Legislator Case Law & Legislation
666/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against municipal court dismissal due to failure to apply statute of limitations suspension against public entity.

Case Number 666/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the first ground of appeal against a municipal court decision dismissing a claim for damages against a municipality. The appellant argued the lower court failed to apply the suspension of the statute of limitations for claims against public bodies, despite valid evidence presented. The court ruled this legal error justified overturning the dismissal and remanding the case for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 93(a) of Law 2362/1995; Article 560(1) of the Code of Civil Procedure: The failure of a court to apply the suspension of the statute of limitations for claims against public entities constitutes a ground for appeal that warrants the annulment of the contested decision.

Keywords

AI generated
statute of limitations suspension public entity liability annulment of decision municipal court error civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 93(a) of Law 2362/1995
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 570(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281(1) of Law 3463/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 666 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 666/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νούλα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ... που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κάκαλη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/9/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σιάτιστας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/6/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 6/11/2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμ.89/2011 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, το οποίο, δικάζοντας επί της από 28-12-2009 έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της 23/2009 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Σιάτιστας, που είχε δεχτεί εν μέρει την από 28-9-2008 αγωγή αποζημίωσης του αναιρεσείοντος και υποχρέωσε τον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο Δήμο να του καταβάλλει νομιμοτόκως το ποσό των 9.630,71 ευρώ, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κατά παραδοχή της προαναφερόμενης έφεσης, απέρριψε την ανωτέρω αγωγή ως παραγεγραμμένη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ), οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αναιρεσίβλητου Δήμου, που περιέχονται στις κατατεθείσες την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 6-3-2017 έγγραφες προτάσεις του, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, λόγω εκπρόθεσμης υποβολής τους, κατ’ αρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1099 του ΑΚ, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρα 914 επ. 297, 298 ΑΚ). Ειδικότερα, κτήση της νομής με παράνομη πράξη αποτελεί κάθε ενέργεια εναντίον της θέλησης του κυρίου (άρθ. 984 παρ. 1 του Α.Κ.), με την οποία συντελείται η αφαίρεση της νομής του, ανεξάρτητα αν ο αφαιρέσας τελεί ή όχι σε καλή πίστη και αν η ενέργεια, με την οποία συντελέσθηκε η παράνομη κτήση, αποτελεί ή όχι αξιόποινη πράξη.

Η παρεχόμενη από την ως άνω διάταξη αγωγή δεν έχει ως θεμέλιο τη βλάβη της νομής του ενάγοντος, αλλά απορρέει από το δικαίωμα της κυριότητάς του. Όπως δε συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι εκτός της υπαιτιότητας του υπόχρεου, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας." Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη, αντιβαίνουσα σε απαγορευτική διάταξη νόμου, όπως επί προσβολής του απόλυτου δικαιώματος της κυριότητας (άρθρο 1000 του ΑΚ) ή στο όλο πνεύμα του δικαίου και τις επιταγές της έννομης τάξης και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος, που υπέπεσε στην παράλειψη .

ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 599/2013, ΑΠ 822/2014). Εξάλλου, ο v. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών ..." (ΦΕΚ Α’ 247), ο οποίος άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο 119 αυτού, από 1.1.1996, ορίζει, ως προς την παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, επαναλαμβάνοντας κατ’ αρχήν παρόμοιες ρυθμίσεις, που περιείχε ο ν.δ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" στο άρθρο 90 παρ.1: "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής", στο άρθρο 91: "Η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής....." στο άρθρο 92: "Οι περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 του Αστικού Κώδικα, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, εφαρμόζονται και επί απαιτήσεων κατά του Δημοσίου....." στο άρθρο 93: "Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο :

α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ..., οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ... β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.

Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δεύτερης αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή, γ...." και στο άρθρο 94 εδάφιο δ’ ότι: "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια". Από τις ως άνω διατάξεις του ν.2362/1995, που εφαρμόζονται αναλόγως και στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 παρ.1 του ν.δ.496/1974, 3 του ν.31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ.410/1995 και ισχύσαντος μέχρι 31-12-2006 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρίσιμου εδώ χρόνου), εφόσον οι προς αυτούς προστατευτικές διατάξεις δεν είναι ευνοϊκότερες, προκύπτει ότι παραγράφεται υπέρ του Δημοσίου ή των ΟΤΑ, κάθε ενοχικό χρέος τούτων μετά παρέλευση πέντε ετών αφότου γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι νομικώς δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ, ο οποίος έχει γενική εφαρμογή, ανεξάρτητα από το χρόνο, κατά τον οποίο, αν πρόκειται για αξίωση από αδικοπραξία, αυτός που ζημιώθηκε έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου.

Οι ανωτέρω ρυθμίσεις, που εισάγονται με τις προαναφερόμενες διατάξεις, είναι ειδικές ως προς την παραγραφή των ενοχικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου ή των ΟΤΑ, (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και εκείνες που πηγάζουν από αδικοπραξία), με βάση τις οποίες, είτε πρόκειται γι’ αυτές του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995, είτε γι’ αυτές του άρθρου 91 παρ. 1 του Ν.

δ/τος 321/1969, σε καμία περίπτωση ο χρόνος παραγραφής, κατά τη νομοθετική βούληση που εκφράστηκε σαφώς, δεν μπορούσε να υπερβαίνει την πενταετία (με αφετηρία το χρονικό σημείο που προαναφέρθηκε), ενώ ο χρόνος αυτός θα κινδύνευε να επεκταθεί σε εικοσαετία, αν η αφετηρία μετακινείτο στο χρόνο γνώσης από τον παθόντα της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου, όπως ορίζει το άρθρο 937 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 33/1988).

Περαιτέρω, κατά την αληθινή έννοια της διάταξης του άρθρου 93 περ.α’ του ν.2362/1995, στις χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου ή των ΟΤΑ επέρχεται διακοπή της παραγραφής, όχι μόνο όταν εισαχθεί στο δικαστήριο η διαφορά που αφορά την ικανοποίηση της αξίωσης, αλλά και όταν άλλο δικαστήριο, κρίνοντας για διαφορετικό αντικείμενο, επιλύει αρμοδίως ζήτημα που αποτελεί τη βάση ή προϋπόθεση της αξίωσης, ή η παρεμπίπτουσα έρευνα του οποίου θα ήταν αναγκαία για να επιλυθεί η διαφορά που αναφέρεται στην αξίωση (Ολ.ΑΠ 1327/1986), υπό την προϋπόθεση ότι στις δύο δίκες υπάρχει ταυτότητα διαδίκων, καθόσον η υποβολή της υποθέσεως στο αρμόδιο δικαστήριο αποτελεί διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, όταν ασκείται από τον δανειστή κατά του οφειλέτη της ένδικης αξιώσεως (ΑΠ 1704/2013).

Εάν λοιπόν η διαφορά που υποβλήθηκε, προηγουμένως στο δικαστήριο συνίστατο στην επίλυση του ζητήματος της κυριότητας επί ακινήτου, εκείνη δε που εισήχθηκε στη συνέχεια στο δικαστήριο αναφέρεται σε αποζημίωση ένεκα παράνομης και, υπαίτιας κατάληψης του ακινήτου από τα όργανα του Δημοσίου ή του ΟΤΑ και οι δύο διαφορές έχουν κοινό ζήτημα την κυριότητα του ακινήτου και, συνεπώς, με την υποβολή της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο διακόπτεται η παραγραφή της αξίωσης για αποζημίωση που ασκείται στη συνέχεια. (ΑΠ 599/2013).

Επίσης με βάση τη διάταξη του άρθρου 93 περ.β’ του ν.2362/1995, η ως άνω πενταετής παραγραφή μπορεί να διακοπεί και σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της αγωγής, με την υποβολή αίτησης προς την αρμοδία αρχή για πληρωμή της ιδίας με την αγωγή κατά περιεχόμενο και αίτημα απαίτησης (ΑΠ 187/2009), η οποία ουδόλως αποκλείεται να λάβει χώρα με επίδοση της σχετικής αίτησης με δικαστικό επιμελητή.

