Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding admissibility of third-party statements in fee disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a fee dispute. The appellant argued that the lower court improperly considered a third-party declaration as evidence, but the court found this admissible because the statement was used to establish facts rather than serve as direct proof in the trial. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 591(1)b, 674(1), 679(1), 681(g) of the Code of Civil Procedure; Articles 8 of Law 1599/1986 and 339, 671(1), 681(a) of the Code of Civil Procedure: In fee disputes, third-party statements used to establish facts rather than serve as direct proof are admissible, and appellate review of factual determinations is limited.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 667 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 667/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουράκο.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δεβελάσκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-20003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8970/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 206/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-3-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 28-2-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 591 παρ. 1β', 674 παρ. 1 679 παρ. 1 και 681 γ' Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι στην ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρ. 678-681 Κ.Πολ.Δ) η αντέφεση ασκείται και με τις προτάσεις, ενώ για το παραδεκτό αυτής αρκεί η κατάθεση των προτάσεων να γίνει μέχρι τη συζήτηση της εφέσεως στο ακροατήριο.
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 523 παρ. 1, 591 παρ. 1, 674 παρ. 1 και 681 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι με την αντέφεση μπορούν να προσβληθούν μόνο τα κεφάλαια της αποφάσεως, τα οποία προσβάλλονται με την έφεση και εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά. Κεφάλαια, κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, είναι οι οριστικές διατάξεις της αποφάσεως, που αποφαίνονται επί των αυτοτελών αιτήσεων προς παροχή έννομης προστασίας, ενώ αναγκαίως συνεχόμενα είναι τα κεφάλαια, τα οποία έχουν τέτοια συνάφεια με τα εκκληθέντα, γιατί είτε αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κυρίας απαιτήσεως, είτε αποτελούν προκριματικό ζήτημα για την παραδοχή τους, είτε πηγάζουν από την ίδια ιστορική και νομική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων, ώστε τυχόν διάφορη επί των συνεχομένων αυτών κεφαλαίων κρίση του εφετείου από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων.
Εξάλλου, η αντέφεση, όταν ασκείται παραδεκτά με τις προτάσεις, δεν μπορεί να ισχύσει ως αυτοτελής έφεση, έστω και αν ασκηθεί κατά τη διάρκεια της προθεσμίας της εφέσεως για τον αντεκκαλούντα (άρθρ. 523 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ), διότι, κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου του Κ.Πολ.Δ., το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, έχει εφαρμογή και στη συγκεκριμένη ως άνω ειδική διαδικασία, η αντέφεση ασκείται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, ενώ στην παρούσα περίπτωση η έφεση και η αντέφεση ασκούνται κατά διαφορετικό εντελώς τρόπο.
Στην προκείμενη υπόθεση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων άσκησε με τις προτάσεις του, που κατέθεσε εμπρόθεσμα ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, αντέφεση, με την οποία παραπονέθηκε γιατί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε σε βάρος του το αναφερόμενο ποσό, ως αμοιβή της αναιρεσίβλητης δικηγόρου για την παράστασή της ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης προς υπεράσπιση αυτού.
Ζήτησε δε, αφού προηγουμένως εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, να απορριφθεί η ένδικη από 20-7-2000 αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατά το εν λόγω αίτημά της. Όμως, η αγωγή, κατά το αίτημά της αυτό, έγινε δεκτή στο σύνολό της και, συνεπώς, με την έφεση της αναιρεσίβλητης δεν προσβλήθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως προς το ως άνω κεφάλαιό της.
Έτσι, με την αντέφεση επλήγη κεφάλαιο αυτής, το οποίο δεν πρσβλήθηκε με την έφεση και δεν συνεχόταν αναγκαίως με τα εκκληθέντα κεφάλαια, αφού όλα τα κεφάλαια της εν λόγω αποφάσεως είχαν την ίδια ιστορική αιτία (αμοιβή της αναιρεσίβλητης δικηγόρου), πλην όμως η νομική αιτία, από την οποία πήγαζαν τα προσβληθέντα με την έφεση κεφάλαια, (αμοιβή δικηγόρου από εργολαβία δίκης κατά το άρθρο 92 παρ. 5 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικα Δικηγόρων") ήταν διαφορετική από εκείνη, από την οποία πήγαζε το κεφάλαιο, που πλήγηκε με την αντέφεση (άρθρ. 98 του αυτού Κώδικα).
Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την αντέφεση, ως απαράδεκτη. Με την κρίση του αυτή δεν κήρυξε τούτο παρά το νόμο απαράδεκτη. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ.-Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως και γενικά αυτοτελούς αιτήσεως.
Έτσι, "πράγματα" αποτελούν η κύρια και η επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων τους πραγματικά περιστατικά, όπως όταν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής και δεν ερεύνησε την επικουρική βάση αυτής, το δε Εφετείο, μετά την άσκηση εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής και στη συνέχεια ερεύνησε τη μη εξετασθείσα πρωτοδίκως επικουρική βάση αυτής.
Επίσης, "πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αποτελούν οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη δικηγόρος με την ένδικη αγωγή της, κατά τη δέουσα εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ισχυρίσθηκε ότι ο αναιρεσείων κατά το έτος 1995 ανέθεσε προφορικώς σ' αυτή την εντολή να προβεί στις απαιτούμενες δικαστικές και εξώδικες πράξεις, ώστε να εισπράξει δικαστικώς ή συμβιβαστικώς τα αναφερόμενα ποσά, τα οποία του όφειλαν οι μνημονευόμενοι οφειλέτες του, αντί συμφωνηθείσης αμοιβής, ανερχόμενης σε ποσοστό 7% επί των ποσών, που θα εισπράξει, χωρίς, σε περίπτωση αποτυχίας, να δικαιούται οποιαδήποτε αμοιβή, εκτός μόνο τα έξοδα και τα τέλη.
