Legislator Case Law & Legislation
666/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis regarding contract and tort liability grounds.

Case Number 666/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court failed to properly address their claims regarding a contract of mandate and tortious conduct involving an alleged Swiss investment company. The court rejected these arguments, finding that the appellants' submissions did not independently undermine the original claims of contract and tort liability which the appellate court had already found unsubstantiated.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19 and 11γ of the Code of Civil Procedure; The appeal for lack of legal basis is inadmissible when the contested decision explicitly states that all evidence presented by the parties was considered, and the new arguments do not independently affect the substantive grounds of the original claims.

Keywords

AI generated
appeal for lack of legal basis contract of mandate tortious liability evidence consideration independent legal ground Code of Civil Procedure substantive review

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 11γ of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 666 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 666/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Κ. του Θ., 2 Α. συζ. Α. Κ. το γένος Γ. Γ., 3 Ε. Κ. του Α. και 4 Γ. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ελευθεριάδη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζ. Τ. Κ. το γένος Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κωστή

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Ιανουαρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16977/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 535/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25 Απριλίου 2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 2 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 1217/2008).

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά.

Στην προκειμένη περίπτωση προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η απόφαση 535/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της καταψηφιστικής σε βάρος της απόφασης 16977/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και, αφού εξαφανίστηκε η τελευταία απόφαση, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή των αναιρεσειόντων.

Με την αγωγή αυτή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι ότι κατήρτισαν με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη σύμβαση εντολής, με την οποία η τελευταία ανέλαβε, ως εντολοδόχος, την υποχρέωση να τους υποδείξει προσοδοφόρες ευκαιρίες για την επένδυση των χρημάτων τους και να τους παρέχει συμβουλευτική υποστήριξη και ενημέρωση για την πορεία των επενδύσεών τους, ότι ύστερα από υπόδειξη εκείνης κατήρτισαν σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου με την αναφερόμενη στην αγωγή αλλοδαπή χρηματιστηριακή εταιρία, ότι η εταιρία αυτή πραγματοποίησε για λογαριασμό τους ριψοκίνδυνες χρηματιστηριακές συναλλαγές, με συνέπεια να υποστούν, λόγω μείωσης των κεφαλαίων τους, ζημία, για την οποία ενέχεται απέναντι τους η εναγομένη, από τη σύμβαση της εντολής, διότι κατά παράβαση της εντολής αυτής δεν φρόντισε να υποδείξει στην αλλοδαπή χρηματιστηριακή εταιρία να επενδυθούν τα χρήματα τους σε ασφαλείς κατ κερδοφόρες συντηρητικές επενδύσεις, από αδικοπραξία και από το άρθρο 8 του ν. 2251/1994, ως παρέχουσα υπηρεσίες συμβούλου επενδύσεων, διότι, αν και είχε αντιληφθεί τις ενέργειες της χρηματιστηριακής εταιρίας, που κατέτειναν στη μείωση της περιουσίας τους, παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή της ζημίας τους, ζήτησαν για την αποκατάσταση της εν λόγω ζημίας τους να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει, ως αποζημίωση, τα ποσά αντίστοιχα των 310.850, 155.425, 25.904 και 25.904 ευρώ.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της ύπαρξης μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης σύμβασης εντολής με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, της παράβασης εκ μέρους της τελευταίας της εντολής αυτής και της αδικοπρακτικής και από το άρθρο 8 του ν. 225171994 ευθύνης της τελευταίας, λόγω εισαγωγής αυτών, με παραπειστική εκ μέρους εκείνης συμπεριφορά, σε υψηλού κινδύνου επενδύσεις και στη συνέχεια λόγω παράλειψης αποτροπής της ζημίας τους.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: " Η εναγομένη, η οποία επί σειρά ετών εργαζόταν ως τραπεζικός υπάλληλος στο υποκατάστημα που διατηρούσε στην πόλη της Θεσσαλονίκης η τραπεζική εταιρία CITY BANK SA, όταν συνταξιοδοτήθηκε, θέλοντας να επωφεληθεί από τις γνωριμίες που είχε κάνει με τους πελάτες της ως άνω τράπεζας, άρχισε να δραστηριοποιείται ως σύμβουλος επενδύσεων στην Ελλάδα μέσω της εδρεύουσας επί της οδού-Σαλαμίνος αριθ. 10 της πόλεως της Θεσσαλονίκης εταιρίας με την επωνυμία ΕΨΙΛΟΝ ΚΑΠΑ ΑΕΛΔΕ, αντικείμενο της οποίας ήταν η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, η λήψη και διαβίβαση εντολών με κινητές αξίες και μερίδια συλλογικών επενδύσεων.

