Legislator Case Law & Legislation
666/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on fraud conviction, rejecting procedural invalidity claim regarding witness summons.

Case Number 666/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for fraud exceeding €120,000. The appellant argued the trial was void due to the court's refusal to postpone proceedings for the summons of defense witnesses. The court found the lower court's rejection of the postponement request was legally sound and sufficiently reasoned, thereby upholding the conviction and ordering the appellant to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 352, 510 of the Code of Criminal Procedure; The refusal to postpone proceedings for the summons of defense witnesses is not a ground for absolute invalidity if the existing evidence is deemed sufficient to form a complete conviction.

Keywords

AI generated
Code of Criminal Procedure absolute invalidity postponement of proceedings defense witnesses fraud conviction appeal dismissal sufficient evidence

Cited Legislation

AI generated
Article 352 of the Code of Criminal Procedure
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 578 of the Code of Criminal Procedure
Article 105 of the Penal Code
Article 462 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 464 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 466 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 473 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 474 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 504 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 505 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 510 of the Code of Civil and Administrative Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 666 / 2024 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 666/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Ελευθέριο Σισμανίδη, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή και Γεώργιο Παπαγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χρήστου Μπαρδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χειρδάρη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 27/2023 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Χ. Κ. του Π., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Δάβαλου.

Το Α' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαΐου 2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23.05.2023, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 3928/2023 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 22-5-2023 αίτηση αναίρεσης του Ι. Ρ. του Γ., κατά της υπ' αριθμ. 27/9-1-2023 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, με σκοπό περιουσιακό όφελος άνω των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών, η εκτέλεση της οποίας ορίσθηκε να λάβει χώρα εκ μέρους του κατ' οίκον (κατ' άρθρο 105 ΠΚ), ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 504 παρ. 1 και 505 περ. α' ΚΠΔ. Επί πλέον περιέχει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος για την παραπάνω πράξη του αλλά και στην απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Α' αντιστοίχως) και συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των παραπάνω λόγων της. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης παραστάθηκε και η υποστηρίζουσα την εις βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος σχετική κατηγορία, Χ. Κ. του Π.

Με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο του ως άνω νόμου και 460 του νέου ΠΚ) στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του οποίου ορίζεται: "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, προδήλως δε, είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, ο οποίος με την εφαρμογή του, δηλαδή με βάση τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, επιφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Έτσι, είναι πλέον δυνατόν σε περίπτωση ισχύος περισσότερων του ενός νόμων από την τέλεση της πράξης μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της σχετικής υπόθεσης, το Δικαστήριο να εφαρμόζει επιλεκτικά κάποιες από τις επιμέρους ρυθμίσεις του ενός από τους ισχύσαντες νόμους και κάποιες από τις επιμέρους ρυθμίσεις του άλλου, εφόσον ο συνδυασμός αυτός στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί σε ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά, εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης ή κάθειρξης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων ποινών φυλάκισης ή κάθειρξης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.

Επίσης, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση, υπό την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη (ΟλΑΠ 1/2020) ή εκείνος ο οποίος καθιστά την πράξη ανέγκλητη ή που θεσπίζει την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής ή την παραγραφή των ποινών. Επίσης, επιεικέστερος τυγχάνει ο νόμος όταν με σχετική διάταξη αυτού μεταβάλλεται το αξιόποινο μιας πράξης από κακούργημα σε πλημμέλημα, με αποτέλεσμα την ευμενέστερη μεταχείριση του δράστη ως προς την προβλεπόμενη ποινή, αλλά και τη σμίκρυνση του χρόνου παραγραφής (ΑΠ 147/2023, ΑΠ 945/2022, ΑΠ 841/2020).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2.

Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ [όπως αυτό αναπροσαρμόστηκε με το άρθρο 25 παρ. 1, περ.

