Supreme Court dismisses appeal against final judgment in construction debt dispute due to lack of new grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final appellate judgment regarding a construction debt dispute. The appellants argued that the lower court erred in rejecting their appeal, but the court found no new grounds to challenge the established facts. Consequently, the court ruled that the original judgment correctly assessed the evidence and legal provisions without error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if new grounds are presented, and if the appeal fails to establish a violation of law or facts, it must be rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 667 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 667/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ι. Μ. του Μ. και 2Φ. συζ. Ι. Μ., κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Παπαδημητρίου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζ. Ν. Κ., κατοίκου ..., η οποία παρουσιάσθηκε αυτοπροσώπως, χωρίς την σύμπραξη πληρεξουσίου δικηγόρου και θεωρήθηκε απούσα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιουνίου 2003 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 55/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23 Μαρτίου 2010 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 582/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 24 Απριλίου 2013 κλήση των ήδη αναιρεσειόντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 19 Αυγούστου 2011 έκθεση του, κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση, Αρεοπαγίτη Νικολάου Λεοντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως, για αναίρεση της 55/13.3.2008 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την, από 24-4-13, κλήση των αναιρεσειόντων νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση, από 15-3-10 και με αριθμό καταθ. 23/2010, αίτηση αναίρεσης της 55/2008 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, μετά την έκδοση της 582/2013 απόφασης του τμήματος αυτού με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η επ' αυτής, κατά τη δικάσιμο της 4-3-13 λαβούσα χώρα, συζήτηση.
Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ... και .../3-6-13 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς …, ακριβή αντίγραφα της παραπάνω αίτησης αναίρεσης καθώς και της ένδικης κλήσης με την υπ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικασίμο (18-11-13) επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες προς την αναιρεσίβλητη. Η τελευταία όμως δεν εμφανίστηκε κατά τη εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο ούτε κατέθεσε την προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση και επομένως πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά τη απουσία αυτής.
Από τη διάταξη του αρθ. 559 αρ. 11 περ. γ' προκύπτει ότι, αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο (Ολ.
ΑΠ 23/2008, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 481/2013), και επομένως ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν από την παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατατεθεισών προτάσεων, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, διαπιστώνεται η μη επίκληση του αποδεικτικού μέσου για το οποίο προβάλλεται η σχετική αιτίαση (ΑΠ 1256/2008).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 απ. 11 γ ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος της, τη νομίμως επικληθείσα και προσκομισθείσα απ' αυτούς, προς απόδειξη του σχετικού λόγου της ανακοπής τους περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης για την έκδοση (σε βάρος τους) της ανακοπτόμενης με την ένδικη ανακοπή (υπ' αριθμ. 184/2003) Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, από 10-4-1995 βεβαίωση της ΔΟΥ Ρόδου κατά το περιεχόμενο της οποίας η ατομική επιχείρηση της αναιρεσίβλητης φέρει την επωνυμία "…" και όχι "…" η οποία, κατά την εσφαλμένη, κατά τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο, σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης έχει αναγραφεί από παραδρομή στα από 27-9-97 και 24-2-98 ιδιωτικά συμφωνητικά αναγνώρισης χρέους από εργολαβική σύμβαση, με βάση τα οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της Εφέσεως και των ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατατεθεισών προτάσεων των αναιρεσειόντων δεν προκύπτει ότι έγινε επίκληση του παραπάνω δημοσίου εγγράφου της ΔΟΥ, για τον οποίο προβάλλεται η σχετική αιτίαση.
Κατά τη διάταξη του αρθ. 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη, από την αιτία του χρέους.
Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, καθόσον η διάταξη του εδ. β' του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας).
Κατά κανόνα όμως σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (ΑΚ 361). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελώς αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία.
Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ' αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (ΑΚ 280) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156). Αν όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας, από την οποία να πηγάζει νέα ενοχή, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται έγγραφος τύπος (ΑΚ 873, 361 ,ΑΠ 1501/2006, 1438/2006, 1432/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ 1254/10, ΑΠ 179, 495/13).