Στα πλαίσια αυτά πληροφορήθηκε σχετικώς με τη δραστηριότητα της εδρεύουσας στο καντόνι Zug της Ελβετίας ανώνυμης εταιρίας διαχείρισης περιουσίας με την επωνυμία BRINDENBERCLVERWALTUNG AG και τη συνεργασία της τελευταίας με τις μεγαλύτερες ελβετικές τράπεζες και κυρίως με την Union Bank of Switzerland και ύστερα από το ενδιαφέρον που επέδειξε, η προαναφερθείσα χρηματιστηριακή εταιρία την ενημέρωσε για διάφορα επενδυτικά προγράμματα με σκοπό την υψηλή κερδοφορία.

Τα προγράμματα αυτά η εναγομένη έκρινε ότι είναι ιδιαιτέρως προνομιούχα και ταυτόχρονα ότι παρείχαν μεγάλες εγγυήσεις ασφάλειας τόσο λόγω των συμβάσεων συνεργασίας και θεματοφυλακής-που είχε συνάψει η παραπάνω αλλοδαπή χρηματιστηριακή εταιρία, όσο και λόγω της επενδυτικής μορφής που παρουσίαζε η εν λόγω εταιρία και της σημαντικής αύξησης του αριθμού των υπό διαχείριση πελατών της με την πάροδο του χρόνου και αποφάσισε να τοποθετήσει τα προσωπικά της προς επένδυση χρήματα υπό τη γενική διαχείριση της ως άνω εταιρίας BRINDENBERG VERWALTUNG AG και της UBS AG.

Την παραπάνω επιλογή της, αλλά και την εκτίμηση και την πεποίθηση της για την ανερχόμενη δραστηριότητα της ως άνω αλλοδαπής χρηματιστηριακής εταιρίας η εναγομένη τη γνωστοποίησε σε φίλους και γνωστούς της, μερικοί από τους οποίους,, επιθυμώντας να μεγιστοποιήσουν την κερδοφορία των κεφαλαίων τους αναζητούσαν νέες διαχειριστικές δυνατότητες εκτός του ελλαδικού χώρου.

Με τους ανθρώπους αυτούς\δεν τη συνέδεε καμιά ενοχική σχέση, εφόσον η ίδια δεν είχε τη δυνατότητα διαχείρισης χαρτοφυλακίου χρηματιστηριακών πραγμάτων στην Ελβετία, ενώ η προαναφερθείσα εταιρία ΕΨΙΛΟΝ ΚΑΠΑ ΑΕΛΔΕ, της οποίας η εναγομένη ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου, δεν είχε την εκ του νόμου 2396/1996 άδεια της αρμόδιας επιτροπής κεφαλαιαγοράς, ούτε μπορούσε-να' ενεργήσει ως μεσίτρια χρηματιστηριακών υπηρεσιών και ούτε να αναλάβει την οικονομική διαχείριση των επενδυόμενων κεφαλαίων στην αλλοδαπή.

Για λόγους όμως επαγγελματικής προβολής και με σκοπό να καταστήσει γνωστή την παρουσία της και τη δραστηριοποίηση της στον παραπάνω χώρο, η εναγομένη αναλάμβανε κάθε φορά προς εξυπηρέτηση των γνωστών της προσώπων που είχαν αναθέσει τη διαχείριση των κεφαλαίων τους στην BRINDENBERG VERWALTUNG AG και στην UBS AG, τη μετάφραση από την ελληνική στην αγγλική γλώσσα όλων των εγγράφων που έστελναν οι δύο αυτές αλλοδαπές εταιρίες στους αντισυμβαλλόμενους επενδυτές πελάτες τους και την παράδοση στους τελευταίους των μεταφρασμένων κειμένων...Ο πρώτος των εναγόντων, όσο και η δεύτερη ενάγουσα σύζυγός του, όπως και η τρίτη, αλλά και η τετάρτη εξ αυτών, κόρες τους, διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με την εναγομένη, ενώ ο πρώτος των εναγόντων είχε εμπειρία με χρηματιστηριακές συναλλαγές, καθόσον επί σειρά ετών ασχολείτο με επενδύσεις στο ελληνικό Χρηματιστήριο και στις σχετικές επενδύσεις που προέβαινε είχε και τη βοήθεια της τρίτης ενάγουσας θυγατέρας του, η οποία ήδη είχε αποφοιτήσει από αγγλικό οικονομικό πανεπιστήμιο.