β' του Ν. 4055/2012 (προηγουμένως το ποσό ανερχόταν σε 73.000 ευρώ)]. Ακολούθως, με τον ισχύοντα από 1-7-2019 νΠΚ, αναφορικά με την πλαστογραφία, όπου παραμένει η τυποποίηση, ως βασικών πράξεων πλαστογραφίας, της "κατάρτισης", που περιγράφει την εξαρχής "κατασκευή" ενός πλαστού εγγράφου, της "νόθευσης", που περιγράφει την αλλοίωση της υπομνηματιστικής λειτουργίας ενός γνήσιου εγγράφου και της χρήσης του πλαστού, η οποία όμως δεν αποτελεί πλέον "επιβαρυντική περίσταση", αλλά αυτοτελή πράξη, που συρρέει φαινομενικά, όταν ακολουθεί την πλαστογραφία και απορροφάται από αυτή (παρ. 1 και 2), τιμωρείται με την παρ. 3 με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή ο υπαίτιος των πράξεων της κατάρτισης πλαστού ή της νόθευσης γνησίου και της χρήσης του, αν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της (κακουργηματικής μορφής) πλαστογραφίας απαιτούνται: α) Κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου, β) σκοπός παραπλάνησης με τη χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, γ) σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας άλλον, δ) σκοπός αυτού (δράστη) να βλάψει τρίτον και ε) το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.

Ως "περιουσιακό όφελος" νοείται η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, που επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 120.000 ευρώ (ΑΠ 1054/2022, ΑΠ 687/2022, ΑΠ 548/2021), ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι οι ως άνω προγενέστερες διατάξεις του πΠΚ είναι επιεικέστερες από τις αντίστοιχες της παρ. 3 του άρθρου 216 του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ, αφού για την ίδια πράξη απειλείται με αυτές, εκτός από την ποινή της κάθειρξης μέχρι δέκα έτη και χρηματική ποινή (ΑΠ 1/2021).

Για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής πλαστογραφίας, δεν είναι αναγκαία η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτή, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως με μόνη την υλική πράξη της χρήσης του πλαστού εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία να έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει, με την χρήση πλαστού εγγράφου, παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την χρήση αυτού διαμορφώνονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 1602/2022, ΑΠ 403/2022, ΑΠ 1/2021, ΑΠ 160/2020, ΑΠ 61/2020).

Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι (ΑΠ 861/2022, ΑΠ 1363/2020), ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 861/2022, ΑΠ 501/2020). Δεν είναι όμως απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή από ποιά αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Περαιτέρω, η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχάς, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνον δε, όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, όπως συμβαίνει στην κρινόμενη υπόθεση, που αφορά το προαναφερθέν έγκλημα (ΑΠ 1/2021).

Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 151/2021).

Στην κρινόμενη υπόθεση το Α' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, τα εξής:

"Στην προκειμένη περίπτωση από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας (εννοείται πλέον η υποστηρίζουσα την κατηγορία), την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και όλα τα έγγραφα, που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκαν στα πρακτικά του παρόντος Δικαστηρίου, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, καθώς και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 §1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής απόδειξης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο κατηγορούμενος ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ., νόμιμος εκπρόσωπος και κύριος μέτοχος με ποσοστό 82,40% της εδρεύουσας στις Αχαρνές Αττικής εταιρίας παραγωγής πλαστικών με την επωνυμία "Ι. Γ. Ρ. Ανώνυμος Εμπορική και Βιοτεχνική Εταιρία" και το διακριτικό τίτλο "EXTRA PLAST Α.Ε.Β.Ε.", στην οποία απασχολείτο ο σύζυγος της πολιτικώς ενάγουσας Χ.

Κ., Γ. Α., αρχικά ως απλός υπάλληλος και εν συνεχεία ως Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος. Με το ...-1998 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, η ανωτέρω εταιρία συνήψε με την Alpha Τράπεζα σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι το ποσό των 30.000.000 δραχμών (88.041,09 ευρώ), ενώ με τις από ...

