Legislator Case Law & Legislation
667/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's interpretation of non-assignability clause in factoring agreements.

Case Number 667/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a factoring agreement dispute. The appellant argued that the lower court incorrectly applied Article 2(5) of Law 1905/1990, which grants non-assignability to the entire agreement rather than just the core debt terms. The court found the lower court's interpretation erroneous because the statute does not extend non-assignability to conditions governing the debt's birth, expiration, or enforceability, such as those found in reciprocal account agreements. Consequently, the Supreme Court annulled the lower judgment and remanded the case for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2(5) Law 1905/1990; The non-assignability clause established by this provision applies only to the core debt and does not extend to ancillary contractual conditions defining the debt's origin, expiration, or enforceability, such as those in reciprocal account agreements.

Keywords

AI generated
factoring agreement non-assignability clause reciprocal account agreement Law 1905/1990 appeal annulment remand for retrial interpretation of statute

Cited Legislation

AI generated
Art. 1(1) and (2) of Law 1905/1990
Art. 2(5) of Law 1905/1990
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL AP 7/2006
OL AP 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 667 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων. Η συμφωνία προμηθευτή - εκχωρητή με τον πράκτορα - εκδοχέα, κατά το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 1905/1990 για το ανίσχυρο έναντι του εκχωρητή της συμφωνίας προμηθευτή - δανειστή με τον οφειλέτη - εναγόμενο περί το ανεκχωρητου, δεν επεκτείνεται στο ανίσχυρο του όλου περιεχομένου μιας συμφωνίας που καθορίζει τις προϋποθέσεις γέννησης, ληξιπροθεσμου και δικαστικής επιδιωξίμου της απαιτήσεως, όπως είναι η σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού.

Αριθμός 667/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Χρυσόστομου Ευαγγέλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χρυσικού), Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "DATACRETA ΑΕΤΕΒΕ", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Χατζηκοκολάκη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ", και το διακριτικό τίτλο "ΕΘΝΟFACT Α.Ε", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Δημητρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουνίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 244/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 172/2003 προδικαστική, 5634/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Ιουλίου 2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 18 Σεπτεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως της 5634/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του ν. 1905/1990 "Η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ ενός κατά κύριο επάγγελμα προμηθευτή αγαθών ή υπηρεσιών και ενός πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων, ο οποίος αναλαμβάνει να παρέχει στον προμηθευτή, για το διάστημα που συμφωνείται, έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την παρακολούθηση και είσπραξη μιας ή μέρους ή του συνόλου των απαιτήσεων του προμηθευτή, ιδίως από συμβάσεις πώλησης αγαθών, παροχής υπηρεσιών σε τρίτους ή εκτέλεση έργων.

Περιεχόμενο της πρακτορείας αποτελεί ιδίως η εκχώρηση απαιτήσεων στον πράκτορα με ή χωρίς δικαίωμα αναγωγής, η εξουσιοδότηση για την είσπραξή τους, η χρηματοδότηση του προμηθευτή με προεξόφληση των απαιτήσεων, η λογιστική ή νομική παρακολούθηση των απαιτήσεων, η διαχείρισή τους, η ολική ή μερική κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου του προμηθευτή.

Η σύμβαση πρακτορείας είναι δυνατό να αφορά και σε μη γεννημένες κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης απαιτήσεις, όπως επίσης και στον καθορισμό με μορφή ειδικού ανοικτού λογαριασμού, του ύψους του πιστωτικού κινδύνου, που ο πράκτορας αναλαμβάνει κάθε φορά να καλύψει".Κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, "1) Η κατά το προηγούμενο άρθρο πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων αναγγέλλεται εγγράφως από τον πράκτορα ή τον προμηθευτή στον οφειλέτη.