Επιθυμώντας, λοιπόν, να τοποθετήσουν κάποιο χρηματικό ποσό σε επενδύσεις που θα απέφεραν υψηλότερες αποδόσεις από τις αντίστοιχες των τραπεζικών καταθέσεων στα μέσα του Νοεμβρίου του 1997, οι ενάγοντες προσήλθαν στην εναγομένη και της ζήτησαν να τους υποδείξει προσοδοφόρες επενδύσεις στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή και η εναγομένη τους συνέστησε να επενδύσουν τα κεφάλαια τους, μέσω της προαναφερθείσας εταιρίας BRINDENBERG VERWALTUNG AG και συγκεκριμένα στα γνωστοποιηθέντα από την τελευταία προγράμματα διαχείρισης χαρτοφυλακίου.

Αφού, λοιπόν, ενημερώθηκαν από την εναγομένη για τους όρους των προτεινόμενων επενδυτικών προγραμμάτων, οι ενάγοντες, επέδειξαν ενδιαφέρον για τις σχετικές αυτές επενδύσεις και κατήρτισαν την από 20.11.1997 σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου, για τη λειτουργία και εξυπηρέτηση της οποίας υπέγραψαν τα παρακάτω αναφερόμενα και συντεταγμένα στην αγγλική γλώσσα έγγραφα, α) την από 20.11.1997 σύμβαση ανοίγματος κοινού διαζευκτικού λογαριασμού χρηματικής κατάθεσης όψεως με την παραπάνω ελβετική Τράπεζα UBS AG, β) το από 20.11.1997 ειδικό πληρεξούσιο προς διαχείριση περιουσιακών στοιχείων (χαρτοφυλακίου), με το οποίο οι ενάγοντες παρείχαν στην ως άνω εταιρία BRINDENBERG VERWALTUNG AG την ειδική πληρεξουσιότητα να διαχειρίζεται κατά την απόλυτη επαγγελματική κρίση των οργάνων της το χρηματικό ποσό που θα είχαν καταθέσει στον προαναφερθέντα τραπεζικό λογαριασμό γ) το από 20.11.1997 έγγραφο που έφερε τον τίτλο Traded Options-Financial Futures, στο οποίο μεταξύ άλλων διαλαμβάνεται ότι ο επενδυτής πελάτης υπογράφοντας τους περιλαμβανόμενους σ' αυτό όρους, βεβαιώνει ότι γνωρίζει το είδος των συναλλαγών που αφορά...δ) το από 20.11.1997 έγγραφο, με το οποίο οι ενάγοντες παρείχαν στην ως άνω Τράπεζα την εντολή να διαβιβάζει όλη τη σχετική με την κίνηση του παραπάνω λογαριασμού τους αλληλογραφία στη διαχειρίστρια του χαρτοφυλακίου τους εταιρία BRINDENBERG VERWALTUNG AG.

Αποδείχθηκε ακόμη ότι στις 23.12.1997 οι ενάγοντες πίστωσαν τον παραπάνω κοινό διαζευκτικό λογαριασμό με το χρηματικό ποσό των 157.763,38 γερμανικών μάρκων και στις 21.5.1999 με το χρηματικό ποσό των 500.696,73 δολαρίων ΗΠΑ, προκειμένου να τα διαχειριστεί η ως άνω ελβετική χρηματιστηριακή εταιρία. Κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του έτους 1998 μέχρι 16.7.2002 δόθηκαν από την ως άνω διαχειρίστρια εταιρία 231 εντολές διενέργειας πράξεων αγοράς και πώλησης διαπραγματεύσιμων τίτλων, οι οποίες και πραγματοποιήθηκαν από την προαναφερθείσα θεματοφύλακα Τράπεζα UBS AG.