πρόσθετες πράξεις, το όριο παροχής πίστωσης αυξήθηκε σε 800.000.000 δραχμές (2.347.762,29 ευρώ). Με το από 18-6-2001 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, η πολιτικώς ενάγουσα εγγυήθηκε την πιστωτική σύμβαση υπέρ της οφειλέτριας μέχρι το ως άνω ποσό των 800.000.000 δραχμών, ευθυνόμενη ως αυτοφειλέτρια, κατόπιν προσωπικών παρακλήσεων προς αυτήν του κατηγορουμένου, ο οποίος γνώριζε ότι η πολιτικώς ενάγουσα ήταν ιδιοκτήτρια διαμερίσματος 135 τετραγωνικών μέτρων στην ..., στο οποίο διέμενε με το σύζυγό της και ήταν για το λόγο αυτό φερέγγυα και αξιόπιστη ως εγγυήτρια.

Ακολούθως, με το από 23-11-2007 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό (πρόσθετη πράξη), η τράπεζα και η εταιρία EXTRA PLAST συμφώνησαν την τήρηση και δεύτερου τρεχούμενου αλληλόχρεου λογαριασμού στα πλαίσια της ίδιας πιστωτικής σύμβασης, για την κάλυψη των ταμειακών αναγκών της εταιρίας, με πιστωτικό όριο 1.250.000 ευρώ. Την πράξη αυτή φέρεται ότι υπέγραψε και η πολιτικώς ενάγουσα ως εγγυήτρια υπέρ της πιστούχου, ευθυνόμενη ως αυτοφειλέτρια.

Επίσης, με το από 26-11-2007 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό (πρόσθετη πράξη) μεταξύ των ιδίων συμβαλλόμενων αυξήθηκε το πιστωτικό όριο της αρχικής πιστωτικής σύμβασης, από 2.347.762,29 σε 6.000.000 ευρώ. Και την πράξη αυτή φέρεται ότι εγγυήθηκε η πολιτικώς ενάγουσα υπέρ της πιστούχου, ευθυνόμενη ως αυτοφειλέτρια, θέτοντας την υπογραφή της στο ως άνω συμφωνητικό.

Περαιτέρω, με το από 19-5-2008 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό (πρόσθετη πράξη), οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν τη λειτουργία, εκτός των ανωτέρω και άλλων πιστωτικών λογαριασμών σε διάφορα νομίσματα, έναντι συμβατικού επιτοκίου ισούμενου με το επιτόκιο Euribor πλέον περιθωρίου (spread) 1,5% και εισφοράς ν. 128/1975 και επιτοκίου υπερημερίας ισούμενου με το συμβατικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 2,5%, καθώς και τον εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων κατ' άρθρο 12 ν. 2601/1998.

Και το συμφωνητικό αυτό φέρεται ότι υπέγραψε η πολιτικώς ενάγουσα ως εγγυήτρια, ευθυνόμενη ως αυτοφειλέτρια. Τέλος, με το από 19-11-2008 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό (πρόσθετη πράξη), που επίσης φέρεται ότι υπογράφηκε από την πολιτικώς ενάγουσα ως εγγυήτρια, αυξήθηκε το περιθώριο (spread) της προηγούμενης σύμβασης από 1,5% σε 3%.

Η πολιτικώς ενάγουσα δεν συμβλήθηκε στις τέσσερις τελευταίες από τις προαναφερθείσες συμβάσεις, δηλαδή σε εκείνες που συνήφθησαν με τα από 23-11-2007, 26-11-2007, 19-5-2008 και 19-11-2008 ιδιωτικά συμφωνητικά και η υπογραφή της σε αυτά δεν τέθηκε από την ίδια, αλλά είναι πλαστογραφημένη, όπως αποδεικνύεται και από την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου Φ.

Γ. που διορίσθηκε πραγματογνώμονας με ανακριτική διάταξη και έδωσε τον όρκο του. Την πλαστότητα αντελήφθη η πολιτικώς ενάγουσα για πρώτη φορά όταν είδε τα σχετικά έγγραφα την 20-4-2010, κατά τη συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της από 7-4-2009 ανακοπής της από το άρθρο 632 ΚΠολΔ κατά της 2947/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώνεται να καταβάλει στην τράπεζα, ως εγγυήτρια της πιστωτικής σύμβασης και των αυξητικών της, το ποσό των 2.164.139,87 ευρώ νομιμοτόκως.

