Supreme Court dismisses appeal on tort damages due to plaintiff's contributory negligence and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's judgment regarding tort damages. The plaintiffs argued for full compensation but failed to prove they were not at fault for the accident or the subsequent loss of the vehicle. The court ruled that the plaintiffs' negligence contributed to the damage and that the appeal arguments regarding document distortion were unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 300 A.C.; Art. 330 A.C.: The court may reduce or deny damages if the injured party contributed to the damage through their own fault or negligence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 667 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 667/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ζ. Κ. του Β. και 2. Μ. Χ. συζ. Ζ. Κ., κατοίκων .... Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Βασιλακόπουλο και η 2η παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Δ. Α. του Α., κατοίκου ..., 2. Α. Α. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και 3. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Νοεμβρίου 1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5258/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10.002/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29 Ιουνίου 2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των 1ου και 2ου εκ των αναιρεσίβλητων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανάγνωσε την από 12 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της παραστάσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις προσκομιζόμενες με αριθμ. …896 και …897/ 12.4.2005 εκθέσεις επιδόσεως του δικ. επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου Ν. Σ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης, ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πρώτο και δεύτερο των ανιαρεσιβλήτων Δ. Α. και Α. Α.. Επομένως αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την παραπάνω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία τους (576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 300 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται και στη περίπτωση ζημίας από αδικοπραξία (914 επ. ΑΚ), αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωσή ή να μειώσει το ποσό της, το ίδιο δε ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία του.
Ως πταίσμα νοείται κατά τη γενικής εφαρμογής διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές. Χωρίς τέτοια επιμέλεια συμπεριφέρεται ο ζημιωθείς που παραλείπει να λάβει μέτρα τα οποία, περιέχονται εξ αντικειμένου τη δυνατότητα αποτροπής ή περιορισμού της ζημίας, είναι σε θέση να προβλέψει και λαμβάνει ο μέσης επιμέλειας άνθρωπος της ίδιας με τον ζημιωθέντα δραστηριότητας.
Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές. Επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος στην επέλευση της ζημίας του, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ήτοι για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφενός.
ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος του παθόντος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 και 29 παρ. 3 του ν. 2094/1992 (ΚΟΚ), οι οδηγοί πρέπει να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους και επιβάλλεται να έχουν τον έλεγχο του οχήματος τους ώστε να μπορούν σε κάθε στιγμή να εκτελούν τους απαιτούμενους χειρισμούς, να ρυθμίζουν την ταχύτητα αυτού λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη μεταξύ άλλων, τις επικρατούσες συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της οδού και να την μειώνουν μεταξύ άλλων σε τμήματα της οδού με περιορισμένη ορατότητα σε στροφές, καθώς και όταν τα οδόστρωμα είναι ολισθηρό, εάν δε το όχημα τους ακινητοποιηθεί επί του οδοστρώματος από βλάβη ή άλλη αιτία υποχρεούνται να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για να το μετακινήσουν εκτός του οδοστρώματος και αν δεν μπορούν, να τοποθετήσουν αμέσως την κατ' άρθρο 81 του ίδιου ΚΟΚ τριγωνική πινακίδα σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρα πίσω από το όχημα κλπ.
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο σε σχέση με τις συνθήκες του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και τη συνυπαιτιότητα των αναιρεσειόντων στις ζημίες αυτών, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Την 20-03-1998 και περί ώρα 18.00, ο ενάγων Ζ. Κ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...26 ΙΧΕ αυτοκίνητο, επί του οποίου επέβαινε, ως συνοδηγός, η ενάγουσα σύζυγός του Μ.
Χ. - Κ., εκινείτο επί της εθνικής οδού Α. - Λ., με κατεύθυνση προς Α…... Στο 116,80 χιλιόμετρο της εν λόγω οδού (πλησίον του χωριού Μ….), σε σημείο όπου υπήρχε στροφή δεξιά, σε σχέση με την πορεία του και στένεμα του οδοστρώματος, λόγω διενεργείας έργων, παρεξέκλινε της πορείας του προς τα δεξιά εξαιτίας της στροφής και της ολισθηρότητας του οδοστρώματος, λόγω βροχοπτώσεως και επέπεσε στις σιδερένιες προστατευτικές μπάρες, ακινητοποιήθηκε δε στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, παράλληλα με τις σιδερένιες μπάρες.