Καθ' όλη τη διάρκεια του παραπάνω χρονικού διαστήματος η προαναφερθείσα χρηματιστηριακή εταιρία έστελνε ανά τρίμηνο στην εναγομένη επιστολές που απευθύνονταν στους ενάγοντες, με περιεχόμενο την εκάστοτε αποτίμηση του χαρτοφυλακίου τους και με τους συνημμένους πίνακες διαχείρισης, συνταχθέντες όμως από την ίδια που δεν αποτελούσαν αποσπάσματα από τα εμπορικά βιβλία της ως άνω θεματοφύλακος Τράπεζας UBS AG.

Τα παραπάνω έγγραφα τα μετέφραζε η εναγομένη και ακολούθως τα παρέδιδε στους ενάγοντες κάνοντας μάλιστα εκτενείς αναφορές σχετικά με την κερδοφορία των επενδύσεων του κεφαλαίου τους. Κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2002 οι ενάγοντες θέλησαν να χρησιμοποιήσουν τα παραπάνω κεφάλαια τους για να αγοράσουν κάποιο ακίνητο και ζήτησαν από την εναγομένη να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να παραλάβουν τα χρήματα τους, το ύψος των οποίων σύμφωνα με την τελευταία ενημέρωση που είχαν λάβει ανερχόταν στο ποσό των 243.783 ελβετικών φράγκων και στο ποσό των 629.403 δολαρίων ΗΠΑ.

Τελικώς, ύστερα από ενέργειες των εναγόντων στις 16.7.2002 σε λογαριασμό που υπέδειξαν οι ίδιοι, κατατέθηκε το χρηματικό ποσό των 29.000 δολαρίων ΗΠΑ. Μετά ταύτα οι ενάγοντες ανησύχησαν και απευθύνθηκαν στην παραπάνω Τράπεζα UBS AG, η οποία τους απέστειλε δελτία κινήσεως του λογαριασμού τους, εκ των οποίων προέκυπτε ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού τους ύστερα από την εν γένει διακίνηση των κεφαλαίων τους εκ μέρους της προαναφερθείσας αλλοδαπής χρηματιστηριακής εταιρίας στις 26.7.2002 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των (12.450 ελβετικών φράγκων...Αφού, λοιπόν, εξακριβώθηκε ότι η πορεία του χαρτοφυλακίου τους δεν ανταποκρινόταν σ' αυτήν που αναγραφόταν στις σχετικές καταστάσεις που εκάστοτε τους έστελνε η ως άνω αλλοδαπή χρηματιστηριακή εταιρία, ο πρώτος των εναγόντων μετέβη στην Ελβετία και με τη συνδρομή των συμβούλων που προσέλαβε ζήτησε και έλαβε ένα αξιόγραφο (γραμμάτιο) ποσού 600.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο ήταν πληρωτέο σε διαταγή του και εκδόθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της πιο πάνω χρηματιστηριακής εταιρίας BRINDENBERG VERWALTUNG ΑG...

Κατατέθηκε η από 24.2.2003 αίτηση εκ μέρους του πρώτου των εναγόντων και η ως άνω αλλοδαπή χρηματιστηριακή εταιρία κηρύχθηκε σε πτώχευση με απόφαση του Πτωχευτικού Δικαστή του Προεδρείου του Δικαστηρίου, του καντονίου Zug της Ελβετίας...Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι οι ενάγοντες ήσαν εκείνοι που προσέφυγαν στην εναγομένη προκειμένου να τους υποδείξει τον πλέον προσοδοφόρο τρόπο επένδυσης των χρημάτων τους και γνωρίζοντας τις επαφές και τις σχέσεις που η τελευταία είχε με την προαναφερθείσα ελβετική εταιρία BRINDENBERG VERWALTUNG AG, στην οποία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, και η ίδια είχε εμπιστευθεί για επένδυση χρηματικά κεφάλαια της οικογένειάς της, αποσκοπούσαν να τους φέρει σε επαφή με την παραπάνω χρηματιστηριακή εταιρία.

