Legislator Case Law & Legislation
667/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on invalid contract and inadmissible additional grounds regarding teacher severance.

Case Number 667/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision awarding severance pay to a dismissed teacher. The court held that an employer's duty to issue a work certificate exists independently of the employment contract's validity, even if the contract is void due to procedural defects. Additionally, the court rejected a supplementary appeal ground as inadmissible because it challenged a decision section unrelated to the specific issues raised in the main appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 678 A.K.; Art. 559 para. 1, 2, 8, 11 K.Pol.Dik.; An employer's obligation to provide a work certificate upon contract termination exists regardless of the contract's validity, and supplementary appeal grounds challenging unrelated decision sections are inadmissible.

Keywords

AI generated
employment contract validity work certificate obligation severance pay entitlement inadmissible appeal grounds employee protection principle

Cited Legislation

AI generated
Art. 678 A.K.
Art. 559 para. 1, 2, 8, 11 K.Pol.Dik.
Art. 569 para. 2 K.Pol.Dik.

Cited Case Law

AI generated
AP 1255/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 667 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 667/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ Ε. Μ. Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Απαλαγάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Ζ. του Ε., ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδων Κωνσταντόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28/8/2008 και 24/10/2008 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27123/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 829/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/6/2011 αίτησή της και τους από 3/2/2012 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 2/3/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως, με τους πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 829/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 678 Α.Κ., "κατά τη λήξη της σύμβασης, ο εργαζόμενος μπορεί να απαιτήσει από τον εργοδότη πιστοποιητικό για το είδος και τη διάρκεια της εργασίας του". Από τη διάταξη αυτή, η οποία έχει τεθεί προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου εργαζομένου, προκειμένου, στη συνέχεια, ήτοι μετά την λήξη, με οποιονδήποτε τρόπο, της εργασιακής του σχέσης, να διευκολυνθεί στην ανεύρεση εργασίας αλλού και, γενικά να σταδιοδρομήσει επαγγελματικά, σε συνδυασμό με την διατρέχουσα το εργατικό δίκαιο αρχή της εύνοιας προς τον εργαζόμενο, προκύπτει ότι η γένεση της υποχρεώσεως αυτής του εργοδότη, προς παροχή πιστοποιητικού εργασίας, δεν εξαρτάται από το κύρος της εργασιακής συμβάσεως. Επομένως και σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως (όταν, π.χ. δεν έχει εφοδιασθεί ο εργαζόμενος με βιβλιάριο υγείας ή δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις πρόσληψης κ.λπ.), υπάρχει τέτοια υποχρέωση του εργοδότη και, εάν αυτός αρνείται, ο εργαζόμενος, δικαιούται να προσφύγει δικαστικώς και να ζητήσει την παροχή πιστοποιητικού εργασίας. Το "είδος" εξάλλου, της εργασίας, που αναφέρεται στο νόμο, για το οποίο ο εργοδότης υποχρεούται να παράσχει βεβαίωση, δεν αναφέρεται στον νομικό προσδιορισμό της εργασιακής σχέσης, αλλά στο αντικείμενο της εργασίας, την οποία ο εργαζόμενος παρείχε.

Συνεπώς, για την επίκληση εφαρμογής της ως άνω διατάξεως του άρθρου 678 Α.Κ., αρκεί η ύπαρξη πραγματικής σχέσης εργασίας. Αντίθετη άποψη, θα αδικούσε τον εργαζόμενο, καθώς ο εργοδότης, που κατήρτισε την άκυρη σύμβαση και οπωσδήποτε ωφελήθηκε από την εργασία του μισθωτού, στερεί έτσι τον εργαζόμενο από τη δυνατότητα να αποδείξει στο νέο εργοδότη την προϋπηρεσία του και την εμπειρία, που απέκτησε, εξαιτίας της ενασχόλησης του στον κλάδο, στον οποίο απασχολείται.

Επομένως, το Εφετείο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, που δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, η οποία είχε προσλάβει την αναιρεσίβλητη, ως εκπαιδευτικό και την απασχόλησε για επτά χρόνια, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενα, είναι υποχρεωμένη να της παράσχει το κατά το άρθρο 678 Α.Κ. πιστοποιητικό εργασίας, μολονότι η σχετική σύμβαση ήταν άκυρη, λόγω μη τηρήσεως των από το νόμο προβλεπόμενων όρων και προϋποθέσεων (άρθρο 29 Ν. 682/1977), αφενός μεν περιέχει πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες είναι ικανές να δικαιολογήσουν το εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα του, αφετέρου δε δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.

Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προβλέπεται από το άρθρο 41 παρ. 2 του Ν. 682)1977, η από μέρους του ιδιοκτήτη ιδιωτικού σχολείου αποδοχή εργασίας από εκπαιδευτικό, στο ίδρυμα του, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων, που προβλέπονται από το άρθρο 29 του ίδιου νόμου, συνιστά πειθαρχικό αδίκημα.

Τη διάταξη αυτή, επικαλούμενη η αναιρεσείουσα, ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να συνομολογήσει ή να εξαναγκασθεί με δικαστική απόφαση, να "συνομολογήσει περιστατικά, με βάση τα οποία μπορεί να έχει πειθαρχικές ευθύνες". Όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει βασιμότητα, αφενός μεν γιατί, κατά την αρχή του αστικού δικαίου, "ο εξ ιδίου αμαρτήματος ζημιούμενος ου δοκεί ζημιούσθαι", και αφετέρου, η "ομολογία", τόσο στο ποινικό, όσο και στο πειθαρχικό δίκαιο, είναι νόμιμα προβλεπόμενο αποδεικτικό μέσο και αυτό, ανεξάρτητα απ' τις τυχόν συνέπειες για τον "συνομολογούντα"".

Η παραδοχή, εξάλλου, της άποψης της αναιρεσείουσας, θα είχε ως συνέπεια τον αποκλεισμό της δυνατότητας εργαζομένου, να ζητήσει δικαστική προστασία (π.χ. για καταβολή δεδουλευμένων), εάν αυτό θα είχε ποινικές συνέπειες για τον εργοδότη, όπως στην περίπτωση της παράνομης απασχόλησης αλλοδαπού, για την οποία, εκτός των άλλων κυρώσεων, προβλέπεται και ποινή φυλάκισης (άρθρο 86 του Ν. 3386/2005), της απασχόλησης μισθωτών, που δεν είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, όπου αυτό απαιτείται (άρθρο 5 της ΥΑ 16/8577/1983), για την οποία, επίσης, προβλέπεται ποινική ευθύνη του εργοδότη κ.λπ.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, καθώς και ο πρώτος, πρόσθετος και κατά τα δύο αυτού σκέλη, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, αφού το εφετείο αφενός μεν, όπως προαναφέρθηκε, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, αφετέρου δε ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την ως άνω, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 678 Α.Κ., αφού δέχεται:

α) ότι οι επίδικες εργασιακές συμβάσεις, έγιναν χωρίς την τήρηση των προβλεπόμενων από το άρθρο 29, του νόμου 682/1977 προϋποθέσεων και, συνεπώς, ήταν άκυρες και β) ότι το επίδικο πιστοποιητικό χορηγείται όχι μόνο επί εγκύρου, αλλά και επί ακύρου (για οποιονδήποτε λόγο) συμβάσεως και ότι με αυτό πιστοποιείται, άσχετα με τον νομικό χαρακτηρισμό, η πραγματική σχέση εργασίας, που συνέδεε τα διάδικα μέρη.

Επειδή κατά μεν τα άρθρα 3, 174 ΑΚ είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε κάθε δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, κατά δε την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 28 παρ.1 και 5 του α.ν. 2545/1940 "ουδείς δύναται να υπηρετεί ως μέλος διδακτικού προσωπικού ιδιωτικού σχολείου αν δεν είναι εγγεγραμμένος εις την κατά τις διατάξεις του άνω νόμου, εκδιδομένου επετηρίδα" και αρθρ. 57 παρ.2 ν.δ. 651/1970 και 53 παρ.1 και 2 του Ν. 682/1977 για το διορισμό από επετηρίδα και αν δε εγκριθεί η πρόσληψη από τον αρμοδίον επιθεωρητή σύμφωνα με τις του άρθρου 1 ν.δ. 3855/1958, του ν. 651/1970 και 30 παρ.2 ν. 682/1977.

Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς προκύπτει ότι ο διορισμός εκπαιδευτικού από επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την άσκηση των εργασιών ιδιωτικών εκπαιδευτικών και επομένως για το κύρος της συναπτόμενης συμβάσεως, η οποία σε περίπτωση έλλειψης των στοιχείων τούτων είναι άκυρη (και όχι ανυπόστατη), και ο εργαζόμενος ιδιωτικός εκπαιδευτικός, χωρίς τις άνω προϋποθέσεις διατελεί σε απλή σχέση εργασίας.

Στην περίπτωση αυτή άκυρης σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να διατηρεί το μισθωτό στην εργασία του ή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, υποχρεούται όμως να καταβάλει αποζημίωση, λόγω απολύσεως του, διότι και στην περίπτωση άκυρης συμβάσεως εργασίας δημιουργείται, λόγω της πραγματικής απασχολήσεως του μισθωτού, εργασιακή σχέση και απολαμβάνει αυτός την προστασία των εργατικών νόμων, που αναφέρονται στη "σχέση εργασίας" ιδιαίτερα, δε όταν αυτοί επιβάλλουν υποχρεώσεις προνοίας, φέροντες έτσι τον χαρακτήρα κανόνων αναγκαστικού δικαίου, όπως είναι οι περί αποζημιώσεως διατάξεις, λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών του μισθωτού ή καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως.

Τούτο προκύπτει και από τη διάταξη της παρ.8 του άρθρου 30 του άνω νόμου 682/1977 που ορίζει ότι "ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί διατελούντες επί σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου και απολυόμενοι ένεκα καταργήσεως του σχολείου, εις το οποίον υπηρετούν δεν δικαιούνται αποζημιώσεως" (Α.Π. 1255/2002).

Συνεπώς στις άλλες περιπτώσεις λύσεως της σχέσεως εργασίας, εκτός ανεπάρκειας (παρ.7 1682/77) ο εργοδότης υποχρεούται σε αποζημίωση. Επομένως το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, αν και η σύμβαση της με την αναιρεσείουσα, στην οποία παρείχε την εργασία της, ως εκπαιδευτικός επί επταετία, ήταν άκυρη, για το πέραν της διετίας χρονικό διάστημα, γιατί δεν είχαν τηρηθεί προς τούτο οι από το νόμο προβλεπόμενες προϋποθέσεις, εν τούτοις δικαιούται αυτή να λάβει την αποζημίωση απολύσεως, σαν να ήταν έγκυρη η σύμβαση της, δεν έσφαλε και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ. Δικ. δεύτερος, κύριος αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Από το άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι είναι απαράδεκτος ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται κεφάλαιο της αναιρεσιβληθείσας αποφάσεως, που είναι διάφορο και δεν συνέχεται αναγκαίως με κάποια από τα προσβληθέντα με την αναίρεση κεφάλαια. Επομένως, εφόσον στην υπόψη περίπτωση δεν προσβλήθηκε με την ένδικη αναίρεση το κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο έγινε δεκτό και το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη μισθών των μηνών Ιουλίου και Αυγούστου, αλλά προσβλήθηκε (με τον δεύτερο, κύριο αναιρετικό λόγο) μόνο το κεφάλαιο, που αφορούσε την καταβολή της κατά νόμο (3198/1955) αποζημιώσεως, ο δεύτερος, πρόσθετος, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, από τους αριθμούς δε 8 και 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αναιρετικός λόγος, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά το προκείμενο κεφάλαιο, το οποίο, όμως δε συνέχεται ούτε ταυτίζεται αναγκαίως με εκείνο που έκρινε περί του ύψους της καταβλητέας αποζημίωσης, λόγω της απόλυσης του αναιρεσιβλήτου, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το εφετείο, προκειμένου να κρίνει την ένδικη διαφορά, έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, που προσκόμισε η αναιρεσείουσα, μεταξύ των οποίων και την από 20-1-2009 γνωμοδότηση του καθηγητή Δ. Ζ., σχετικά με την εγκυρότητα των επίδικων εργασιακών συμβάσεων, την οποία εκτίμησε διαφορετικά, ως προς την αποδεικτική της δύναμη, από ό,τι η αναιρεσείουσα και, συνεπώς, ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., τρίτος, πρόσθετος αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά μια εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-6-2011 αίτηση της εταιρίας "Εκπαιδευτήρια Ε. Μ. Α.Ε.", με τους προσθέτους αυτής λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8239/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