Σημειωτέον ότι, λίγα λεπτά πριν στο ίδιο σημείο είχε παρεκκλίνει της πορείας του και άλλο αυτοκίνητο, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...35 τζιπ, το οποίο βρισκόταν ήδη ακινητοποιημένο στην εσωτερική (αριστερή) πλευρά εκτός του οδοστρώματος και του οποίου ο οδηγός και συνοδηγός έχοντας ήδη εξέλθει του αυτοκινήτου τους, προσέτρεξαν προς βοήθεια των εναγόντων, μόλις αντελήφθησαν το συμβάν.
Οι ενάγοντες εξήλθαν από το αυτοκίνητό τους και αφού έλεγξαν τις ζημιές του αυτοκινήτου τους και διεπίστωσαν ότι είχε "σκάσει" το εμπρόσθιο δεξιό ελαστικό, προχώρησαν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου τους και αφού άνοιξαν το πορτ - μπαγκάζ και ανεζήτησαν τη ρεζέρβα, προς αλλαγή του ελαστικού, όπως καταθέτουν στην προανακριτική τους κατάθεση και οι δυο ως άνω προστρέξαντες και αναγραφόμενοι και στην έκθεση αυτοψίας, ως αυτόπτες μάρτυρες Γ.
Κ. και Ν. Μ., οι οποίοι, αφού διεπίστωσαν ότι οι ενάγοντες δεν είχαν ανάγκη της βοηθείας τους απομακρύνθηκαν, πλησιάζοντας και πάλι στο δικό τους, εκτός του οδοστρώματος, ευρισκόμενο αυτοκίνητο. Μετά πάροδο ελαχίστων λεπτών και ενώ οι ενάγοντες στέκονταν ακόμη όπισθεν του αυτοκινήτου τους, το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ...67 ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον πρώτο των εναγομένων Δημήτριο Αποστόλου, προστηθέντα στην οδήγηση αυτού από τον δεύτερο εναγόμενο πατέρα του, ιδιοκτήτη αυτού, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες, στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, κινούμενο προς την ίδια κατεύθυνση, δηλ.
στο δεξιό του προς Αθήνα ρεύματος, επέπεσε, με το εμπρόσθιο μέρος του επί των εναγόντων, παρασύροντας αυτούς και στη συνέχεια και επί του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου τους, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό και των δυο, του μεν ενάγοντος υποστάντος συντριπτικό επιπλεγμένο κάταγμα δευτέρου βαθμού αριστεράς κνήμης και περόνης, αντιμετωπισθέν χειρουργικά, με εξωτερική οστεοσύνθεση, την ίδια ημέρα του ατυχήματος (20-03-1998), καθώς και με δεύτερη χειρουργική επέμβαση, μετά πάροδο 25 ημερών από την πρώτη (με ενδομυελική ήλωση), επειδή διεγνώσθη απώλεια ανάταξης της ήδη χειρουργηθείσης αριστεράς κνήμης, της δε εναγούσης υποστάσης επιπλεγμένο συντριπτικό κάταγμα δεξιάς κνήμης - περόνης, με αγγειακή συμμετοχή (κάκωση αγγείων) και εκτεταμένες συνθλίψεις μυών και δέρματος και επιπλεγμένο κάταγμα μεσότητας αριστερού μηριαίου, παρά δε τις επανειλημμένες χειρουργικές επεμβάσεις, στις οποίες υπεβλήθη υπήρξαν σοβαρές επιπλοκές των καταγμάτων και των δυο ποδιών (θρομβώσεις, πνευμονικές εμβολές και οιδήματα εκ του τραύματος στη δεξιά κνήμη και πάρεση του κνημιαίου και περονιακού νεύρου του αριστερού ποδιού), που κατέληξαν σε ακρωτηριασμό της δεξιάς κνήμης.