Από κανένα όμως στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη διαβεβαίωσε τους ενάγοντες ότι οι επενδύσεις τους θα είχαν συντηρητικό χαρακτήρα με την έννοια της διατήρησης άθικτου του χρηματικού κεφαλαίου τους και της επιδίωξης εκ μέρους τους μικρού και ασφαλούς κέρδους λίγο μεγαλύτερου από τον τραπεζικό τόκο...Άλλωστε, μετά την ενημέρωση των εναγόντων για τα επενδυτικά προγράμματα της εταιρίας BRINDENBERG VERWALTUNG ΑG και της εν συνεχεία υπογραφής εκ μέρους τους των προαναφερθέντων εγγράφων, γνώριζαν ότι η εναγομένη δεν θα μπορούσε να υποδείξει στους νόμιμους εκπροσώπους, αλλά και στους αρμόδιους υπαλλήλους της ως άνω αλλοδαπής εταιρίας ούτε τον τρόπο χειρισμού, αλλά ούτε και τις ενέργειες για τη διαχείριση των χρηματικών κεφαλαίων τους, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτή δεν είχε τη δυνατότητα διαχείρισης χαρτοφυλακίων στην Ελβετία, ενώ βεβαίως καμιά απολύτως εντολή δεν παρασχέθηκε σ' αυτήν ή σε κάποια εταιρία συμφερόντων της εκ μέρους των εναγόντων για κατάρτιση χρηματιστηριακών συμβάσεων για λογαριασμό τους...Εξάλλου, οι ενάγοντες εξουσιοδότησαν την ως άνω αλλοδαπή χρηματιστηριακή εταιρία να διαχειριστεί για λογαριασμό τους το κεφάλαιο που κατατέθηκε στον προαναφερθέντα τραπεζικό λογαριασμό και ειδικότερα εξουσιοδότησαν αυτή, μεταξύ άλλων, να εκδίδει, να αγοράζει και να πωλεί μετοχές, να μετατρέπει και να ανταλλάσσει μετοχές, να διεξάγει επενδύσεις σε όλους τους τύπους συναλλαγών παραγώγων και προθεσμιακών και να χρεώνει απευθείας το λογαριασμό με τα έξοδα διαχείρισης και τις ανάλογες προμήθειες.

Περαιτέρω τις επιστολές που ανά τρίμηνο έστελνε η παραπάνω χρηματιστηριακή εταιρία στην εναγομένη προκειμένου να τις μεταφράσει στην ελληνική γλώσσα από την αγγλική, στην οποία είχαν συνταχθεί, και ακολούθως να τις παραδίδει στου ενάγοντες, αναφέρονταν ότι η εταιρία αυτή πραγματοποιούσε χρηματιστηριακές συναλλαγές για λογαριασμό των εναγόντων στο διεθνή χώρο ενημερώνοντας τους για τις θέσεις που φαινόταν ότι είχαν επενδύσει στο χρηματιστηριακό δείκτη NASDAQ, DAX και DOW JONES και τις-αποδόσεις που αυτές είχαν αποφέρει, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγομένη, επειδή δεν θα μπορούσε να έχει πρόσβαση στην προαναφερθείσα Τράπεζα, λόγω του τραπεζικού απορρήτου, δεν θα μπορούσε να γνωρίζει εάν τα αναγραφόμενα στις εν λόγω επιστολές ανταποκρίνονταν ή όχι στην πραγματικότητα και έκανε τις σχετικές μεταφράσεις των παραπάνω εγγράφων για λόγους διαφημίσεως της και συγκεκριμένα για να φαίνεται η ενασχόληση της με το σχετικό αυτό αντικείμενο, αφού όλοι οι ενάγοντες γνώριζαν την αγγλική γλώσσα.

Από τις επιστολές όμως αυτές καθώς επίσης και από τις σχετικές καταστάσεις παρουσιαζόταν με σαφήνεια ότι οι επενδύσεις των κεφαλαίων του λογαριασμού των εναγόντων αφορούσαν σε δείκτες και παράγωγα προϊόντα και ότι η υψηλή κερδοφορία του χαρτοφυλακίου οφείλετο κυρίως στους δείκτες και τα παράγωγα. Οι ενάγοντες ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν ή εξέφρασαν με κάποιο τρόπο την ανησυχία τους ή την αντίθεσή τους για τις επενδύσεις αυτές, αντιθέτως μάλιστα ήταν ιδιαιτέρως ικανοποιημένοι βλέποντας την κερδοφορία του κεφαλαίου τους.

