Supreme Court allows appeal against seizure of third party, ruling seizure invalid due to lack of legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the State's appeal against a final judgment that had dismissed a seizure action against a third party. The State argued the seizure lacked legal basis, while the lower court had previously rejected the seizure notice as vague. The Court found the seizure invalid because the underlying debt was not established and the seizure notice failed to meet statutory requirements for clarity and legal foundation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 30 KED; Art. 559(1), 559(19) KPolD: A seizure against a third party by the State is invalid if the underlying claim is not legally established and the seizure notice lacks the required specificity regarding the legal relationship and facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 666 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 666/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (ΚΕ.ΜΕ.ΕΠ.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δ. & Χ. Τ. ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΖΥΜΕΣ Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΖΥΜΕΣ Ο.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσιβλήτου Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΖΥΜΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Θέση "..." ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πρόκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/2/2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 689/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 157/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22/5/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 22-5-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 157/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 689/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που είχε κάνει δεκτή την από 13-2-2014 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά δήλωσης τρίτου κατ' άρθρ. 34 ΚΕΔΕ και 986 ΚΠολΔ, έκανε δεκτή αυτήν (έφεση), εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την ανακοπή. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 30 ΚΕΔΕ (Ν.Δ. 356/1974) συνάγεται ότι σε περίπτωση κατάσχεσης στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του Ταμείου και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (άρθρα 85 παρ.1 ΚΕΔΕ και 1 αριθ. 4 π.δ. 16/1989), πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την ποσότητα της απαίτησης του Δημοσίου, για την οποία γίνεται η κατάσχεση, το αντικείμενο της κατάσχεσης και την περιγραφή αυτών με τρόπο που να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, την οφειλόμενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητα και την έννομη σχέση από την οποία αυτή προέρχεται, που πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά, αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση.
Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία κάθε κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος, ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου του 33 ΚΕΔΕ (αμάχητο παλαιότερα και ήδη μαχητό μετά την τροποποίηση του άρθρου 33 δυνάμει του άρθρου 67 παρ. 1 του Ν. 3842/2010, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα), όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 του ΚΕΔΕ (ΑΠ 821/2018, ΑΠ 139/2018).
Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου, ο τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα.
Η ως άνω δήλωση, η οποία ανάλογα με τη θέση που λαμβάνει ο τρίτος απέναντι στο περιεχόμενο του κατασχετηρίου, μπορεί να χαρακτηριστεί θετική ή αρνητική, χωρίς να αποκλείεται η κατάφαση ή η άρνηση να μην είναι ολική αλλά μερική, συνιστά υποχρέωση του τρίτου, η οποία δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση, αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κατασχόντα και επιβάλλει σαφή και ειλικρινή πληροφόρηση του τρίτου για τις σχέσεις του με τον καθ' ου η εκτέλεση.
Έτσι, η δήλωση πρέπει να είναι ειλικρινής, σαφής και ορισμένη, ώστε να προκύπτει η τυχόν υποχρέωση του τρίτου, ενώ, επί διαρκών σχέσεων, ο τρίτος πρέπει, αφενός μεν να προσδιορίζει το χρόνο παύσης του δεσμού του με τον καθ' ου η εκτέλεση (οφειλέτη), αφετέρου δε οφείλει να εκτιμήσει και να εκθέσει όλα εκείνα τα ουσιώδη περιστατικά, που είναι ικανά να βοηθήσουν και προσανατολίσουν τον κατασχόντα στην ικανοποίηση της απαίτησής του.
Εξάλλου, αντικείμενο της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι και απαίτηση μέλλουσα. Απαιτείται όμως στο χρόνο επιβολής της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου να υπάρχει η έννομη σχέση (π.χ. εντολή, εταιρεία κλπ), από την οποία, ως αιτία δικαιογόνο, θα προκύψει η μελλοντική χρηματική απαίτηση, η οποία όμως μπορεί κατά τον παραπάνω χρόνο να προσδιορισθεί κατά το είδος της και κατά το πρόσωπο του οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά το ποσό της.