Μάλιστα, δεν απαιτείται ο προσδιορισμός στην αίτηση συγκεκριμένου ποσού ή η λεπτομερής αναφορά των περιστατικών που τον θεμελιώνουν, αρκούντος του καθορισμού των στοιχείων που προσδιορίζουν τη ταυτότητα της συγκεκριμένης απαίτησης και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις (ΑΠ 1728/2010). Εάν λάβει χώρα υποβολή της ανωτέρω αίτησης και παραλείψει η διοίκηση να απαντήσει, νέα ισόχρονη παραγραφή αρχίζει από της επομένης της συμπληρώσεως εξαμήνου από την υποβολή της αίτησης (ΑΠ 879/2017).

Τέλος, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 2362/1995, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 261 του ΑΚ, 106 και 262 του ΚΠολΔ, συνάγεται σαφώς, ότι η παραγραφή αξιώσεως κατά του Δημοσίου ή των ΟΤΑ λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους αναφερόμενους στο άνω άρθρο 93 του Ν. 2362/1995 τρόπους, μεταξύ των οποίων και η υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο, ή αιτήσεως προς την αρμόδια δημόσια αρχή για την πληρωμή της ίδιας με την αγωγή απαιτήσεως, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 11/2003, ΑΠ 593/2015).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων με την από 28-9-2008 (αριθμ.καταθ....10-2008) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σιάτιστας, αγωγή του κατά του ήδη αναιρεσίβλητου ..., ανέφερε ότι στις 25-5-2001 ο εναγόμενος διά του νομίμου εκπροσώπου του εκμίσθωσε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Cosmote ΑΕ" αυθαίρετα και παράνομα τμήμα εκτάσεως 500 τμ του λεπτομερώς περιγραφόμενου κατά θέση, έκταση και όρια αγροτεμαχίου ιδιοκτησίας του, κείμενου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ...

του Δ. Δ Παλαιοκάστρου του ..., αν και γνώριζε ή έστω από βαριά αμέλεια αγνοούσε, ότι τούτο δεν ανήκε στην ιδιωτική του περιουσία ούτε αποτελούσε δημοτική ή δημόσια έκταση αλλά ανήκε στο ίδιο (ενάγοντα). Μάλιστα από τις 29-10-2001 του είχε γνωστοποιήσει με εξώδικη δήλωση ότι αυτό του ανήκει δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...-10-2001 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πενταλόφου Κοζάνης Ε.

Π., νομίμως μεταγραμμένου στα οικεία βιβλία του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου, πλην, όμως, ο εναγόμενος παραχωρώντας το τμήμα αυτό του ακινήτου στη μισθώτρια εταιρία, τον απέβαλε παρά τη θέλησή του από τη νομή του, που είχε παραδώσει σε αυτόν προφορικά η δικαιοπάροχος του από τον Ιανουάριο του 2001. Ότι παράλληλα στράφηκε με αναγνωριστική αγωγή εναντίον του εναγομένου ...

ζητώντας να αναγνωρισθεί κύριος του παρανόμως εκμισθωμένου από τον αντίδικο ακινήτου του και με την υπ’ αρίθμ. 137/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, αναγνωρίσθηκε ως αποκλειστικός κύριος νομέας και κάτοχος του επιδίκου παρανόμως εκμισθωμένου ακινήτου, ενώ η διαφορά εκδικάσθηκε τελεσίδικα από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών, το οποίο εξέδωσε την υπ’ αρίθμ. 26/2007 απόφαση του, που επικύρωσε την πρωτόδικη υπ’ αρίθμ. 137/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, πλήν όμως μέχρι την έκδοση της τελεσίδικης υπ’ αρίθμ. 26/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών επί της εφέσεως που άσκησε ο εναγόμενος, αυτός εισέπραξε παρανόμως, χωρίς νόμιμη αιτία και σε βάρος της περιουσίας του από την καλόπιστη τρίτη μισθώτρια του ακινήτου του "...", σύμφωνα με την μεταξύ τους παράνομη μισθωτική σχέση, το ποσό των 9.130,71 ευρώ για τα μισθωτικά έτη 2001-2002, 2002-2003 και 2003-2004.