Τις πλαστογραφημένες υπογραφές έθεσε ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε συμφέρον να αυξηθεί το πιστωτικό όριο του πιστωτικού λογαριασμού της εταιρίας EXTRA PLAST, που είναι συμφερόντων του, όπως προαναφέρθηκε, από 2.347.762,29 σε 6.000.000 ευρώ και να τηρηθεί στα πλαίσια της ίδιας σύμβασης, αφενός δεύτερος πιστωτικός λογαριασμός με όριο 1.250.000 ευρώ και αφετέρου έτεροι λογαριασμοί σε ξένα νομίσματα.

Η κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται στην κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και ενισχύεσαι από την προαναφερθείσα γραφολογική έκθεση, στην οποία αναφέρεται ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο οι υπογραφές να ανήκουν στον κατηγορούμενο, δεδομένων των πολλών, κοινών γραφολογικών χαρακτηριστικών, που παρατηρούνται μεταξύ αυτών και της γραφής του (κοινός τύπος, ποιότητα χάραξης, ευχέρεια, ρυθμός, αυτοματισμός και ανάλογη μεταβολή της κλίσης τους) και δεν αναιρείται από την από 10-1-2018 ιδιωτική γνωμοδότηση του γραφολόγου Π.

Τ., στην οποία αναφέρεται ότι οι φερόμενες υπογραφές της πολιτικώς ενάγουσας δεν εντάσσονται στην υπογραφική συνήθειά του (κατηγορουμένου) και κατά υψηλή πιθανολόγηση τέθηκαν από άλλο πρόσωπο, πλην όμως το συμπέρασμα αυτό δεν κρίνεται βάσιμο, επειδή έρχεται σε αντίθεση με τις προαναφερθείσες παραδοχές του πραγματογνώμονος, ο οποίος κρίνεται περισσότερο αξιόπιστος ενόψει της ιδιότητάς του.

Άλλωστε, ο κατηγορούμενος ήταν ο μόνος ο οποίος εξαρτούσε σοβαρό οικονομικό συμφέρον από την παροχή εγγύησης εκ μέρους της πολιτικώς ενάγουσας στις αυξητικές και τροποποιητικές πιστωτικές συμβάσεις, που συνήψε η εταιρία του. Κατά συνέπεια αποδεικνύεται ότι αυτός, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προέβη στην πλαστογράφηση των υπογραφών με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση των πλαστογραφημένων εγγράφων τους υπευθύνους της τράπεζας σχετικά με γεγονός, που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή σχετικά με το ότι η πολιτικώς ενάγουσα δήθεν εγγυήθηκε τις προαναφερθείσες αυξητικές και τροποποιητικές συμφωνίες και ακολούθως έκανε χρήση αυτών, παραδίδοντας τα έγγραφα στους τραπεζικούς υπαλλήλους.

Με τον τρόπο αυτό σκόπευε να προσπορίσει στην πιστούχο εταιρία EXTRA PLAST παράνομο περιουσιακό όφελος από την αύξηση του πιστωτικού ορίου και τη δημιουργία δικαιώματος λήψης περαιτέρω πιστώσεων σε συνάλλαγμα, δεδομένου ότι η τράπεζα δεν θα προέβαινε στη σύναψη των σχετικών συμφωνιών χωρίς την εγγύηση τρίτου προσώπου, επί ζημία της πολιτικώς ενάγουσας, στην περιουσία της οποίας δημιουργήθηκαν ισόποσες ενοχικές υποχρεώσεις, ενώ το ύψους του οφέλους και της ζημίας ανέρχεται στο ποσό των (6.000.000 - 2.347.762,29 + 1.250.000) 4.902.237,71 ευρώ, πλέον των ορίων των πιστωτικών λογαριασμών σε διάφορα νομίσματα, το ύψος των οποίων δεν εξακριβώθηκε.

