Supreme Court dismisses appeal and additional arguments as inadmissible due to procedural defects and untimely filing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation and his supplementary arguments, ruling them inadmissible for procedural violations. The appellant failed to file supplementary grounds within the mandatory thirty-day pre-hearing period, submitting them late in December 2006. Additionally, the court rejected a claim regarding the revocation of a payment order because the specific defense was not raised as a formal ground of cassation during the lower court proceedings. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 623, 626, 628, 629, 632, 633 of the Code of Civil Procedure; Articles 569, 571, 111, 568, 570, 572, 20 of the Constitution: Supplementary grounds of cassation must be filed within thirty days prior to the hearing; failure to do so renders them inadmissible, and arguments not formally raised as grounds of cassation in lower courts cannot be introduced later.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 667 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 667/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Τσεκούρα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" (ΑΤΕ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-1998 ανακοπή και τους από 19-9-1999 και 10-1-2000 πρόσθετους λόγους ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11302/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 1756/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-10-2002 αίτησή του και τους από 18-12-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 24-9-2003 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου ήδη Αντιπροέδρου Στέφανου Γαβρά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την από 15-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 626 παρ. 1 εδ. α' και 2, 628 παρ. 1 στοιχ. α, 629 εδ. α', 632 παρ. 1 εδ. α' και 633 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αντικείμενο της δίκης που ιδρύεται με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής είναι το έγκυρο ή μη της εκδόσεως της τελευταίας.
Συνεπώς ισχυρισμοί που ανάγονται σε επιγενόμενη από την έκδοση της διαταγής πληρωμής απόσβεση της απαίτησης (εξόφληση, παραγραφή εν επιδικία κλπ), δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους της ανακοπής αυτής, ούτε να προταθούν με οποιοδήποτε τρόπο στη σχετική δίκη, αφού εξ ορισμού δεν υπήρχαν κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής και άρα δεν είναι λογικώς δυνατόν να επιδρούν στο έγκυρο της εκδόσεώς της.
Τα επιγενόμενα της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής περιστατικά μόνο μέσω της κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής κατά της εκτελέσεως μπορούν να προταθούν, αφού ο οψιγενής ισχυρισμός δεν μπορούσε αντικειμενικά να προταθεί στη δίκη επί της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής και άρα δεν καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 52 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" οι αγωγές του κομιστή κατά των οπισθογράφων, του εκδότη και των άλλων υποχρέων παραγράφονται μετά από έξι μήνες από τη λήξη της προθεσμίας προς εμφάνιση. Η παραγραφή αυτή αναστέλλεται και διακόπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 255 έως 270 ΑΚ.
Πρόσθετο λόγο διακοπής και αναστολής της παραγραφής καθιερώνουν οι εφαρμοζόμενες, μαζί με τις ανωτέρω, και στην περίπτωση δικαστικής επιδιώξεως της απαιτήσεως από επιταγή με τη διαδικασία της διαταγής πληρωμής, ουσιαστικού περιεχομένου διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 634 ΚΠολΔ, κατά την πρώτη των οποίων η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή, κατά τη δεύτερη δε η παραγραφή αναστέλλεται από την επίδοση της διαταγής πληρωμής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ανακοπής που ασκήθηκε.
Παρά δε τη γραμματική διατύπωση της παραγράφου 2, με την οποία φαίνεται να περιορίζεται η εφαρμογή της μόνο στην περίπτωση που η ανακοπή γίνεται δεκτή και ακυρώνεται η διαταγή πληρωμής, εφόσον ο σκοπός του νομοθέτη, που σαφώς προκύπτει από τη διάταξη αυτή, είναι η προστασία του κομιστή της επιταγής κατά τη διάρκεια της επί της ανακοπής δίκης από τη συμπλήρωση της ανωτέρω βραχυχρόνιας εξάμηνης παραγραφής, ο ίδιος σκοπός υφίσταται και στην περίπτωση κατά την οποία δεν ακυρωθεί αλλά απορριφθεί η ανακοπή και επικυρωθεί η διαταγή πληρωμής, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η παραγραφή έχει ανασταλεί και στην περίπτωση αυτή για το ίδιο χρονικό διάστημα.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "Ο ανακόπτων (ήδη αναιρεσείων) με το δεύτερο λόγο της ανακοπής του και τον από 10-1-2000 πρόσθετο λόγο αυτής, ισχυρίζεται ότι η αξίωση εκ των επιταγών, βάσει των οποίων εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, παραγράφηκε εν επιδικία, όπως αναλυτικά αναφέρει τις ημεροχρονολογίες επιδόσεων της διαταγής πληρωμής και της ανακοπής.