Επομένως, στην περίπτωση αυτή, της κατάσχεσης δηλαδή μέλλουσας απαίτησης, οπότε ο τρίτος συνήθως βρίσκεται σε αδυναμία να παράσχει σαφή πληροφόρηση, και πάλι δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής δήλωσης, αφού στην περίπτωση αυτή, η δήλωσή του είναι δυνατόν να είναι αρνητική, ως προς την ενεστώσα οφειλή και θετική, ως προς τη μελλοντική, παρέχοντας τη διαβεβαίωση, ότι θα παρακρατήσει οτιδήποτε προκύψει στο μέλλον υπέρ του καθ' ου η κατάσχεση από την δικαιογόνο αιτία της οφειλής, άλλως κινδυνεύει η δήλωσή του να θεωρηθεί ως ανακριβής και να υποχρεωθεί σε αποζημίωση (ΑΠ 919/2019, ΑΠ 825/2018, ΑΠ 1081/2015).
Επίσης, κατά τη διάταξη του επομένου άρθρου 33 του ΚΕΔΕ, όπως ήδη κατά τα ως άνω ισχύει, "εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από το άρθρο 32 του παρόντος, λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης, για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθ' ου ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του, κατά περίπτωση".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά τον ΚΕΔΕ η παράλειψη του τρίτου να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση ή αν έχει στα χέρια του το πράγμα που κατασχέθηκε, ή η εκπρόθεσμη ή παράτυπη δήλωση, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι ο τρίτος είναι οφειλέτης της ποσότητας που κατασχέθηκε στα χέρια του, κατά αντίθεση με τον ΚΠολΔ (άρθρο 985 παρ.3), κατά τον οποίο η ως άνω παράλειψη του τρίτου εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση.
Το τεκμήριο αυτό δημιουργείται μόνο στις ως άνω αναφερόμενες τρεις περιπτώσεις του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ. Άρα δεν δημιουργείται τούτο, όταν η δήλωση του τρίτου δεν περιέχει κάποιο από τα στοιχεία, την αναφορά των οποίων αξιώνει όχι η διάταξη του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ, αλλά η διάταξη του άρθρου 985 ΚΠολΔ, η οποία, κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται και στη διοικητική εκτέλεση κατά τον ΚΕΔΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 89 του ΚΕΔΕ.
Επομένως, η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, πέραν από την προς αποζημίωση ευθύνη αυτού έναντι του κατασχόντος (985 παρ.3 εδ. β' ΚΠολΔ), χορηγεί στον κατασχόντα, όπως και η αρνητική δήλωση, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της δήλωσης αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 του ΚΕΔΕ και (στο οποίο αυτό παραπέμπει) 986 ΚΠολΔ και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος (άρθρο 990 ΚΠολΔ), μη αποκλειομένης και της σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο της ανακοπής και της από το άρθρο 985 παρ. 3 αγωγής περί αποζημίωσης κατ' άρθρο 986 εδ.
β' ΚΠολΔ. Επίσης, ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου είτε πρόκειται για την απόκρυψη της ύπαρξης της οφειλής είτε πρόκειται για την αναληθή ή μη πλήρη έκθεση επιμέρους πραγματικών περιστατικών που περιγράφουν τη σχέση του καθ' ου η εκτέλεση με τον τρίτο. Εξάλλου, και η μη σαφής αναφορά στη δήλωση του τρίτου περί της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της κατασχεθείσας απαίτησης, θεωρείται ως σιωπηρά αρνητική, για την ύπαρξη της απαίτησης, δήλωση, οπότε και υπόκειται στην κατά το άρθρο 34 ΚΕΔΕ ανακοπή.
Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990 ΚΠολΔ η κατ' αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών (ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1386/2019, ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 825/2018, ΑΠ 96/2016).
Περαιτέρω, με βάση τα παραπάνω συνάγεται ότι κύριο αντικείμενο της σχετικής δίκης, το οποίο δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι, και σε ποια ακριβώς έκταση και με ποιους περιορισμούς, οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος Δημοσίου.
Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ' ου η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαίτησης.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρονται στην ανακοπή τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία απορρέει η οφειλή του τρίτου προς τον καθ' ου η εκτέλεση και όχι απλώς ότι ο τρίτος οφείλει δυνάμει ορισμένης έννομης σχέσης, αλλιώς αυτή είναι αόριστη (ΑΠ 1065/2009). Ειδικότερα δε, επί κατάσχεσης μέλλουσας απαίτησης, πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς τα περιστατικά, με βάση τα οποία προσδοκάται η δυνατότητα παραγωγής από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση της μέλλουσας χρηματικής απαίτησης.