Σε απόσταση περίπου 400 μέτρων πριν από το σημείο του ενδίκου ατυχήματος υπήρχαν στην σειρά, κατά μήκος της οδού, όπου, όπως προαναφέρθηκαν εκτελούνταν έργα διαπλατύνσεώς της, πινακίδες, δυο Π-75, διαδοχικά βέλη υποχρεωτικής κατευθύνσεως, μια ΚΙ-α, επικίνδυνη στροφή αριστερά και μια Ρ-32, μέγιστη ταχύτητα 60 χιλ., λίγο πριν από τις εν λόγω πινακίδες δε, υπήρχε άλλη, μεγαλύτερη, στην κατεύθυνση των προς Αθήνα κινουμένων οχημάτων, η οποία προειδοποιούσε τους οδηγούς, για την επικινδυνότητα της στροφής και την επιβαλλόμενη μείωση της ταχύτητάς τους.
Σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας, η κίνηση, κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν αραιή, υπήρχε ακόμη φως ημέρας και το οδόστρωμα, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ολισθηρό, λόγω βροχοπτώσεως. Η εν λόγω σύγκρουση, δέχθηκε το Εφετείο, οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα των οδηγών αμφοτέρων των συγκρουσθέντων οχημάτων η οποία συνίσταται του μεν εναγομένου οδηγού στο ότι δεν οδηγούσε με την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή (άρθρ. 12 ΚΟΚ), ούτε ασκούσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρ. 19 ΚΟΚ), ρυθμίζοντας και την ταχύτητά του ανάλογα με τις κρατούσες συνθήκες (στροφή, ολισθηρότητα οδοστρώματος λόγω βροχοπτώσεως, εκτέλεση έργων), αλλά οδηγούσε αμελώς και αδεξίως και με αυξημένη ταχύτητα, μεγαλύτερη των 60 χιλ.
ανά ώρα, που οριζόταν ως ανώτατο όριο, με την προαναφερθείσα πινακίδα, η οποία συνάγεται και από την σφοδρότητα με την οποία επέπεσε (μετά την παράσυρση των δυο παθόντων) και επί του αυτοκινήτου τους, στο οποίο προκάλεσε εκτεταμένες βλάβες, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως το εσταθμευμένο αυτοκίνητο, και τους όπισθεν αυτού ισταμένους ενάγοντες και να μην δυνηθεί να αποφύγει την επ' αυτών επίπτωση, είτε δι' εγκαίρου τροχοπεδήσεως, είτε δι' ελιγμού του αυτοκινήτου του προς αριστερά, από όπου υπήρχε χώρος να τους παρακάμψει, δεδομένου ότι το πλάτος του οδοστρώματος είναι 6,60 μ.
και κατά το χρόνο του ατυχήματος, δεν προκύπτει ότι εκινείτο άλλο όχημα παραλλήλως και εξ αριστερών του εναγομένου. Η δε συνυπαιτιότητα του ενάγοντος οδηγού Ζ. Κ. συνίσταται στο ότι αφ' ενός μεν δεν οδηγούσε με την επιβαλλόμενη σύνεση και προσοχή, ούτε ασκούσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, ώστε να μπορεί, σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ρυθμίζοντας και την ταχύτητά του ανάλογα με τις ως άνω κρατούσες δυσμενείς συνθήκες (άρθρ. 12 και 19 ΚΟΚ), με αποτέλεσμα το αυτοκίνητό του, παρεκλίνοντας από την πορεία του να επιπέσει στις ευρισκόμενες εκ των δεξιών σε σχέση με την πορεία του σιδερένιες προστατευτικές μπάρες και στη συνέχεια να ακινητοποιηθεί εντός του οδοστρώματος της εθνικής οδού, επί πλέον δε δεν εμερίμνησε, ώστε αμέσως μετά το εν λόγω συμβάν να μετακινηθεί το αυτοκίνητό του εκτός του οδοστρώματος, ώστε να μην αποτελεί επικίνδυνο εμπόδιο για τα λοιπά κινούμενα στο ρεύμα του αυτοκίνητα (άρθρο 29 παρ. 3 περ.
α' Κ.Ο.Κ.), αφού μάλιστα διεπίστωσε, λόγω ιδίου παθήματος, την ιδιαίτερη επικινδυνότητα των κρατουσών συνθηκών. Ο ενάγων είχε και δυνατότητα και ευχέρεια μετακινήσεως του αυτοκινήτου του, αφού και ο προς τούτο αναγκαίος χώρος υπήρχε (όπως προκύπτει από το σχεδιάγραμμα της τροχαίας) και προς τα δεξιά (περίπου 5 μέτρα εσοχή) και προς τα αριστερά (όπου βρισκόταν ήδη ακινητοποιημένο το αυτοκίνητο των ως άνω αυτοπτών μαρτύρων), αλλά και πρόσωπα να τον συνδράμουν στην προσπάθεια του αυτή, καθ' όσον, όπως ήδη προαναφέρθηκε, οι δυο, εν λόγω μάρτυρες, προσέτρεξαν αμέσως και ασφαλώς, με προθυμία θα του παρείχαν την βοήθειά τους, εάν τους το ζητούσε.