Ο λόγος όμως αυτός - συνεχίζει περαιτέρω το Εφετείο - ανεξάρτητα του ότι η άνω παραγραφή ανεστάλη με την επίδοση της διαταγής πληρωμής (άρθρ. 634 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτος, αφού κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν είχε παραγραφεί η αξίωση". Με τις σκέψεις αυτές εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε τον άνω λόγο ανακοπής ως παραδεκτό και βάσιμο (με την αιτιολογία ότι από της κατά την 21-12-1998 ασκήσεως της ανακοπής, επί της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος η 17-9-99, μέχρι της κατά την 15-9-99 επιδόσεως στην ήδη αναιρεσίβλητη του δικογράφου των πρόσθετων λόγων ανακοπής, παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των έξι μηνών χωρίς να λάβει χώρα άλλη δικαστική πράξη) και αφού απέρριψε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής, επικύρωσε την προσβαλλόμενη 12832/1998 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις άνω διατάξεις των άρθρων 52 του Ν. 5960/1933, 261 και 270 του ΑΚ και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Συνακόλουθα, το Εφετείο, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου έκρινε ότι απαραδέκτως προβλήθηκε με την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής το ως άνω επιγενόμενο της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής περιστατικό (παραγραφή εν επιδικία) και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι ίδιοι ως άνω λόγοι της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται μεν και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό τον όρο όμως ότι αυτά είχαν προταθεί παραδεκτώς από τον αναιρεσείοντα. Εξάλλου, η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ.
ιδίου κώδικα, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής. Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο του οριζόμενου στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ.
β' ΚΠολΔ και δη με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης, ή με το δικόγραφο της έφεσής του κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, ακόμη και αν οι λόγοι αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, διότι έναντι των τελευταίων αυτών γενικών διατάξεων κατισχύει, λόγω της ειδικότητάς της, η διάταξη του άρθρου 585 παρ.2 εδ.
β' ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση. Μόνο το περιεχόμενο της ως άνω ανακοπής και εκείνο των τυχόν, κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, ακόμη και αν πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται στο κατά νόμο παραδεκτό της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής.
Ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους από 10-9-1999 (με αρ. καταθ. 32468/1999) πρόσθετους λόγους ανακοπής του ζήτησε την ακύρωση της ένδικης διαταγής πληρωμής, προβάλλοντας τα εξής: "οι ανωτέρω 3 τραπεζικές επιταγές εκδόθηκαν από εμένα εις διαταγή της ΕΠΕ "Ελληνική Σιτεμπορική" χωρίς αυτές να απεικονίζουν ούτε να ενσωματώνουν απαίτησή της ή άλλο οικονομικό αντάλλαγμα ή αντίρροπο, ήτοι ως επιταγές ευκολίας, τούτο δε ήταν σε πλήρη, συγκεκριμένη και απόλυτη γνώση των αρμοδίων οργάνων χορηγήσεων της ΑΤΕ (αναιρεσίβλητης), κατά το χρόνο και τη στιγμή της προς αυτήν μεταβίβασης από την άνω ΕΠΕ και την κτήση από αυτήν των επιταγών, την πληρωμή των οποίων είχε αναλάβει η άνω ΕΠΕ ως δανειολήπτρια από την ΑΤΕ και είχε μεταβιβάσει ως ενέχυρο αυτές τις επιταγές ευκολίας, ώστε να επάγεται βλάβη και ζημία σ' εμένα τούτο".