Σε περίπτωση που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του τη δικαιογόνο αιτία και την ύπαρξη της απαίτησης, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίηση αυτής, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης.
Για να συντρέχει όμως η ως άνω περίπτωση, θα πρέπει η μη αμφισβήτηση να αφορά σαφώς προσδιοριζόμενη απαίτηση από συγκεκριμένη έννομη σχέση, πράγμα που δεν συμβαίνει επί διαρκούς μη επώνυμης έννομης σχέσης, όταν ο τρίτος με τη δήλωσή του, χωρίς να αναφέρει πραγματικά περιστατικά και σαφείς όρους λειτουργίας της εν λόγω σχέσης, από την οποία απορρέει σαφής και ορισμένη απαίτηση, μάλιστα δε και δυνατότητα παραγωγής αυτής σε περίπτωση κατάσχεσης μέλλουσας απαίτησης, προβαίνει απλώς σε γενική άρνηση οποιασδήποτε οφειλής του προς τον καθ' ου η εκτέλεση από τη σχέση αυτή, αιτιολογώντας ασαφώς και αορίστως την ανυπαρξία οποιασδήποτε οφειλής του προς αυτόν.
Κατά συνέπεια τούτων στην περίπτωση αυτή είναι υποχρεωμένος ο ανακόπτων, ο οποίος επέχει θέση ενάγοντος, να επικαλεσθεί με την ανακοπή του τόσο τη βασική έννομη σχέση όσο και τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία απορρέει η οφειλή, υπάρχουσα ή μέλλουσα, του τρίτου προς τον καθ' ου η εκτέλεση (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 1092/2015, ΑΠ 480/2012, ΑΠ 1182/2009).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 4/2018, ΑΠ 403/2020, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 156/2019).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως αόριστη, ή μη νόμιμη, ή για κάποιο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 650/2020, ΑΠ 653/3030, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1482/2019).
Επιπλέον, παράβαση που ελέγχεται με την ως άνω διάταξη του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποτελεί η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή εάν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη αποτελεί κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 106, 117, 118, 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου θεμελιώνουν την αιτούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 646/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 266/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της ένδικης από 13-2-2014 ανακοπής προκύπτει ότι το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε με αυτήν τα εξής: α) ότι σε βάρος της οφειλέτιδάς του εταιρείας "ΑΔΕΛΦΟΙ Π. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΖΑΧ/ΚΗΣ ΑΡΤΟΣΚ/ΤΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΤΕΨΥΓΜΕΝΩΝ" βεβαιώθηκε ταμειακά ληξιπρόθεσμο χρέος προς αυτό (ανακόπτον), από διάφορες αιτίες, συνολικού ύψους 128.721,98 ευρώ, β) ότι ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ.
Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ. προέβη στην έκδοση του με αριθ. ειδ. βιβλ. …/2013/…-11-2013 κατασχετηρίου εγγράφου, που επιδόθηκε νόμιμα στην καθ' ης η ανακοπή στις 23-12-2013, με το οποίο κατέσχεσε στα χέρια αυτής, ως τρίτης, για λογαριασμό της προαναφερόμενης οφειλέτιδας, όσα αυτή (η καθ' ης η ανακοπή) οφείλει ή μέλλει να οφείλει στην οφειλέτιδα αυτού (ανακόπτοντος), μέχρι του ποσού των 128.721,98 ευρώ και ειδικότερα, καθόσον αφορά την κατασχεθείσα απαίτηση και την αιτία γέννησής της, αναφέρει ότι η καθ' ης η εκτέλεση ως άνω εταιρεία (οφειλέτρια) διατηρεί εμπορικές συναλλαγές με την καθ' ης η ανακοπή (αναιρεσίβλητη), όπως προκύπτει από τις καταστάσεις προμηθευτών-πελατών της και μάλιστα κατά το έτος 2011 πώλησε στην τελευταία προϊόντα αξίας 49.068,24 ευρώ, όπως επισημαίνεται και στο αναφερόμενο έγγραφο του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., γ) ότι η καθ' ης η ανακοπή προέβη στη με αριθ. 518/2013 δήλωση προς την Ειρηνοδίκη Άργους, που επιδόθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., με την οποία δηλώνει ότι αυτή (καθ' ης η ανακοπή-αναιρεσίβλητη) λειτουργεί με την ως άνω αναφερόμενη οφειλέτρια του αναναιρεσείοντος εταιρεία άτυπο εμπορικό αλληλόχρεο λογαριασμό με την ειδικότερη συμφωνία ότι όλες οι απαιτήσεις, που θα γεννιόνταν κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας, θα εισάγονταν σε ενιαίο λογαριασμό με τη μορφή των χρεοπιστώσεων, ώστε να χάνουν την αυτοτέλειά τους και να είναι απαιτητό μόνο το κατάλοιπο.