Με την αναγγελία πρέπει να προσδιορίζονται επαρκώς οι απαιτήσεις, στις οποίες η πρακτορεία αφορά και η ταυτότητα του πράκτορα. 2) Αναγγελία θεωρείται και η έγγραφη γνωστοποίηση στον οφειλέτη της ύπαρξης της σύμβασης μεταξύ του πράκτορα και του προμηθευτή, καθώς και η αναγραφή στα προς εξόφληση παραστατικά της ταυτότητας του πράκτορα. 3) Η αναγγελία του άρθρου αυτού μπορεί, επίσης, να γίνει με οποιονδήποτε πρόσφορο, κατά τις συναλλαγές, έγγραφο τρόπο, αρκεί να αποδεικνύεται παραχρήμα. 4) Ο πράκτορας δεν αποκτά τα συμφωνηθέντα δικαιώματα απέναντι στον οφειλέτη και τους τρίτους πριν από την, κατά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, αναγγελία.

Παροχή του οφειλέτη προς τον πράκτορα πριν από την αναγγελία ελευθερώνει τον οφειλέτη έναντι του προμηθευτή. 5) Οι συμβάσεις του άρθρου 1 του νόμου αυτού κατισχύουν των τυχόν συμφωνιών μεταξύ προμηθευτή και οφειλέτη περί ανεκχωρήτου των μεταξύ τους απαιτήσεων". Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 669 του Ε.Ν. 361, 874 ΑΚ, 112 Εισ.Α.Κ., η σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού έχει ως αντικείμενο τη δημιουργία μιας διαρκούς έννομης σχέσης μεταξύ δύο προσώπων, από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, δυνάμει της οποίας δεν έχουν δικαίωμα να διαθέτουν ή επιδιώκουν μεταξύ τους τις εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά καταχωρίζουν αυτές σε τρέχοντα λογαριασμό με τη μορφή πιστοχρεωλυτικών κονδυλίων, με σκοπό να οφείλεται το από την αντιπαραβολή τους μέλλον να προκύψει, κατά το περιοδικό ανά εξάμηνο ή οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, κατάλοιπο, το οποίο θα φέρει αυτοδικαίως τόκους (ΑΠ 715/2009, 1399/1997, 394/1974), χωρίς να αποβάλλει τον περιουσιακό χαρακτήρα για τους συμβαλλομένους το σε κάθε στιγμή περιεχόμενο του λογαριασμού και να υπολογίζεται στο ενεργητικό ή το παθητικό της περιουσίας τους (Ολ.

ΑΠ 31/1997). Εξάλλου, κατά την ΑΚ 455 ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση), ενώ κατά την ΑΚ 462 ο οφειλέτης έχει προς τον εκδοχέα τις ίδιες υποχρεώσεις που είχε προς τον εκχωρητή και κατά την ΑΚ 466 εδ. α' δεν μπορεί να εκχωρηθεί απαίτηση, αν δανειστής και οφειλέτης συμφώνησαν το ανεκχώρητο.

Τέλος κατά το άρθρο 463 παρ. 1 του ΑΚ "Ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα όλες τις ενστάσεις που είχε κατά τον εκχωρητή πριν από την αναγγελία". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, που έχει ως περιεχόμενο την εκχώρηση απαιτήσεων από τον προμηθευτή στον πράκτορα για την είσπραξή τους από τον τελευταίο, μπορεί μεν να αφορά και σε μη γεννημένες κατά το χρόνο της συμφωνίας απαιτήσεις, δεν επηρεάζει όμως, ενόψει του προβλεπόμενου με το άρθρ 2 παρ. 5 του ν. 1905/1990 ανισχύρου τυχόν συμφωνιών μεταξύ προμηθευτή και οφειλέτη για το ενεκχώρητο της απαιτήσεως, άλλες περαιτέρω συμφωνίες μεταξύ δανειστή (προμηθευτή - εκχωρητή και οφειλέτη), όπως η σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, που καθορίζουν τις προϋποθέσεις γέννησης, ληξιπροθέσμου και άσκησης των αξιώσεων του δανειστή κατά του οφειλέτη, από το λόγο ότι έχουν οι συμφωνίες αυτές ως παρακολουθηματική συνέπεια και το ανεκχώρητο των απαιτήσεων που θεμελιώνουν.

Ειδικότερα, η αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 1905/1990, η οποία πρέπει να ερμηνευθεί στενώς, ακριβώς λόγω του εξαιρετικού της χαρακτήρα, ως άλλωστε και εκ της γραμματικής διατύπωσής της επιβάλλεται, συνηγορούντων προς τούτο και των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και εκείνης της ΑΚ 361, καταλαμβάνει μόνον τις ειδικές συμφωνίες μεταξύ προμηθευτή και οφειλέτη περί ανεκχωρήτου των μεταξύ τους απαιτήσεων.