Ισχυριζόμενος περαιτέρω ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του, ότι από την περιγραφόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου Δήμου προκλήθηκε σε αυτόν και η επικαλούμενη ηθική βλάβη, ζήτησε με αυτή να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον ο εναγόμενος κατέστη χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του:

α) τα ποσά, που εισέπραξε ως μισθώματα για τα μισθωτικά έτη 2001- 2002, 2002-2003 και 2003-2004, ύψους 9.130,71 ευρώ συνολικά, ήτοι 2.934,70€, 3.046,22€ και 3.149,79€, αντίστοιχα, τα οποία μετά βεβαιότητας και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε ο ίδιος, εκμισθώνοντας το ακίνητο του στην ως άνω ανώνυμη εταιρία κινητής τηλεφωνίας, η οποία είχε επιλέξει το συγκεκριμένο ακίνητο, για να εγκαταστήσει κεραία κινητής τηλεφωνίας, νομιμότοκα το μεν πρώτο από 5-6-2001, άλλως από την επίδοση της αγωγής, το δεύτερο από 5-6- 2002, άλλως από την ημερομηνία που θα πρόεκυπτε από τις αποδείξεις ότι ο εναγόμενος το εισέπραξε, άλλως από τις 31-12-2002, άλλως από την επίδοση της αγωγής και το τρίτο από 5-6-2003, άλλως από την ημερομηνία που θα πρόεκυπτε από τις αποδείξεις ότι ο εναγόμενος το εισέπραξε, άλλως από τις 31-12-2003 ή άλλως από την επίδοση της αγωγής και (β) ποσό 2.000€ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από τις πολυετείς δικαστικές διαμάχες και το άγχος συνεπεία της στέρησης του δικαιώματος ελεύθερης διάθεσης της περιουσίας του.

Η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή, ως προς την κύρια περί αδικοπραξίας βάση της, με την 23/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σιάτιστας, το οποίο, αφού απέρριψε, μεταξύ άλλων την προβληθείσα από τον εναγόμενο Δήμο ένσταση πενταετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσης, υποχρέωσε τον τελευταίο να καταβάλλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 9630,71 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφλησή του.

Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος αναιρεσίβλητος Δήμος άσκησε την από 28-12-2009 έφεσή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, ο δε ενάγων - αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου των από 18-5-2011 εγγράφων προτάσεών του, που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την19-5-2011, προς απόκρουση του σχετικού με την παραγραφή των ένδικων αξιώσεων λόγου έφεσης, προέβαλε παραδεκτά ως εφεσίβλητος, σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ.1 ΚΠολΔ, την αντένσταση διακοπής της παραγραφής τους με την άσκηση της προηγούμενης περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο αγωγής του, την εκδοθείσα επί αυτής 137/2004 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Γρεβενών και κατόπιν εφέσεως κατά της τελευταίας, με την 26/2007 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, η οποία κατόπιν ασκηθείσα από τον αντίδικό του Δήμο αναιρέσεως, κατέστη αμετάκλητη με την 210/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, Δικάζοντας δε ως εφετείο, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης την προαναφερόμενη έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου κατά της 23/2009 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Σιάτιστας, δέχτηκε, πλήν άλλων, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του και τα εξής: "Δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...-10-2001 συμβολαίου δωρεάς της συμβολαιογράφου Πενταλόφου Κοζάνης Ε.

Π., νομίμως μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γρεβενών στον τόμο 867 και με αριθμό 13, ο ενάγων κατέστη αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγροτεμαχίου συνολικής έκτασης 1.997,53 τμ, κείμενου στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής ... του Δημοτικού Διαμερίσματος Παλαιοκάστρου του ...