Πρέπει, συνεπώς, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, από την οποία το όφελος και η ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ". Ακολούθως το ίδιο Δικαστήριο κήρυξε τον ως άνω κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "Στον κάτωθι αναφερόμενο τόπο και χρόνο με περισσότερες πράξεις, που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, πραγμάτωσε με πρόθεση την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση, ήτοι κατήρτισε εξ υπαρχής πλαστά έγγραφα, των οποίων στη συνέχεια προέβη σε χρήση εν γνώσει της πλαστότητάς τους, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση των εγγράφων τούτων άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σκόπευε δε, με τις πράξεις του αυτές να προσπορίσει περιουσιακό όφελος, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ειδικότερα δε: 1) Στην Αθήνα στις 23-11-2007 έθεσε την υπογραφή της εγκαλούσας Κ.

Χ. του Π., επί της με ίδια ημερομηνία πρόσθετης πράξεως ...-1998 και με αριθμό ... συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό στη θέση του εγγυητή. Το εν λόγω έγγραφο υπογράφηκε από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Alpha Bank καθώς και από τον Ρ. Ι. του Γ., τόσο υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της πιστούχου ανώνυμης εταιρείας "Ι.

Γ. Ρ. ΑΕΒΕ", όσο και ατομικώς ως εγγυητή υπέρ της τελευταίας, επιτυγχάνοντας να καταρτισθεί πρόσθετη πράξη της συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Με την λόγω πράξη χορηγήθηκε πίστωση στην πιστούχο εταιρεία "Ι. Γ. Ρ. ΑΕΒΕ" ύψους 1.250.000 Ευρώ από την Alpha Bank, με αποτέλεσμα να γεννηθούν στο πρόσωπο της ανωτέρω εγκαλούσας οι ενοχικές υποχρεώσεις της εγγυήτριας ευθυνόμενης σύμφωνα με τη σύμβαση ως αυτοφειλέτη για το εν λόγω ποσό το οποίο ήταν επιπλέον των 800.000 Ευρώ, για το οποίο είχε εγγυηθεί υπέρ της πιστούχου εταιρείας με την από 18-6-2001 σύμβαση εγγυήσεως. 2) Στην Αθήνα στις 26-11-2007 έθεσε την υπογραφή της εγκαλούσας Κ.

Χ. του Π., επί της με ίδια ημερομηνία πρόσθετης πράξεως αυξήσεως στην υπ' αριθμ. ...-1998 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό στη θέση του εγγυητή. Το εν λόγω έγγραφο υπογράφηκε από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Alpha Bank καθώς και από τον Ρ. Ι. του Γ., τόσο υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της πιστούχου ανώνυμης εταιρείας "Ι.

Γ. Ρ. ΑΕΒΕ", όσο και ατομικώς ως εγγυητή υπέρ της τελευταίας, επιτυγχάνοντας να καταρτισθεί πρόσθετη πράξη αυξήσεως του πιστωτικού ορίου της πιστούχου εταιρείας. Με την εν λόγω πράξη αυξήθηκε το πιστωτικό όριο της πιστούχου εταιρείας από το ποσό των 2.347.762,29 Ευρώ, στο οποίο ανερχόταν δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-1998 σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των προηγούμενων προσθέτων πράξεων αυξήσεως του πιστωτικού της ορίου, οι οποίες είχαν καταρτισθεί με την Alpha Bank, στο ποσό 6.000.000 Ευρώ, με αποτέλεσμα να γεννηθούν στο πρόσωπο της εγκαλούσας οι ενοχικές υποχρεώσεις της εγγυήτριας ευθυνόμενης σύμφωνα με τη σύμβαση ως αυτοφειλέτη για το επιπλέον ποσό της αύξησης του πιστωτικού ορίου. 3) Στην Αθήνα στις 19-5-2008 έθεσε την υπογραφή της εγκαλούσας Κ.