Περαιτέρω από τη διάταξη του αρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε - με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13, 495/2013, ΑΠ 609/2013). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 681, 783, 147, 149 ΑΚ και 386 ΠΚ απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κατά της αναιρεσίβλητης ασκηθείσα ανακοπή τους προς ακύρωση, για τους αναφερομένους σ' αυτήν λόγους και με την επίκληση των ως άνω διατάξεων, της υπ' αριθμ. 184/2003 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, δεχθείσα, εσφαλμένως και με ανεπαρκείς αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό των ως άνω διατάξεων, συνδρομή των προς έκδοση της απαιτουμένων από τις διατάξεις του αρθ. 623 και 624 ΚΠολΔ προϋποθέσεων, παρά την, από τις νομίμως προσκομισθείσες απ' αυτούς αποδείξεις, προκύψασα έλλειψη αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση του από τους διαδίκους προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα ως άνω ζητήματα τα παρακάτω: "αποδείχθηκε ότι η ένδικη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση α) τα φερόμενα ως υπογεγραμμένα από τους ανακόπτοντες (αναιρεσείοντες) από 27-9-1997 και 24-2-1998 ιδιωτικά συμφωνητικά αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους από σύμβαση εργολαβίας, την οποία υπέγραψε ο πρώτος των ανακοπτόντων ως οφειλέτης και η δεύτερη τούτων ως εγγυήτρια, β)την από 24-4-2001 εξώδικη όχληση της αιτούσας (αναιρεσίβλητης) προς τους καθών και γ) τις με αρ. ...
και .../30-4-2001 επιδόσεις της εξώδικης όχλησης προς τους καθών αυτή. Ειδικότερα, στο με ημεροχρονολογία 24-2-1998 παραπάνω ιδιωτικό έγγραφο, αναφέρεται ότι ο πρώτος των καθών η ανακοπή ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στην αιτούσα μέχρι τέλος Μαΐου 1998, το ποσόν των 27.250.000 δραχμών που αντιστοιχούσε στις διεξοδικά παρατιθέμενες σ' αυτό αξιώσεις που είχε η καθής η ανακοπή - εφεσίβλητη απέναντι του και συγκεκριμένα:
α) 24.000.000 δραχμές που αντιστοιχεί σε οφειλόμενο υπόλοιπο της ανερχομένης συνολικά στο ποσόν των 98.000.000 δραχμών, συμφωνημένης με το από 27.9.1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, συνολικής αμοιβής για την κατασκευή μιας προκατασκευασμένης οικίας που ο πρώτος ανακόπτων ανέθεσε στην καθής η ανακοπή, και β) 3.250.000 δραχμές που αντιστοιχεί στο σύνολο του οφειλομένου από τον αγοραστή (ανακόπτοντα) ΦΠΑ, ποσοστού 13% επί της αναγραφομένης αξίας, των τιμολογίων που μέχρι τότε είχε εκδώσει η καθής.
Πρόκειται συνεπώς για αποδεικτικό της, από μέρους του ανακόπτοντος προς την καθής αιτιώδους αναγνωρίσεως οφειλής έγγραφο, το οποίο φέρει την υπογραφή του ως οφειλέτου και την υπογραφή της δεύτερης ανακόπτουσας ως εγγυήτριας. Οι αναφερόμενες στο παραπάνω ιδιωτικό αξιώσεις δεν εξαρτήθηκαν από αίρεση, όρο ή αντιπαροχή, αλλά από προθεσμία, μετά την παρέλευση του χρονικού σημείου της οποίας, εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής.
Συνεπώς συνέτρεξαν οι κατ1 άρθρο 623 και 624 παρ. 1 ΚΠολΔ προϋποθέσεις για την έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνεπώς, που με την εκκαλουμένη, αν και με διαφορετική αιτιολογία απέρριψε το λόγο αυτό της ανακοπής ως ουσιαστικά αβάσιμο, σωστά κατ' αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ο σχετικός με το παράπονο αυτό, πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει, αντικαθισταμένης κατά τούτο της αιτιολογίας της εκκαλουμένης ν' απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του.