Είναι δε προφανές, ότι τέτοια "ειδική συμφωνία περί ανεκχωρήτου" δεν είναι η σύμβαση αλληλόχρεου (ανοικτού) λογαριασμού, αφού η τελευταία έχει άλλο, πολύ ευρύτερο, περιεχόμενο και άλλο συμβατικό σκοπό, όπως παραπάνω εκτέθηκε. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 1905/1990 δεν θίγει το κύρος υφιστάμενου αλληλόχρεου λογαριασμού, ούτε και το ανεκχώρητο των καταχωριζόμενων σε αυτόν πιστώσεων, που αποτελεί ουσιώδη εγγενή συνέπεια της συμβάσεως αλληλοχρέου λογαριασμού, άνευ της οποίας θα κατέρρεε ολόκληρη η περί αλληλόχρεου λογαριασμού σύμβαση και θα επηρεαζόταν καίρια, μέχρι πλήρους ανατροπής της, η εξυπηρετούμενη από τον αλληλόχρεο λογαριασμό κύρια σύμβαση, χωρίς την βούληση του ετέρου των συμβαλλομένων με τις συμβάσεις αυτές, ήτοι της κύριας βασικής ενοχικής σύμβασης και της παρεπόμενης του αλληλόχρεου λογαριασμού.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, απέρριψε τον με τις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας - εναγομένης στο Πρωτοδικείο προβληθέντα και με λόγω έφεσης στο Εφετείο επαναφερθέντα καταλυτικό της αγωγής της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης ισχυρισμό (ένσταση) ότι οι αγωγικές αξιώσεις από τη σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων είχαν υπαχθεί, κατόπιν συμφωνίας της προμηθεύτριας - εκχωρήτριας με την αναιρεσείουσα - οφειλέτιδα, σε αλληλόχρεο λογαριασμό και λόγω απώλειας της αυτοτέλειάς τους και μη δυνατότητας μεμονωμένης επιδιώξεώς τους έχουν καταστεί και ανεκχώρητες, με την εξής σκέψη. "Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 5 Ν. 1905/1990, οι συμβάσεις, που έχουν ως αντικείμενο την πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων, κατισχύουν των τυχόν συμφωνιών μεταξύ προμηθευτή και οφειλέτη περί ανεκχώρητου των μεταξύ τους απαιτήσεων.

Από τη ρύθμιση της διατάξεως αυτής προκύπτει σαφώς ότι, οσάκις ενάγεται ο οφειλέτης από τον πράκτορα των απαιτήσεων, δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτού την ύπαρξη συμφωνίας με τον προμηθευτή περί ανεκχωρήτου των απαιτήσεων. Περαιτέρω, από την χωρίς οποιαδήποτε διάκριση διατύπωση της ίδιας διατάξεως συνάγεται, ότι η αδυναμία προβολής του ανεκχώρητου καλύπτει όχι μόνο τις συμφωνίες που ρητώς προβλέπουν περί του ανεκχώρητου, αλλά και εκείνες, όπως η σύμβαση περί αλληλόχρεου λογαριασμού, που συνεπάγεται ως εκ του χαρακτήρα τους το ανεκχώρητο". 'Ετσι όμως, όπως έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 1905/1990, καθ' όσον, όπως προεκτέθηκε ούτε από τη γραμματική ούτε από τη λογική ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως προκύπτει ότι το καθιερούμενο με αυτή ανίσχυρο, έναντι του πράκτορα - εκδοχέα της απαιτήσεως, της εκχωρήσεως αυτής, ως παρακολουθηματική συνέπεια μιας συμβατικής ρύθμισης αναφορικά με τα περιστατικά γέννησης, ληξιπροθέσμου και δικαστικώς επιδιωξίμου της απαιτήσεως, συμπαρασύρει το όλο περιεχόμενο της συμφωνίας και τις προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας ως προς την απαίτηση.

Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5634/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