Ότι, εις εκτέλεση της εν λόγω εντολής, προέβη στις αναφερόμενες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα κυρίως τη συμβιβαστική επίλυση των διαφορών και την είσπραξη στη συνέχεια των προσδιοριζομένων ποσών, χωρίς ο αναιρεσείων να της καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή της. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να καταβάλει σ' αυτή το ποσό των 43.707,89 ευρώ, κυρίως μεν ως αμοιβή της με βάση την ως άνω συμφωνία περί εργολαβίας δίκης και την επιτυχή επίλυση των διαφορών με συμβιβασμό, επικουρικώς δε με βάση τα άνω διαλαμβανόμενα και επιπλέον την υλοποίηση πλήρως των συμφωνιών περί συμβιβασμού με την είσπραξη από τον αναιρεσείοντα των αντιστοίχων χρηματικών ποσών και επικουρικότερα ζήτησε να της καταβάλει το ποσό των 42.457,34 ευρώ ως αμοιβή της για τις αναφερόμενες δικαστικές και εξώδικες ενέργειές της σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 98 επ.
του Κώδικα περί Δικηγόρων. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, κατά την κύρια βάση του εν λόγω αιτήματός της, ως ουσιαστικά αβάσιμη και ακολούθως αφού προηγουμένως ερεύνησε τη μη εξετασθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο α' επικουρική βάση του ιδίου αιτήματός της, δέχθηκε στη συνέχεια κατά ένα μέρος αυτή, ως κατ' ουσία βάσιμη.
Ήδη ο αναιρεσείων, με τους συναφείς δεύτερο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη τους ασκούντας ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και μη προταθέντες ισχυρισμούς και συγκεκριμένα, ότι δέχθηκε πως στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής διαλαμβάνεται η ανωτέρω επικουρική βάση αυτής, καθόσον αφορά το προαναφερόμενο αίτημά της, την οποία η αναιρεσίβλητη επανέφερε προς κρίση ενώπιον του Εφετείου με αντίστοιχοι λόγο εφέσεως, ενώ στα δικόγραφα αυτά δεν περιλαμβάνονται τέτοια βάση της αγωγής και τέτοιος λόγος εφέσεως, αντίστοιχα.
Οι ανωτέρω λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, διότι από τη δέουσα εκτίμηση των δικογράφων αυτών συνάγεται με σαφήνεια ότι η αναιρεσίβλητη πρότεινε παραδεκτώς την επικουρική αυτή βάση της αγωγής και τον αντίστοιχο λόγο της εφέσεως, το δε Εφετείο, ερευνώντας το λόγο αυτό της εφέσεως, προέβη μετά την παραδοχή του και την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως στην έρευνα, όπως προεκτίθεται, της μη εξετασθείσας από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εν λόγω βάσεως της αγωγής και στη συνέχεια στην παραδοχή αυτής κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμης, αφού η επιτυχής επίλυση των διαφορών του αναιρεσείοντος με τους ως άνω οφειλέτες του θα μπορούσε να επέλθει και χωρίς δίκη, δηλαδή με εξώδικες ενέργειες και συγκεκριμένα, με εξώδικο συμβιβασμό, οπότε στην περίπτωση αυτή το εν λόγω ποσοστό της αμοιβής της αναιρεσίβλητης θα υπολογιζόταν επί του ποσού του συμβιβασμού και η ίδια θα δικαιούταν την αμοιβή της αυτή μόνο αν ο εντολέας της αναιρεσείων θα εισέπραττε τα ποσά επί των διαφορών, που είχαν επιλυθεί συμβιβαστικά, η δε αναιρεσίβλητη εξέθετε με σαφήνεια στην αγωγή της, αλλά και στο εφετήριό της, ότι υλοποιήθηκαν πλήρως οι συμφωνίες περί του συμβιβασμού με τους οφειλέτες του αντιδίκου της και έτσι επιλύθηκε επιτυχώς η διαφορά με καθένα απ' αυτούς, ζητώντας, ακολούθως, την επιδίκαση υπέρ αυτής της συμφωνηθείσας αμοιβής της.
ΙΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8 του Ν. 1599/1986 και 339, 671 παρ. 1, 681 εδ. α' Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι επί υποθέσεων, που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών, από αμοιβές για την παροχή εργασίας, οι μαρτυρίες των τρίτων δίνοντας είτε με εξέταση αυτών ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο, είτε με ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.
Μαρτυρία, η οποία δόθηκε με άλλο τρόπο, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Αυτό ισχύει και για τις δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων, που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, εφόσον έγιναν για να χρησιμοποιηθούν, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποδεικτικά μέσα στην ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη, χωρίς να τηρηθούν οι άνω δικονομικές διατάξεις, έστω και αν τηρήθηκε γι' αυτές ο τύπος του Ν. 1599/1986.
Εξ αυτών παρέπεται ότι δήλωση ή βεβαίωση τρίτου, η οποία δεν έγινε για να χρησιμοποιηθεί στη συγκεκριμένη δίκη ως αποδεικτικό μέσο, μπορεί να εκτιμηθεί ως έγγραφο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11α' Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη την από 5-6-1997 υπεύθυνη δήλωση του ..., ως τρίτου, η οποία αποτελούσε κατά το νόμο ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο.
Όμως, όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τη δήλωση αυτή του τρίτου για τη συναγωγή δικαστηρίων τεκμηρίων, διότι δεν δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη μεταξύ των διαδίκων δίκη. Η τελευταία αυτή κρίση του Εφετείου, που συνιστά κρίση περί πραγμάτων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-3-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 206/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