Πέραν αυτού δε, αν και μεταξύ της προσκρούσεως και ακινητοποιήσεως του δικού του αυτοκινήτου και της επ' αυτού επιπτώσεως του αυτοκινήτου του εναγομένου μεσολάβησε χρονικό διάστημα άνω των 5 λεπτών, δεν μερίμνησε να τοποθετήσει αμέσως τριγωνική πινακίδα, όπισθεν του σταθμευμένου αυτοκινήτου του (άρθρο 29 παρ. 3 περ.
β' Κ.Ο.Κ.), αλλ' αντίθετα έδωσε προτεραιότητα αρχικά μεν στον έλεγχο βλαβών του αυτοκινήτου του και στη συνέχεια στην αναζήτηση ρεζέρβας, εντός του πορτ - μπαγκάζ, προς αλλαγή του ελαστικού του, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες καταθέσεις των αυτοπτών αντικειμενικών μαρτύρων, ιστάμενος έτσι, επί αρκετά λεπτά, εντός του οδοστρώματος της εθνικής οδού και εκθέτοντας τον εαυτό του σε κίνδυνο και συντελώντας έτσι τόσο στην επέλευση του τραυματισμού του, όσο και στην έκταση αυτού.
Ομοίως, επίσης, εξέθεσε σε κίνδυνο τον εαυτό της και συνετέλεσε στην επέλευση και στην έκταση του σοβαρού τραυματισμού της η ενάγουσα Μ. Χ., καθ' όσον δεν εφρόντισε να αποτραβηχθεί, αμέσως μετά την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου της, στο άκρο της οδού, εκτός του οδοστρώματος, σε ασφαλή θέση, αλλ' αντιθέτως στεκόταν επί αρκετά λεπτά, εντός του οδοστρώματος, στο πίσω αριστερό άκρο του ακινητοποιηθέντος αυτοκινήτου και μάλιστα με στραμμένη την πλάτη προς τα εισερχόμενα στη στροφή οχήματα, ώστε να μην έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί και να ελέγχει την κίνηση αυτών.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το ποσοστό συνυπαιτιότητας που βαρύνει τους εμπλακέντες στο ένδικο ατύχημα διαδίκους είναι 60% του εναγομένου οδηγού Δ. Α. και 40% για τον καθένα από τους ενάγοντες Ζ. Κ. και Μ. Χ.. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ειδικότερα όσον αφορά το συντρέχον πταίσμα των αναιρεσειόντων στο επελθόν γι' αυτούς επιζήμιο αποτέλεσμα, εφάρμοσε σωστά τις άνω ουσιαστικές διατάξεις και δεν παραβίασε αυτές ή διδάγματα της κοινής πείρας σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς των παθόντων αναιρεσειόντων και του επελθόντος αποτελέσματος, ούτε παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις ή διδάγματα της κοινής πείρας εκ πλαγίου, διαλαμβάνοντας στην απόφαση του σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σε σχέση με το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα δεν υφίσταται ασάφεια ή αντίφαση αιτιολογιών σε σχέση με το χρόνο που μεσολάβησε μεταξύ της ακινητοποιήσεως του αυτοκινήτου των αναιρεσειόντων και της προσπτώσεως επ' αυτών του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ούτε σε σχέση με την συνυπαιτιότητα στον τραυματισμό της, της δεύτερης αναιρεσείουσας.
Εξάλλου δεν συνιστά ασάφεια ή αντιφατικότητα αιτιολογιών η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης ότι "αν και μεταξύ της προσκρούσεως και ακινητοποιήσεως του δικού του αυτοκινήτου και της επ' αυτού επιπτώσεως του αυτοκινήτου του εναγομένου μεσολάβησε χρονικό διάστημα άνω των 5 λεπτών ( ο πρώτος αναιρεσείων) δεν μερίμνησε να τοποθετήσει αμέσως τριγωνική πινακίδα, όπισθεν του σταθμευμένου του (άρθρο 29 παρ. 3 παρ.