Ν. Κοζάνης. Ήδη από τον Ιανουάριο του έτους 2001 ο ενάγων βρίσκονταν στην κατοχή και νομή του ως άνω ακινήτου, αφού έκτοτε του το είχε παραχωρήσει προφορικά η δικαιοπάροχος γιαγιά του, Α. συζ. Γ. Κ.. Το δικαίωμα κυριότητας του επί του ως άνω ακινήτου, το οποίο αμφισβητήθηκε από το εναγόμενο, αναγνωρίστηκε τελεσίδικα με την υπ’ αριθμ. 26/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, επί αναγνωριστικής της κυριότητάς του αγωγής κατά του εναγόμενου, η οποία ήδη κατέστη αμετάκλητη, με την έκδοση της υπ’ αριθμ. 210/2011 απόφασης του Αρείου Πάγου, η οποία δεν προσκομίζεται, πλην, όμως, όπως αναφέρει ο ενάγων στις κατατεθείσες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις του, απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης, και το γεγονός αυτό δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο, ώστε να καθίσταται άνευ αντικειμένου η αναβολή της παρούσας συζήτησης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 249 ΚΠολΔ, προκειμένου να λυθεί αμετάκλητα το ζήτημα κυριότητας επί του ως άνω ακινήτου, όπως αιτείται ο εναγόμενος.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τη συνεδρίαση της 28ης-3-2001 το Δημοτικό Συμβούλιο του εναγόμενου αποφάσισε με την υπ’ αριθμ. …2001 απόφαση του την εκμίσθωση μίας έκτασης 500 τμ από το παραπάνω ακίνητο ιδιοκτησίας του ενάγοντος στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία", προκειμένου να εγκαταστήσει αυτή πυλώνες, ιστούς (κεραίες) και να κατασκευάσει οικίσκο για τη στέγαση μηχανημάτων σταθμών επικοινωνίας και δομικής κατασκευής.

Πράγματι, στις 25-5-2001 υπογράφηκε μεταξύ του εναγόμενου και της ως άνω ανώνυμης εταιρίας μισθωτήριο συμβόλαιο εννεαετούς διάρκειας, αρχομένης από 25-5-2011, το, δε, ετήσιο μίσθωμα συμφωνήθηκε για το πρώτο μισθωτικό έτος στο ποσό των 1.000.000 δρχ και ήδη 2.934,70€, πλέον χαρτοσήμου, το οποίο για τα επόμενα έτη θα αναπροσαρμόζονταν κατά 100% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτός θα καθορίζονταν από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, ώστε για το δεύτερο μισθωτικό έτος ανήλθε στο ποσό των 3.046,22€ και για το τρίτο στο ποσό των 3.149,79€.

Στην ενέργεια του αυτή, ήτοι στη σύναψη της σύμβασης μίσθωσης, ο εναγόμενος προέβη διά των νομίμων εκπροσώπων του αυθαίρετα (χωρίς τη θέληση του ενάγοντος) και παράνομα, αποβάλλοντας τον ενάγοντα από τη νομή και κατοχή του τμήματος του ως άνω ακινήτου του, κάνοντας ουσιαστικά αυθαίρετη χρήση του και αποστερώντας αυτόν (ενάγοντα) από τη δυνατότητα κάρπωσης και εκμετάλλευσής του κατά το ως άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα.

Μάλιστα, ο εναγόμενος Δήμος, παρά το ότι του κοινοποιήθηκε στις 6-11-2001 η από 29-10-2001 εξώδικη δήλωση του ενάγοντος (βλ. την υπ’ αριθμ. .../6-11-2001 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κοζάνης Β. Τ. Κ.), με την οποία αυτός δήλωνε ότι ήδη ένα μήνα περίπου πριν [από τη σύνταξη του εξωδίκου, ήτοι στις 29-9-2001] είχε πληροφορηθεί την επίδικη μίσθωση και την εγκατάσταση της μισθώτριας εντός του ακινήτου του, δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια, προκειμένου να άρει τις συνέπειες της άδικης πράξης του.

Το ότι ενδεχομένως κατά το χρόνο είτε σύναψης της μίσθωσης είτε μεταγενέστερα τα όργανα του εναγόμενου τελούσαν σε καλή πίστη ως προς το δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου, δεν αναιρεί την όποια ευθύνη τους ούτε το παράνομο ή αυθαίρετο της ενέργειας τους, αφού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1099 ΑΚ η καλή ή η κακή πίστη του νομέα είναι αδιάφορη για τη θεμελίωση της αποζημιωτικής αξίωσης.