Ότι η ως άνω σύμβαση εξακολουθεί να είναι σε ισχύ και δεν έχει καταγγελθεί, με αποτέλεσμα, εφόσον δεν έχει προηγηθεί καταγγελία και κλείσιμο του λογαριασμού, να μην μπορεί να δημιουργηθεί αξίωση για την άμεση απαίτηση πληρωμής του καταλοίπου του αλληλοχρέου λογαριασμού, καθώς και ότι, ενόψει αυτών, και μέχρι την ύπαρξη τελεσίδικης δικαστικώς εκκαθαρισμένης απαίτησης σε βάρος της (αναιρεσίβλητης) αρνείται την οποιαδήποτε συντηρητική κατάσχεση, καθώς δεν υφίσταται πεδίο κατάσχεσης και δ) ότι η ως άνω δήλωση της καθ' ης τυγχάνει ανακριβής, ανειλικρινής και αόριστη και ως εκ τούτου δεν πληροί τις από το νόμο τασσόμενες προϋποθέσεις.
Περαιτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "...η από 13-2-2014 ανακοπή είναι μη νόμιμη, όσον αφορά το κύριο αίτημά της περί αναγνώρισης και καταβολής της όλης απαίτησης για την οποία έγινε η κατάσχεση, ήτοι του ποσού των 128.721,98 ευρώ, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής, η επικαλούμενη σε αυτό δυσμενής κύρωση του άρθρου 33 Κ.Ε.Δ.Ε., που συνίσταται στο ότι η τρίτη (καθ' ης) λογίζεται οφειλέτης της όλης απαίτησης, για την οποία έγινε η κατάσχεση, δεν εφαρμόζεται όταν έγινε με νομότυπη και εμπρόθεσμη δήλωση (όπως στην υπό κρίση περίπτωση, αφού η καθ' ης προέβη σε εμπρόθεσμη δήλωση κατά τον διαγραφόμενο στο άρθρο 32 τύπο, ήτοι ενώπιον του Ειρηνοδίκη της έδρας της εντός 8 ημερών από τις 23-12-2013, που της επιδόθηκε το κατασχετήριο έγγραφο της Δ.Ο.Υ. (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.), όπως επικαλείται στο δικόγραφο της ανακοπής το ανακόπτον), πλην όμως αυτή θεωρείται ως ανακριβής ή ανειλικρινής (όπως το ανακόπτον επικαλείται στην υπό κρίση ανακοπή του) οπότε και υπόκειται στην κατά το άρθρο 34 Κ.Ε.Δ.Ε.
ανακοπή.... Προκειμένου, όμως, να είναι ορισμένη η ανακοπή, στην τελευταία αυτή περίπτωση, θα πρέπει να αναφέρεται η αιτία της οφειλής της τρίτης, προς την καθ' ης η κατάσχεση, ήτοι τα παραγωγικά αυτής γεγονότα, αλλιώς το δικόγραφο της ανακοπής είναι αόριστο και η τελευταία απορριπτέα. Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, η υπό κρίση ανακοπή είναι αόριστη, διότι στο δικόγραφο της απλώς εκτίθεται όλως αορίστως ότι η καθ' ης η ανακοπή διατηρεί εμπορικές συναλλαγές με την οφειλέτρια του Δημοσίου εταιρεία και ότι μεταξύ τους καταρτίστηκαν αγοραπωλησίες επί πιστώσει του τιμήματος, χωρίς να αναφέρονται τα δικαιογόνα της κατασχεθείσας απαίτησης πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα δεν προσδιορίζεται με ποια παραγωγικά στοιχεία προήλθε η απαίτηση της οφειλέτριάς του εταιρείας σε βάρος της καθ' ης η ανακοπή, ποιο είναι το ποσό της υφιστάμενης οφειλόμενης απαίτησης καθώς και το ποσό της μέλλουσας απαίτησης της οφειλέτριας του ανακόπτοντος εταιρείας, ΑΦΟΙ Π.