β ΚΟΚ), αλλ' αντίθετα έδωσε προτεραιότητα αρχικά μεν στον έλεγχο βλαβών του αυτοκινήτου του και στη συνέχεια και αναζήτηση ρεβέρβας....", σε σχέση με ποιους κανόνες επιμέλειας παρέβη ο εν λόγω αναιρεσείων, δεδομένου ότι η βασική αιτιολογία της προσβαλλόμενης (ότι δεν φρόντισε αμέσως να μετακινήσει εκτός οδοστρώματος το ακινητοποιηθέν όχημά του) επαρκώς στηρίζει το διατακτικό αυτής.
Επομένως οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον πρώτο, πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ήτοι ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 300 ΑΚ, 12 και 19 του ΚΟΚ και τα διδάγματα της κοινής πείρας με το να δεχθεί πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσείοντος που οδήγησε στην ακινητοποίηση εκτός του οδοστρώματος του αυτοκινήτου και του ατυχήματος που προκλήθηκε επί της μεταγενέστερης επίπτωσης επί αυτού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και με τους λοιπούς, πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ήτοι ότι περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες όσον αφορά το συντρέχον πταίσμα του πρώτου αναιρεσείοντος σε σχέση με το χρόνο που μεσολάβησε από την ακινητοποίηση του οχήματος και μέχρι την πρόπτωση επί των αναιρεσειόντων του ζημιογόνου αυτοκινήτου και με τους κανόνες επιμελείας που αυτός παραβίασε, όσον αφορά δε το συντρέχον πταίσμα της δεύτερης αναιρεσείουσας σε σχέση με τα βαρύνοντα αυτή περιστατικά αμέλειας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, διαφορετικά περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.
Αντίθετα ο άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο αξιολογώντας το περιεχόμενο του εγγράφου όπως είναι πραγματικά, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στη προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι "ο ενάγων είχε και δυνατότητα και ευχέρεια μετακινήσεως του αυτοκινήτου του, αφού και ο προς τούτο αναγκαίος χώρος υπήρχε (όπως προκύπτει από το σχεδιάγραμμα της τροχαίας) και προς τα δεξιά (περίπου 5 μέτρα εσοχή)....." παραμόρφωσε το περιεχόμενο το από 23.3.1998 Πρόχειρου Σχεδιαγράμματος της τροχαίας θεωρώντας ότι υπήρχε προς τα δεξιά εσοχή 5 περίπου μέτρων, ενώ στην πραγματικότητα η εσοχή αυτή διακόπτεται κατά το πλάτος της από τις καμπύλες προστατευτικές μπάρες που στο σχεδιάγραμμα απεικονίζονται δια των καμπυλών διπλών (παραλλήλων) γραμμών που συνδέονται με μικρές κάθετες γραμμές.
Ωστόσο, από την επισκόπηση του εν λόγω σχεδιαγράμματος που προσκομίζεται αλλά και αποτυπούνται στο αναιρετήριο σε φωτοτυπικό απόσπασμα, δεν προκύπτει παραμόρφωση του περιεχομένου από το Εφετείο. Επομένως ο άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αλυσιτελής δεδομένου ότι το Εφετείο για τη θεμελίωση της κρίσης του περί του συντρέχοντος πταίσματος του πρώτου αναιρεσείοντος, δέχεται παραλλήλως δυνατότητα και ευχέρεια αυτού για μετακίνησή του και προς τα αριστερά της οδού, όπου ευρίσκετο ακινητοποιημένο το αυτοκίνητο των αναφερόμενων αυτοπτών μαρτύρων και παράλειψη εκ μέρους του της ενέργειας αυτής, παραδοχή η οποία στηρίζει αυτοτελώς το άνω συμπέρασμα του δικαστηρίου της ουσίας και η οποία δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη. Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αντιμωλία δικαζόμενης τρίτης των αναιρεσιβλήτων (176, 183, ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.6.2004 αίτηση των Ζ. Β. Κ. και Μ. Χ., συζ. Ζ. Κ., για αναίρεση της 10002/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της τρίτης των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