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του άνω δικογράφου, ο αναιρεσείων προέβαλε σαφώς λόγο ακυρώσεως της διαταγής πληρωμής εκ του άρθρου 22 του Ν 5960/1933 και όχι άλλον, σαφή και ορισμένο και δη λόγο ακυρότητας αυτής, στηριζόμενο στο ότι οι επιταγές δεν μπορούσαν να οπισθογραφηθούν στην Τράπεζα λόγω ενεχύρου με βάση το Ν. 5960/1933, αλλά μόνο κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου του ΑΚ και ότι εφόσον δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις των τελευταίων αυτών, δεν συνέτρεχε νόμιμος λόγος εκδόσεως διαταγής πληρωμής από την αναιρεσίβλητη.
Ο αναιρεσείων, το πρώτον με τις από 13-2-2002 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτών, προέβαλε τέτοιο λόγο, επικαλούμενος ότι συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση ακυρώσεως της διαταγής πληρωμής, εφόσον η αναιρεσίβλητη απέκτησε τις επιταγές με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου, "διότι - όπως αναγράφει στις εν λόγω προτάσεις του - η ακυρότητα αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο".
Αφού όμως δεν ασκήθηκε σχετικός λόγος ανακοπής, σαφής και ορισμένος, κατά τ' ανωτέρω, ο περιεχόμενος στις προτάσεις του αναιρεσείοντος ως άνω ισχυρισμός, που προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου, ήταν απαράδεκτος. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν τον έλαβε υπόψη, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ούτε εκείνη του αρ. 9 του ίδιου άρθρου) και συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως.
ΙΙΙ.Από το συνδυασμό των άρθρων 569 παρ.2 και 571 παρ.1 του ΚΠολΔ με εκείνες των άρθρων 111 παρ.1 και 2, 568 παρ. 2, 3 και 4, 570 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ και του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, σαφώς συνάγεται, ότι η άσκηση μεν των προσθέτων λόγων αναιρέσεως ολοκληρώνεται με την κατάθεση του περιέχοντος αυτούς δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες προ της συζητήσεως της αναιρέσεως, η οποία, σημειωτέον, κατ' άρθρ. 495 παρ.1 και 2 του αυτού ΚΠολΔ, ασκείται δια της καταθέσεως του δικογράφου της στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, συντασσομένης εκθέσεως, για το παραδεκτό, όμως αυτών απαιτείται κατά νόμο, η στην προδικασία, ελλείψει της οποίας κάθε εισαχθείσα αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και εξ επαγγέλματος (ΚΠολΔ 111 παρ.2 εδ.
β΄), αναγόμενη επίδοση του δικογράφου προ της αυτής προθεσμίας, ήτοι των τριάντα ημερών, προ της συζητήσεως της αναιρέσεως, ως τέτοιας νοουμένης της κατά την παρ. 2 του άρθρου 568 ΚΠολΔ υπό του Προέδρου του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, αρχικώς ορισθείσης όχι δε και της μεταγενέστερης λόγω αναβολής ή ματαιώσεως προσδιορισθείσης. (ΟλΑΠ 143/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, το δικόγραφο των οποίων κατέθεσε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 18 Δεκεμβρίου 2006, ήτοι πολύ μετά την πάροδο της νόμιμης προπαρασκευαστικής προθεσμίας των τριάντα (30) πλήρων ημερών πριν τη συζήτηση της αναίρεσης, ως τοιαύτης νοουμένης της αρχικής (8-10-2003), που ορίστηκε από τον πρόεδρο του οικείου τμήματος και όχι της παρούσης (29-1-2007), που ορίστηκε μετά τη ματαίωση της συζήτησης κατά τη δικάσιμο της 11-2-2004 (για την οποία είχε αναβληθεί η συζήτηση της αίτησης από την αρχική δικάσιμο της 8-10-2003).
Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (εκπρόθεσμοι).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-10-2002 αίτηση και το από 18-12-2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων του .... , για αναίρεση της 1756/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 26 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