Η, δε, συμπεριφορά των οργάνων του εναγόμενου ήταν υπαίτια, αφού αυτοί δεν κατέβαλλαν την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, καθόσον, παρόλο που δεν είχαν οποιοδήποτε τίτλο ιδιοκτησίας για το επίδικο και ενώ ήδη είχε τους καταστήσει γνωστό ο ενάγων ότι το συγκεκριμένο ακίνητο ανήκε στην ιδιοκτησία του, συνέχισαν να εισπράττουν τα μισθώματα από τη μισθώτρια εταιρία, χωρίς να προβούν σε καμία ενέργεια για να επιλύσουν το ζήτημα κυριότητας του επιδίκου, περιορίστηκαν, δε, μόνο στην απόκρουση της σε βάρος τους ασκηθείσας αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής.

Από την παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά των οργάνων του εναγόμενου ο ενάγων ζημιώθηκε κατά το ποσό των 9.130,71€, που αντιστοιχεί στα ετήσια μισθώματα των τριών μισθωτικών ετών, εκ του οποίου ποσό 2.934,70€ αντιστοιχεί στο μίσθωμα για το έτος 2001-2002, ποσό 3.046,22€ αντιστοιχεί στο μίσθωμα για το έτος 2002-2003 και ποσό 3.149,79€ αντιστοιχεί στο μίσθωμα για το έτος 2003-2004, ποσά τα οποία ο ενάγων με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε από την μισθώτρια εταιρία κινητής τηλεφωνίας, αφού αυτή συνήψε την ως άνω σύμβαση μίσθωσης αποβλέποντας στο επίδικο ακίνητο, το οποίο λόγω της τοποθεσίας του θα προσέφερε μεγαλύτερη κάλυψη του δικτύου της, και όχι στο πρόσωπο του αντισυμβαλλομένου της.

Ωστόσο, τόσο η αξίωση αυτή του ενάγοντος στο σύνολο της όσο και αυτή της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. ι του Ν. 2362/1995 πενταετή παραγραφή, η οποία κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 του Ν.Δ 31/1968 ισχύει και για τις αξιώσεις κατά των ΟΤΑ. Ειδικότερα, οι ενοχικές αξιώσεις του ενάγοντος κατά του εναγόμενου Δήμου πηγάζουσες από αδικοπραξία γεννήθηκαν εντός του έτους 2001, αφού τότε ο εναγόμενος διά των οργάνων του ενεργώντας παράνομα και υπαίτια ζημίωσε τον ενάγοντα, τότε, δε, κατέστη δυνατή και η δικαστική τους επιδίωξη, ενώ, ......είναι αδιάφορο πότε ο ενάγων έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου, αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση ο χρόνος αυτός ταυτίζεται με το χρόνο γέννησης της αξίωσης, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο.

Από το τέλος, δε, του έτους 2001, εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη των αξιώσεων, ήτοι από 1-1- 2002 μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (6-10-2008) (βλ. την υπ’ αριθμ. ...10-2008 έκθεση κατάθεσης της αγωγής) παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της πενταετίας, ώστε οι αγωγικές αξιώσεις να έχουν υποκύψει στην ως άνω πενταετή παραγραφή.

Μάλιστα, οι ενοχικές αποζημιωτικές αξιώσεις του ενάγοντος για το σύνολο των τριών μισθωτικών ετών γεννήθηκαν εντός του έτους 2001, καθόσον από τότε η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων του εναγόμενου άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, ενώ από τότε ο ενάγων είχε ήδη πληροφορηθεί τόσα περιστατικά, ώστε βάσει αυτών θα μπορούσε να εγείρει την υπό κρίση αγωγή εναντίον του εναγόμενου και για τη μέλλουσα ζημία, δηλαδή για εκείνη που αντιστοιχούσε στα διαφυγόντα κέρδη των επόμενων μισθωτικών ετών, αφού αυτός, όπως και ο ίδιος συνομολογεί στην αγωγή του, είχε λάβει γνώση της σύμβασης μίσθωσης και των όρων της, ενώ ήδη από τότε είχε συντελεσθεί και η ηθική του βλάβη χωρίς να ασκεί επιρροή το πόσο χρόνο διήρκησε η προσβολή της, αφού κρίσιμο εν - προκειμένω είναι μόνο η γέννηση της αξίωσης" Θα πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί αναστολής της παραγραφής, καθόσον αφενός εκκρεμούσε η δικαστική διάγνωση του δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου και αφετέρου βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με τα όργανα του εναγόμενου για την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, δεν μπορεί να θεμελιώσει τη σχετική αντένταση κατ’ άρθρο 92 του ως άνω νόμου, καθόσον η επίκληση των ως άνω πραγματικών περιστατικών δεν δύναται να πληρώσει το πραγματικό καμίας από τις δύο περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις αναστολής και ειδικότερα εκείνης της ανώτερης βίας, που να τον εμπόδισε να ασκήσει τις αγωγικές του αξιώσεις.