Περαιτέρω στον τρίτο λόγο της ανακοπής διατείνονται οι ανακόπτοντες (αναιρεσείοντες) ότι, όπως και στα παραπάνω ιδιωτικά συμφωνητικά αναφέρεται, εκείνοι συνεβλήθησαν με πωλήτρια την αναγραφομένη σ' αυτά εταιρία που φέρει την επωνυμία "… και όχι με την αιτούσα την έκδοση της διαταγής πληρωμής Ε. συζ. Ν.
Κ.. Από την εκτίμηση των περιεχομένων στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά των καταθέσεων της ανακόπτουσας και του μάρτυρα της καθής η ανακοπή, που εξετάστηκαν η πρώτη χωρίς όρκο και ο δεύτερος ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και η από 8.7.2003 έκθεση του αρχιτέκτονα πολιτικού Μηχανικού Γ.
Μ. αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Μεταξύ του ανακόπτοντος και της Ε. Κ., η οποία διατηρεί στη Ρόδο επιχείρηση κατασκευής και πωλήσεως προκατασκευασμένων σπιτιών και άλλων κατασκευών, είχε συναφθεί στις 8.10.1995 σύμβαση δυνάμει της οποίας η τελευταία είχε αναλάβει να κατασκευάσει και να τοποθετήσει σε οικόπεδο ιδιοκτησίας των ανακοπτόντων μια προκατασκευασμένη οικία αρχικού εμβαδού μαζί με τους εξώστες 275 τ.μ..
Με αλλεπάλληλες, τροποιητικές της αρχικής συμφωνίας, έγγραφες συμβάσεις που ακολούθησαν στις 8.2.1996, 26.9.1996 και 19.11.1996 οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν διαδοχικά να κατασκευασθεί υπόγειο και παράλληλα να επεκταθεί το εμβαδόν της οικίας και των εξωστών και στη συνέχεια να επεκταθεί και το εμβαδόν του υπογείου.
Στις 27.9.1997 ακολούθησε και άλλη τροποιητική των συμβάσεων που είχαν προηγηθεί έγγραφη συμφωνία με την οποία, το εμβαδόν της οικοδομής θα αυξανόταν από 260 σε 275 τ.μ., ενώ παράλληλα, καθοριζόταν οι πρόσθετες, αναγκαίες για την επέκταση εργασίες και η αξία αυτών. Στο ίδιο συμφωνητικό οι διάδικοι καθόρισαν το συνολικό κόστος της οικοδομής στο ποσόν των 93.000.000 δραχμών, οφειλή την οποία, τόσο ως προς την αιτία αλλά και ως προς το ποσόν ο ανακόπτων αναγνώρισε εγγράφως υπογράφοντας τούτο.
Ακολούθησε και το από 24.2.1998, υπογεγραμμένο και από τους δύο συμβαλλομένους συμφωνητικό, στο οποίο αναφέρεται: α) ότι οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν να κατασκευασθούν περισσότερα, από τα αρχικώς συμφωνηθέντα, μέτρα των εσωτερικών κατασκευών εντοιχισμένης κουζίνας και ντουλαπών υπνοδωματίων και μία επιπλέον πόρτα κουζίνας συνολικού κόστους 5.000.000 δραχμών, β) ότι το τελικό κόστος της οικίας ανήλθε στο ποσόν των 98.000.000 δραχμών, από τα οποία η καθής εισέπραξε και 74.000.000 δραχμές και γ) ότι ο πρώτος ανακόπτων είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει στην ανακόπτουσα μέχρι το τέλος του Μαΐου 1998, το υπόλοιπο ποσό ύψους 24.000.000 δραχμών πλέον 3.250.000 δραχμών για τον ΦΠΑ ποσοστού 13% επί της αξίας των τιμολογίων που είχαν εκδοθεί από το έτος 1996.
Εκτός όμως από την υπογραφή του πρώτου ανακόπτοντας τα παραπάνω 27.9.1997 και 24.2.1998 συμφωνητικά, βάσει των οποίων εξεδόθη η ανακοπτομένη, φέρουν και την υπογραφή της δεύτερης ανακόπτουσας η οποία υπέγραψε αυτά ως εγγυήτρια. Επιπλέον από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι οι ανακόπτοντες γνώριζαν το περιεχόμενο και των δύο εγγράφων, καθόσον δεν αρνήθηκαν ότι πράγματι συμφώνησαν τελικά να ανέλθει το κόστος του έργου, που ανέλαβε η καθής, στο ποσόν των 98.000.000 δραχμών.
