα), που διορίσθηκε με πολύ ύποπτο τρόπο, και την υπάλληλο του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χ. Σ. (μη διάδικο), με την καθοδήγηση του υποψηφίου Δημάρχου του αντίπαλου Συνδυασμού, Σ. Χ.. Ζητείτο δε επί πλέον με το ψήφισμα η παρέμβαση του Εισαγγελέως για την απομάκρυνση των προαναφερομένων δικαστικών υπαλλήλων και η ποινική τους δίωξη.

Το εν λόγω ψήφισμα, κατά τη διάρκεια της συγκεντρώσεως υπεγράφη από τετρακόσια είκοσι (420) άτομα και φωτοαντίγραφα αυτού διενεμήθησαν από τους υποστηρικτές του συνδυασμού του αναιρεσιβλήτου σε πλήθος ανθρώπων, στα μέσα μαζικής ενημερώσεως (ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς και εφημερίδες), στον Εισαγγελέα Ηρακλείου, στη Βουλή των Ελλήνων, στον Υπουργό Δικαιοσύνης και στα πολιτικά κόμματα.

Ενόψει των ανωτέρω, ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου αγωγή, αιτούμενος παρά των εναγομένων, μεταξύ των οποίων και ο ήδη αναιρεσίβλητος, χρηματική ικανοποίηση λόγω της προκληθείσης ηθικής του βλάβης. Η ως άνω αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ’ αριθμ. 254/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία κρίθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, τέλεσε την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του αναιρεσείοντος και του προεκάλεσε ηθική βλάβη, για τη αποκατάσταση της οποίας του επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση το χρηματικό ποσό 150.000 ευρώ.

Κατόπιν αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων μερών, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 391/2004 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία δέχθηκε επίσης την τέλεση συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του αναιρεσείοντος περιόρισε όμως το ποσό της καταβλητέας σ’ αυτόν από τον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς συνεναγομένους του χρηματικής ικανοποιήσεως σε 50.000 ευρώ.

Η απόφαση δε αυτή κατέστη αμετάκλητη, αφού με την υπ’ αριθμ. 1900/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου απερρίφθη ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως η κατ’ αυτής ασκηθείσα αναίρεση. Εξάλλου κατόπιν εγκλήσεως του αναιρεσείοντος, ερειδομένης επί των ιδίων ως άνω πραγματικών περιστατικών, ο αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε τελεσιδίκως ένοχος ηθικής αυτουργίας σε συκοφαντική δυσφήμηση του εγκαλούντος, με τις υπ’ αριθμ. 2096/2003 και 69/2005 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου και του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, αντιστοίχως.

Ήδη ο αναιρεσίβλητος, τότε εναγόμενος, με την ένδικη αγωγή του, επικαλούμενος τα ίδια, ως άνω, πραγματικά περιστατικά, διατείνεται ότι ο αναιρεσείων νυν εναγόμενος, με την άσκηση της ρηθείσης αγωγής του επί της οποίας εκδόθηκαν οι προαναφερόμενες αποφάσεις, τέλεσε, με τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν γεγονότα, την πράξη της συκοφαντικής σε βάρος του δυσφημήσεως και ζητεί κατόπιν αυτού την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του και της ηθικής βλάβης που υπέστη.

Παραλλήλως ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων, κατά την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου συζήτηση της εναντίον του αγωγής, άσκησε παραδεκτώς, με τις προτάσεις του, ανταγωγή, ισχυριζόμενος ότι ο ενάγων-αντεναγόμενος, ήδη αναιρεσίβλητος, αν και γνώριζε ότι συμμετείχε στη σύνταξη και διάδοση του προειρημένου ψηφίσματος, υπέβαλε εναντίον του από αντιπερισπασμό την από 11-3-2003 μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ηρακλείου για τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ψευδούς καταμηνύσεως, επί της οποίας εκδόθηκε, μετά την διενεργηθείσα προανάκριση, αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα.

Ότι η εν λόγω μήνυση ήταν ψευδής εν γνώσει του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, δια της υποβολής της και της ενόρκου βεβαιώσεως του αναληθούς περιεχόμενου της, τέλεσε σε βάρος του τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας και του προκάλεσε ηθική βλάβη για την οποία δικαιούται ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση το χρηματικό ποσό των 25.000 ευρώ, το οποίο και εζήτησε με την ανταγωγή.

Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή απερρίφθη ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, ενώ η ανταγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στον αναιρεσείοντα, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη, το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ. Κατόπιν εφέσεως του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου και αντεφέσεως του αντενάγοντος-αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή και την ανταγωγή ως απαράδεκτες λόγω του δεδικασμένου, που παρήχθη από την προμνησθείσα υπ’ αριθμ. 391/2004 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Η κρίση αυτή του Εφετείου, καθόσον μεν αφορά την αγωγή, που δεν αποτελεί αντικείμενο της προκειμένης δίκης, είναι ορθή, αφού αντικείμενο αυτής αποτελεί η έννομη σχέση που κρίθηκε αμετακλήτως με την ρηθείσα απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Καθόσον αφορά όμως την ανταγωγή, το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, καθόσον η αιτηθείσα δι’ αυτής χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος, θεμελιώνεται σε μεταγενέστερη αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, η οποία συνέχεται μεν αλλά δεν ταυτίζεται προς την μετά δυνάμεως δεδικασμένου κριθείσα τοιαύτη.

Συγκεκριμένα δε, αφορά τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας που φέρονται, κατά την ανταγωγή, τελεσθείσες από τον αναιρεσίβλητο την 11-3-2003 με την υποβολή της ψευδούς μηνύσεώς του σε βάρος του αναιρεσείοντος για συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδή καταμήνυση, οι οποίες ναι μεν συνάπτονται ως προετέθη με την τελεσιδίκως κριθείσα ως γενομένη συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του αναιρεσείοντος, δεν καλύπτονται όμως από το σχετικό δεδικασμένο, αφού συνιστούν μεταγενέστερες πράξεις που προσβάλλουν με διαφορετικό τρόπο την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος.

Βασίμως κατά συνέπεια, ο τελευταίος μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την απόρριψη ως απαραδέκτου, λόγω δεδικασμένου, της ενδίκου ανταγωγής του, με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ. μοναδικό λόγο της λόγος της κρινομένης αιτήσεως του.

Επομένως, η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές κατά το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει, να διαταχθεί δε επί πλέον η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα τούτου σε βάρος του ηττωμένου αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 141/2015 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης κατά το μέρος που απέρριψε την ανταγωγή.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, για εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2017. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