ΑΒΕΕ, σε βάρος της καθ' ης η ανακοπή, καθόσον μόνο η αναφορά στην ανακοπή ότι κατέσχεσε στα χέρια της καθ' ης, ως τρίτης, βάσει των διατάξεων των άρθρων 30 επ. ΚΕΔΕ, όσα αυτή οφείλει ή θα οφείλει μελλοντικά προς την οφειλέτρια του Ελληνικού Δημοσίου ΑΦΟΙ Π. ΑΒΕΕ, μέχρι του ποσού των 128.721,98 ευρώ, που η τελευταία οφείλει στο ανακόπτον, δεν καθιστά ορισμένη την ανακοπή, αφού ούτε η καθ' ης μπορεί να προβεί σε νομότυπη και ακριβή δήλωση, ούτε το ανακόπτον να αποδείξει την ύπαρξη της κατασχεθείσας απαίτησης.
Σημειώνεται δε ότι η τρίτη καθ' ης η ανακοπή με την ως άνω αρνητική, και κατά τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος, δήλωσή της αμφισβήτησε την ύπαρξη και το ύψος της σε βάρος της απαίτησης της οφειλέτριας του ανακόπτοντος εταιρείας, αφού επικαλέστηκε τη μεταξύ αυτών ύπαρξη άτυπου αλληλόχρεου λογαριασμού, που δεν έχει καταγγελθεί, ώστε να προκύπτει το κατάλοιπο αυτού και ως εκ τούτου δε γνωρίζει εάν υφίσταται και σε ποιο ύψος απαίτηση σε βάρος της.
Επομένως, η ανακοπή, όσον αφορά το επικουρικό αίτημα περί αναγνώρισης και καταβολής από την καθ' ης του ποσού που οφείλει ή μέλλει να οφείλει στην οφειλέτρια του ανακόπτοντος εταιρεία ΑΦΟΙ Π. ΑΒΕΕ, χωρίς να εκτίθεται ούτε καν ποιο είναι το ποσό αυτό της οφειλόμενης απαίτησης, είναι απορριπτέα ως αόριστη.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αντικείμενο της ανακοπής είναι η έναντι της τρίτης καθ' ης απαίτηση της καθ' ης η κατάσχεση οφειλέτριας του Δημοσίου ΑΦΟΙ Π. ΑΒΕΕ, ήτοι το αν αυτή (τρίτη καθ' ης) οφείλει και ποιο ποσό στην ως άνω οφειλέτρια του κατασχόντος δανειστή Ελληνικού Δημοσίου. Κατά συνέπεια, για τους ως άνω λόγους, έπρεπε να απορριφθεί η ανακοπή στο σύνολο της, ήτοι ως μη νόμιμη, όσον αφορά το κύριο αίτημά της, και ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, όσον αφορά το επικουρικό αίτημά της.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε παραδεκτή και νομικά και ουσιαστικά βάσιμη την ανακοπή, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και ο σχετικός δεύτερος λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος". Με βάση δε τα παραπάνω το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση και εκδίκασε την ανακοπή, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη, όσον αφορά το κύριο αίτημά της και ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, κατά το επικουρικό της αίτημα.
Ήδη δε με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ, δεχόμενο ότι η ένδικη ανακοπή κατά το κύριο αίτημά της στηριζόταν στην επίκληση των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ, ενώ στην πραγματικότητα αντικείμενο αυτής ήταν η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 34 ΚΕΔΕ, 985 και 986 ΚΠολΔ ανακοπή για το ότι η ως άνω δήλωση της καθ' ης τυγχάνει ανακριβής, ανειλικρινής και αόριστη.
Επίσης, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ανακοπή του κατά το αναφερόμενο δεύτερο επικουρικό αίτημά της, ενώ η περιγραφή σ' αυτήν της απαίτησης της οφειλέτιδος αυτού (αναιρεσείοντος) ήταν επαρκής, εφόσον προσδιοριζόταν η αιτία αυτής, χωρίς να απαιτείται η αναφορά συγκεκριμένου ποσού, αρκούσης της μνείας ότι επιβάλλεται κατάσχεση μέχρι του ποσού της απαίτησης αυτού ύψους 128.721,98 ευρώ.
Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο όμως η πιο πάνω ανακοπή είναι σαφές ότι δεν έχει ως κύριο αίτημά της την αναγνώριση και καταβολή της όλης απαίτησης για την οποία έγινε η κατάσχεση και συγκεκριμένα του ποσού των 128.721,98 ευρώ, με βάση τη δυσμενή κύρωση του άρθρου 33 ΚΕΔΕ και ως επικουρικό της αίτημα την αναγνώριση της καταβολής από την αναιρεσίβλητη του ποσού που οφείλει ή μέλλει να οφείλει στην οφειλέτρια του αναιρεσείοντος εταιρεία "ΑΦΟΙ Π.
ΑΒΕΕ", όπως εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο. Αντίθετα από το όλο περιεχόμενο της ένδικης ανακοπής προς ακύρωση της ως άνω δήλωσης της αναιρεσίβλητης ως τρίτης με βάση την επικαλούμενη ανειλικρίνεια, ανακρίβεια και αοριστία αυτής, συνάγεται ότι αυτή θεμελιώνεται, εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 30 επ του ΚΕΔΕ, και σ' αυτές των άρθρων 34 και 89 του ίδιου Κώδικα, καθώς και σ' εκείνες των άρθρων 985, 986, 990 ΚΠολΔ, έχει δε ως μόνο της αίτημα την αναγνώριση της ανειλικρίνειας (ανακρίβειας) αυτής και ως εκ τούτου και της ύπαρξης της κατασχεμένης απαίτησης, δηλαδή την αναγνώριση του αναιρεσείοντος ως δικαιούχου αυτής και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή μέρους αυτού ως αποζημίωση για τη σχετική ισόποση ζημία αυτού.
Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Ο ίδιος λόγος κατά το ως άνω δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης ως προς την κρίση της για το εν λόγω ζήτημα, είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι το Εφετείο απέρριψε την ανακοπή κατά το μέρος αυτό ως μη νόμιμη.
Περαιτέρω, η ένδικη ανακοπή δεν ήταν αόριστη, αφού, εκτός από τη δικαιογόνο αιτία (πώληση) περιέχει και τα θεμελιωτικά της κατασχεμένης απαίτησης περιστατικά, δηλαδή τα παραγωγικά αυτής γεγονότα και συγκεκριμένα ότι μεταξύ της καθ' ης η εκτέλεση και της καθ' ης η κατάσχεση (αναιρεσίβλητης) καταρτίστηκαν οι αναφερόμενες συμβάσεις πώλησης, που το έτος 2011 είχαν ως αντικείμενο προϊόντα αξίας 49.068,24 ευρώ και ως εκ τούτου περιέχει τα ως άνω απαιτούμενα στοιχεία και ειδικότερα το αντικείμενο της πώλησης, το τίμημα και τη σχετική συμφωνία των μερών, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται επακριβώς το ποσό της σχετικής απαίτησης.
Επιπλέον, και καθ' όσον αφορά στην ως άνω κατασχεθείσα μέλλουσα απαίτηση της οφειλέτριας του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο στο δικόγραφο της ένδικης ανακοπής η έννομη σχέση (πώληση) από την οποία ως δικαιογόνο αιτία θα προκύψει η μέλλουσα χρηματική απαίτηση, έστω και αν δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς κατά ποσό.
Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ανακοπή κατά το ως άνω αναφερόμενο σαν επικουρικό αίτημά της, ενώ αυτή ήταν ορισμένη και νόμιμη και είχε το προαναφερόμενο ενιαίο αίτημα. Επομένως, είναι βάσιμος και ο από τον αριθ. 1 κατ' εκτίμηση (και όχι από τον αριθ. 8) και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικός δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου αναίρεσης που αφορά στη διάταξη περί δικαστικών εξόδων της προσβαλλόμενης απόφασης, συνεπεία της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των ως άνω γενόμενων δεκτών, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ.
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της, στα όρια όμως του άρθρ. 22 του ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 157/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, συγκροτούμενο από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