Ειδικότερα, μόνο τα γεγονότα αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν σαν απρόβλεπτα και μη δυνάμενα να αποτραπούν ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης εξαιτίας των οποίων κατέστη ανέφικτο στο ενάγοντα να προβεί (ο ίδιος ή δι’ άλλου προσώπου) στη διεκδίκηση των ενοχικών του αξιώσεων παρά την εκ μέρους του καταβολή πρόνοιας επιμελούς ανθρώπου.

Ομοίως, απορριπτέος τυγχάνει και ο αρνητικός των θεμελιωτικών της ένστασης παραγραφής πραγματικών περιστατικών ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη των αξιώσεών του για το λόγο ότι εκκρεμούσε η αμετάκλητη εκδίκαση της αναγνωριστικής της κυριότητάς του επί του επιδίκου αγωγής σε βάρος του εναγόμενου, αφού δεν αποκλείεται η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης και συνακόλουθα η έναρξη του χρόνου της παραγραφής από μόνο το γεγονός ότι εκκρεμούσε άλλη προηγούμενη δίκη που δεν είχε περατωθεί, στην οποία τέθηκε το ζήτημα της κυριότητας, το οποίο συναπάρτιζε τη βάση των επίδικων ενοχικών αξιώσεων του ενάγοντος κατά του ιδίου εναγόμενου......Εξάλλου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ένσταση παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 94 εδ.

γ’ του ν. 2362/1995 λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, ώστε να παρέλκει η εξέταση του ζητήματος του παραδεκτού της προβολής της από το εναγόμενο τόσο με την προσθήκη των προτάσεων του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και της επαναφοράς της με το δικόγραφο της υπό κρίση έφεσης. Επομένως, η εκκαλουμένη, η οποία έκανε δεκτή και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα την αγωγή απορρίπτοντας ως αόριστη την ένσταση παραγραφής, και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 9.630,71€ ως αποζημίωση για την αποθετική και μη περιουσιακή του ζημία, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και επομένως πρέπει, δεκτού γενομένου και ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί, να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη δεκτής γενομένης αντίστοιχα της ένστασης παραγραφής." Από τις παραδοχές όμως αυτές προκύπτει, ότι το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης, ενώ έλαβε υπόψη την προηγουμένως ασκηθείσα αναγνωριστική της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο αγωγής του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου Δήμου και τις επί αυτής εκδοθείσες, πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής του, αποφάσεις, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων, παρέλειψε να εφαρμόσει τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 93 περ.α’ του ν.2362/1995 περί διακοπής της παραγραφής απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, που εφαρμόζονται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αν και συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας δεδομένου του ότι ο αναιρεσείων με τις έγγραφες ενώπιον αυτού προτάσεις του είχε παραδεκτά προβάλλει, ως εφεσίβλητος, τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση της αντένστασης διακοπής της παραγραφής των επίδικων αξιώσεών του περιστατικά, τα οποία, επίσης, καθ’ υποφορά περιέχονται και στο εισαγωγικό δικόγραφο της ένδικης αγωγής του.

Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω νομική πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Συνακόλουθα τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης.

Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όμως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν.4139/2013. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτόν με τα παράβολα του Δημοσίου, όπως αυτά αναφέρονται στην υπ’ αριθμ,....6-2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Πρωτοδικείου Κοζάνης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου Δήμου λόγω της ήττας του, κατά το σχετικό περί τούτου νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 281 παρ.1 ν.3463/2006 "Κύρωση Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων"), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ.89/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτόν.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Δήμο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