Χ. του Π., επί της με ίδια ημερομηνία πρόσθετης πράξεως στην υπ' αριθμ. ...-1998 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό στη θέση του εγγυητή. Το εν λόγω έγγραφο υπογράφηκε από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Alpha Bank καθώς και από τον Ρ. Ι. του Γ., τόσο υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της πιστούχου ανώνυμης εταιρείας "Ι.

Γ. Ρ. ΑΕΒΕ", όσο και ατομικώς ως εγγυητής υπέρ της τελευταίας, επιτυγχάνοντας να καταρτισθεί πρόσθετη πράξη της συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Με την εν λόγω πράξη συμφωνήθηκε η λειτουργία επιπλέον πιστωτικών λογαριασμών σε διάφορα νομίσματα καθώς και η κεφαλαιοποίηση των μη καταβληθέντων τόκων και ο ανατοκισμός τους ανά εξάμηνο σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 2601/1998, με αποτέλεσμα να γεννηθούν στο πρόσωπο της εγκαλούσας οι ενοχικές υποχρεώσεις της εγγυήτριας ευθυνόμενης σύμφωνα με τη σύμβαση ως αυτοφειλέτη και για τα ποσά των ανωτέρω λογαριασμών. 4) Στην Αθήνα στις 19-11-2008 έθεσε την υπογραφή της εγκαλούσας Κ.

Χ. του Π., επί της με ίδια ημερομηνία πρόσθετης πράξεως στην υπ' αριθμ. ...-1998 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό στη θέση του εγγυητή. Το εν λόγω έγγραφο υπογράφηκε από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Alpha Bank καθώς και από τον Ρ. Ι. του Γ., τόσο υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της πιστούχου ανώνυμης εταιρείας "Ι.

Γ. Ρ. ΑΕΒΕ", όσο και ατομικώς ως εγγυητής υπέρ της τελευταίας, επιτυγχάνοντας να καταρτισθεί πρόσθετη πράξη της συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Με την λόγω πράξη συμφωνήθηκε η λειτουργία επιπλέον λογαριασμών σε διάφορα νομίσματα, καθώς και η κεφαλαιοποίηση των μη καταβληθέντων τόκων και ο ανατοκισμός τους ανά εξάμηνο σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 2601/1998, με αποτέλεσμα να γεννηθούν στο πρόσωπο της εγκαλούσας οι ενοχικές υποχρεώσεις της εγγυήτριας ευθυνόμενης σύμφωνα με τη σύμβαση ως αυτοφειλέτη και για τα ποσά των ανωτέρω λογαριασμών".

Με τον πρώτο λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την εκ μέρους του τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης και προσάπτει σ' αυτήν (την προσβαλλόμενη απόφαση) την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, σχετική πλημμέλεια, ενώ με το συνεξεταζόμενο με τον ως άνω πρώτο αναιρετικό λόγο, πρώτο σκέλος του δευτέρου αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι παραβιάσθηκε το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη, "αφού δεν υπήρξε εκτίμηση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης και του περιεχομένου της αλλά στηρίχθηκε στην ιδιότητα του υπογράψαντος την πραγματογνωμοσύνη και θεώρησε ως υπερισχύουσα αυτήν του δικαστικού πραγματογνώμονα επειδή ορίστηκε αυτός από το δικαστήριο" και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την απορρέουσα από την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ. Α' ΚΠΔ, απορρέουσα πλημμέλεια, της απόλυτης δηλαδή ακυρότητας που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο.

Με τις προαναφερθείσες παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, αφού αναφέρονται σ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση, με επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος (και αντίστοιχη ζημία για την προαναφερθείσα υποστηρίζουσα την κατηγορία) άνω των 120.000 ευρώ, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 3, 1 πΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται οι παρακάτω αναφερόμενες κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές: α) Η εκ μέρους του κατηγορουμένου τέλεση της ως άνω άδικης πράξης, συνιστάμενης στην υπ' αυτού θέση κατ' απομίμηση της υπογραφής της προαναφερθείσας εγκαλούσας (και υποστηρίζουσας την εις βάρος του κατηγορία) Χ.