Το γεγονός ότι στο ίδιο συμφωνητικό αναφέρεται η από μέρους του πρώτου ανακόπτοντος προς την καθής σταδιακή καταβολή συνολικού ποσού 74.000.000 δρχ αλλά και ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι συμφωνήθηκαν οι πρόσθετες εργασίες, για τις οποίες συντάχθηκαν τα επίδικα συμφωνητικά, αποδεικνύει, κατ' αρχήν ότι ο ανακόπτων ζήτησε από την καθής να προβεί σε πρόσθετες εργασίες και κατασκευές.
Εξάλλου, ουδέποτε ανέφερε ότι η οικία που κατασκεύασε η καθής υπολείπεται σε εμβαδόν, όπως αυτό διαμορφώθηκε τελικά με βάσει τις παραπάνω αναφερθείσες τροποποιητικές συμφωνίες, η τελευταία από τις οποίες είναι η από τις επίδικες 27.9.1997 σύμβαση. Οι ανακόπτοντες αμφισβητούν την ποιότητα της κατασκευής και ισχυρίζονται ότι το έργο έχει ελλείψεις, χωρίς να προσδιορίζουν τι είχε συμφωνηθεί και τι δεν εκτελέστηκε από τα συμφωνηθέντα, ώστε να καταστεί δυνατόν στο Δικαστήριο να διαπιστώσει πράγματι αν πράγματι είχαν συμφωνηθεί όσα αναφέρονται στα επίδικα ιδιωτικά συμφωνητικά.
Τέλος, η δεύτερη των ανακοπτόντων, εξεταζόμενη χωρίς όρκο στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεν αμφισβήτησε το μέγεθος του εμβαδού της οικίας, το οποίο απετέλεσε αντικείμενο των συμφωνητικών τροποποίησης της αρχικής σύμβασης. Ενισχυτικό επίσης υπέρ της άποψης του ότι οι ανακόπτοντες τελούσαν σε πλήρη γνώση του περιεχομένου των συμφωνητικών αυτών, επιχείρημα είναι, ότι σ1 αυτά παρατίθενται λεπτομερώς και αναλυτικά οι υποχρεώσεις της ανακόπτουσας.
Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή συνέτασσε η ίδια τα συμφωνητικά αυτά εν αγνοία των αντισυμβαλλομένων της, θα ανέφερε μόνο τα χρηματικά ποσά και επιγραμματικά τις υποχρεώσεις της, έτσι ώστε να μην καθίσταται σαφές, ούτε αποδεικνύεται ευχερώς το μέγεθος και το είδος της παροχής που ανέλαβε μ1 αυτά να εκπληρώσει προς τους ανακόπτοντες.
Στη συνέχεια, από τα ίδια παραπάνω επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι οι ανακόπτοντες έκαναν όλες τις συναλλαγές που αφορούσαν την ανάθεση και την εξέλιξη της κατασκευής του συγκεκριμένου έργου με τον Ν. Κ., που ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό της συζύγου του Ε. Κ., στην οποία ανήκει η ατομική επιχείρηση κατασκευής και πώλησης προκατασκευασμένων σπιτιών με την επωνυμία "…".
Αντισυμβαλλομένη συνεπώς των ανακοπτόντων στις επίδικες συμβάσεις, είναι η καθής η ανακοπή, η οποία ουδέποτε έχει συστήσει εταιρία, ενώ η αναφορά εταιρίας με την ίδια επωνυμία "…" στα επίδικα συμφωνητικά, οφείλεται σε παραδρομή κατά την εκτύπωση των εντύπων που χρησιμοποιεί η επιχείρηση. Ως εκ τούτου το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο και το λόγο αυτό της ανακοπής δεν έσφαλλε, αλλά σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση της καθής η ανακοπή για την έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, και ο σχετικός με αυτό τρίτος λόγος της έφεσης είναι επίσης ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει ν1 απορριφθεί.