Κ., στην θέση του "εγγυητή" επί των παραπάνω αναφερομένων τεσσάρων (4) προσθέτων συμβάσεων πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, β) ο σκοπός του να παραπλανήσει με την ως άνω αξιόποινη πράξη του, τους νομίμους εκπροσώπους της προαναφερθείσης τραπεζικής εταιρίας "ALPHA Τράπεζα ΑΕ", ότι η εν λόγω εγκαλούσα εγγυήθηκε για την εκπλήρωση εκ μέρους του, των σχετικών υποχρεώσεών του, οι οποίες απέρρεαν από τις παραπάνω συμβάσεις ως νομίμου εκπροσώπου της ως άνω πιστούχου εταιρίας με την επωνυμία "Ι.

Γ. Ρ. ΑΕΒΕ", της οποίας τυγχάνει κύριος μέτοχος με ποσοστό 82,40%, αλλά και ατομικώς ως εγγυητή υπέρ της τελευταίας, γ) ο σκοπός του κατηγορουμένου να προσπορίσει στον εαυτό του και στην - συμφερόντων του - προαναφερθείσα πιστούχο εταιρία με την επωνυμία "Ι. Γ. Ρ. ΑΕΒΕ", περιουσιακό όφελος που αναφέρεται αναλυτικά σε κάθε μία από τις παραπάνω τέσσερις (4) πρόσθετες συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, το συνολικό ύψος των οποίων υπερβαίνει το χρηματικό ποσόν των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, δ) ο σκοπός του, όπως με την ως άνω επιδειχθείσα παράνομη συμπεριφορά του να βλάψει κατά το παραπάνω χρηματικό ποσόν εκάστης των ως άνω τεσσάρων συμβάσεων, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ την προαναφερθείσα εγκαλούσα Χ.

Κ. και ε) ο δόλος του κατηγορουμένου συνιστάμενος στην εκ μέρους του θέληση αλλά και αποδοχή να τελέσει την παραπάνω άδικη πράξη, ο οποίος (δόλος) προκύπτει από την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της. Επομένως, ο προαναφερθείς εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πρώτος αναιρετικός λόγος τυγχάνει αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ενώ οι υπόλοιπες αιτιάσεις που αναφέρονται στον αυτόν ως άνω πρώτο λόγο και αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος του αναιρεσείοντος ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της ως προς την ενοχή του για την παραπάνω αξιόποινη πράξη του.

Εξάλλου, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται η από Νοεμβρίου 2015 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του Φ. Γ., που διορίσθηκε ως πραγματογνώμονας με σχετική ανακριτική διάταξη αλλά και η από 10-1-2018 γνωμοδότηση που συνέταξε ο γραφολόγος Π.

Τ., αξιολογήθηκαν και εκτιμήθηκαν κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ), ενώ βεβαίως γίνεται δεκτό ότι απαιτείται αντίκρουση του πορίσματος της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, σε περίπτωση αντίθετης δικανικής κρίσης (ΑΠ 687/2022). Περαιτέρω, για να καταλήξει το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην ενοχή του κατηγορουμένου για την προαναφερθείσα άδικη πράξη του, δεν προέβη αποκλειστικά και μόνον σε αξιολόγηση των πορισμάτων της ως άνω διαταχθείσας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και της προαναφερθείσας ιδιωτικής γνωμοδότησης, αποδεχόμενο το πόρισμα της πρώτης από αυτές, δηλαδή της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, που όπως άλλωστε ήδη αναφέρθηκε, συνίστατο στο "ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι υπογραφές να ανήκουν στον κατηγορούμενο", αλλά για τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του για την ενοχή του κατηγορουμένου (το δικαστήριο) στηρίχθηκε, όπως σαφώς αναφέρεται στο σκεπτικό, στην κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας αλλά και στο ότι μόνον ο κατηγορούμενος είχε συμφέρον από την τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης, καθόσον με τον τρόπο αυτό αποσκοπούσε στην αύξηση του πιστωτικού ορίου του πιστωτικού λογαριασμού της προαναφερθείσας - δικών του συμφερόντων, όπως ήδη αναφέρθηκε - εταιρίας "EXTRA PLAST ΑΕΒΕ", αλλά και στην ως άνω γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του Φ.