Τέλος, ο λόγος της ανακοπής με τον οποίο οι ανακόπτοντας ισχυρίζονται ότι η ανακόπτουσα δεν δικαιούται την αμοιβή της επειδή δεν τους παρέδωσε το συμφωνημένο έργο είναι ουσιαστικά αβάσιμος δεδομένου ότι από τη χωρίς όρκο κατάθεση της δεύτερης των ανακοπτόντων στην ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δίκη προέκυψε ότι οι ανακόπτοντες κατοικούν στην οικία που κατασκεύασε η ανακόπτουσα.
Η οικία συνεπώς παραδόθηκε στους ανακόπτοντες. Περί της ανεπιφύλακτης όμως ή μη παραλαβής αυτής δεν μπορεί να γίνει λόγος στην προκειμένη υπόθεση, αφού η ένσταση αυτή συνδέεται με κατάλυση αξιώσεων που έχουν ή είχαν οι ανακόπτοντες λόγω ελαττωμάτων ή ελλείψεων του έργου, περί των οποίων δεν προεβλήθη με την ανακοπή ορισμένος ισχυρισμός.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε το λόγο αυτό της ανακοπής ως αβάσιμο στην ουσία του δεν έσφαλλε αλλά σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις, διαλαβόν στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες οι οποίες καλύπτουν το πραγματικό (μείζονα πρόταση) των τελευταίων (διατάξεων) και δικαιολογούν απολύτως το αποδεικτικό πόρισμα αφού, ειδικότερα, διαλαμβάνεται πλήρως και σαφώς σ' αυτό:
α) ότι η έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής στηρίχθηκε στα από 27-9-1997 και 24-2-1998 ιδιωτικά έγγραφα, που συντάχθηκαν προς απόδειξη της διατυπούμενης στα εν. λόγω ιδιωτικά έγγραφα συμβάσεως αιτιώδους αναγνωρίσεως Χρέους από σύμβαση έργου και υπογράφουν οι αναιρεσείοντες, ο πρώτος ως οφειλέτης και η δεύτερη ως εγγυήτρια, τελούντες σε γνώση του περιεχομένου τους, και συμφωνούντες μ' αυτό ώστε να μη τίθεται ζήτημα πλάνης ή εξαπάτησης τους αναφορικά μ' αυτό (β) ότι οι απορρέουσες από την εν λόγω σύμβαση αξιώσεις της αναιρεσίβλητης ως αντισυμβαλλόμενης, κατά των αναιρεσειόντων δεν εξαρτήθηκαν από αίρεση, όρο ή αντιπαροχή, αλλά από προθεσμία, μετά την παρέλευση του Χρονικού σημείου της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, χωρίς ειδικότερα να εξαρτώνται από την παράδοση του έργου, ώστε η έγγραφη απόδειξη αυτής να αποτελεί προϋπόθεση εκδόσεως της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, δεχόμενη επιπρόσθετα ότι δεν επικαλούνται οι ήδη αναιρεσείοντες ελλείψεις του έργου κατά τρόπο ορισμένο, η ύπαρξη των οποίων, σε κάθε περίπτωση, παρέχει στον εργοδότη τα από τα άρθρα 688-691 ΑΚ δικαιώματα, υποχρεούμενος σε καταβολή της συνομολογηθείσης εργολαβικής αμοιβής και (γ) ότι αντισυμβαλλομένη στην εν λόγω σύμβαση, ενεργούσα κατά την εκτέλεση του έργου με τον αντιπρόσωπο αυτής σύζυγο της, είναι η αναιρεσίβλητη οποία διατηρεί ατομική επιχείρηση κατασκευής και πωλήσεως προκατασκευασμένων οικιών με την επωνυμία "…", καταλήγοντας ότι η αναφορά στα εν λόγω ιδιωτικά έγγραφα της μηδέποτε συσταθείσης εταιρείας με την ίδια επωνυμία "…" οφείλεται σε παραδρομή κατά την εκτύπωση των εντύπων που χρησιμοποιεί η επιχείρηση.
Υπό τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από το αρθ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις, κρινόμενες συνακολούθως απορριπτέες ως αβάσιμες. Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω εκτεθέντων, και, ενόψει της μη προβολής άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-3-10 και με αριθμ. καταθ. 23/2010 αίτηση αναίρεσης της 55/2008 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