Γ., χωρίς όμως να αποδοθεί σ'αυτήν ιδιαιτέρως αυξημένη αποδεικτική αξία εν σχέσει προς το πόρισμα της παραπάνω (ιδιωτικής) γνωμοδότησης που συνέταξε ο γραφολόγος Π. Τ., όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ενώ η σχετική μνεία που γίνεται στο σκεπτικό περί αξιοπιστίας, είναι σαφές ότι αναφέρεται απλώς στην ιδιότητα του ως άνω διορισθέντος πραγματογνώμονα ως τρίτου έναντι των διαδίκων.

Επομένως, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι από τα παραπάνω παραβιάσθηκε το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη είναι αβάσιμος, και ως εκ τούτου ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Α' ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου αναιρετικού λόγου ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το υποβληθέν αίτημα αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης για κρείσσονες αποδείξεις κατ' άρθρο 352 παρ. 3 ΚΠΔ και συγκεκριμένα, προκειμένου να κληθούν και να προσέλθουν για να εξετασθούν ως μάρτυρες ο Γ.

Α. και υπάλληλοι της προαναφερθείσης τραπεζικής εταιρίας και ισχυριζόμενος ότι λόγω της παράλειψης αυτής, παραβιάσθηκε το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη, καθ' όσον - πάντα κατά τους ισχυρισμούς του - δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που αφορούν την υπεράσπισή του ως κατηγορουμένου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ.

Α' ΚΠΔ, απορρέουσα πλημμέλεια, της απόλυτης δηλαδή ακυρότητας που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο. Από την επιτρεπτή για τον έλεγχο της βασιμότητας του προαναφερθέντος αναιρετικού λόγου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, που σημειωτέον δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά, προκύπτει ότι για το παραπάνω ζήτημα που ανέκυψε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, συμπεριελήφθησαν σ' αυτή (την προσβαλλόμενη απόφαση) τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση η Εισαγγελέας, αφού ζήτησε και έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ, προκειμένου να κληθούν και να προσέλθουν ως μάρτυρες ο Γ.

Α. και υπάλληλοι της τράπεζας. Το Δικαστήριο, κατά την ομόφωνη κρίση των μελών του, κρίνει ότι όπως υποβλήθηκε, το παραπάνω αίτημα είναι αόριστο και ως εκ τούτου απαράδεκτο, διότι, δεν αναφέρεται στο αίτημα αυτό για ποια συγκεκριμένα περιστατικά, που ασκούσαν επιρροή στην έκβαση της δίκης, έπρεπε να προσέλθουν να καταθέσουν.

Περαιτέρω κρίνει ότι δεν είναι αναγκαία η εξέταση στο ακροατήριο, ως μάρτυρος υπερασπίσεως, του Γ. Α. και υπαλλήλων της τράπεζας, καθόσον τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία είναι επαρκή για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης, καθόσον πέρα των μαρτύρων κατηγορίας, υπάρχει πραγματογνωμοσύνη σε σχέση με την διερεύνηση των ανωτέρω περιστατικών, που αποτελεί μέρος των αποδείξεων, που συνεκτιμώνται από το παρόν Δικαστήριο.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, δεν συντρέχει περίπτωση αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης για κρείσσονες αποδείξεις". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, ορθά εφήρμοσε τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 352 παρ. 3 ΚΠΔ και με πλήρη και σαφή αιτιολογία απέρριψε το ως άνω αίτημα, χωρίς να παραβιάσει το δικαίωμα του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος σε δίκαιη δίκη και ως εκ τούτου ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' ΚΠΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η από 22-5-2023 αίτηση του Ι. Ρ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 27/2023 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ πρέπει ακόμη να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας εις βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό αυτής της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-5-2023 αίτηση του Ι. Ρ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 27/2023 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας, ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