Κατά συνέπεια οι ενάγοντες είχαν κατανοήσει το είδος των χρηματιστηριακών συναλλαγών και των εν γένει επενδύσεων που ελάμβαναν χώρα για λογαριασμό τους...Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι τα ως άνω ανακριβή και ψευδή στοιχεία τόσο ως προς τις επενδυτικές κινήσεις, όσο και ως προς την απόδοση αυτών και την ως εκ τούτου αναληθή κίνηση του χαρτοφυλακίου, την ευθύνη του οποίου είχε συμβατικώς αναλάβει αποκλειστικώς και μόνο η ως άνω αλλοδαπή χρηματιστηριακή εταιρία BRINDENBERG VERWALTUNG AG, έστελνε αυτή στην εναγομένη, η οποία με τη σειρά της τα παρουσίαζε με τις επιστολές της στους ενάγοντες, χωρίς όμως να γνωρίζει την πραγματική κατάσταση, την οποία άλλωστε δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί και να γνωρίζει, αφού δεν μπορούσε να έχει καμιά πρόσβαση στον παραπάνω τραπεζικό λογαριασμό καθώς και στις επενδυτικές κινήσεις της ως άνω αλλοδαπής διαχειρίστριας εταιρίας, ούτε πολύ περισσότερο είχε τη δυνατότητα να δίνει εντολές για την πραγματοποίηση χρηματιστηριακών συναλλαγών για λογαριασμό των εναγόντων στα πλαίσια της διαχείρισης του επενδυτικού χαρτοφυλακίου τους.

Οι ενημερωτικές αυτές επιστολές της εναγομένης βασίζονταν στις καταστάσεις της παραπάνω αλλοδαπής χρηματιστηριακής εταιρίας, τις οποίες με πρωτοβουλία της μετέφραζε η εναγομένη από την αγγλική γλώσσα στην ελληνική και σχολίαζε για λόγους δικής της διαφημίσεως τις αποδόσεις των επενδύσεων του χαρτοφυλακίου τους, αναδεικνύοντας τα κέρδη, τα οποία εφέροντο ότι είχαν σημειωθεί κάθε φορά, όπως ήδη αναφέρθηκε.

Η διαχείριση του χαρτοφυλακίου των εναγόντων, που αποτελεί κύρια επενδυτική υπηρεσία είχε ανατεθεί στην ως άνω εταιρία BRINDENBERG VERWALTUNG AG έναντι προμήθειας επί του ποσού των διενεργούμενων εκάστοτε συναλλαγών και καμιά εντολή για κατάρτιση χρηματιστηριακών συμβάσεων δεν ανατέθηκε ποτέ στην εναγομένη, η δραστηριότητα της οποίας περιορίζονταν στο να συστήνει σε φίλους της επενδυτές την παραπάνω αλλοδαπή χρηματιστηριακή εταιρία και στη διαμεσολάβησή της για την ενημέρωση των εν λόγω επενδυτών για την κίνηση των επενδύσεων τους από την παραπάνω εταιρία...

Ενόψει όλων όσων αναφέρθηκαν αποδείχθηκε ότι μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης δεν καταρτίστηκε σύμβαση εντολής διαχείρισης και εποπτείας του παραπάνω χαρτοφυλακίου τους, που άλλωστε η τελευταία δεν είχε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει στην Ελβετία... ." Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο διατύπωσε με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες το αρνητικό πόρισμα ότι δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση μεταξύ των αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης- της επίμαχης σύμβασης εντολής και ειδικότερα συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης ως εντολοδόχου, για υπόδειξη στους αναιρεσείοντες προσοδοφόρων ευκαιριών για την επένδυση των χρημάτων τους και μάλιστα για υπόδειξη ασφαλών και κερδοφόρων συντηρητικών επενδύσεων, ούτε η πιο πάνω προβαλλόμενη ευθύνη αυτής από αδικοπραξία και από το άρθρο 8 του ν. 2251/1994.

Θα πρέπει ειδικότερα να σημειωθεί ότι δεν δημιουργείται αντίφαση από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι η αναιρεσίβλητη, η οποία μετά τη συνταξιοδότηση της ανέπτυσσε δραστηριότητα στην Ελλάδα, ως σύμβουλος επενδύσεων, μέσω της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ΕΨΙΛΟΝ ΚΑΠΑ ΑΕΛΔΕ, συνέστησε στους αναιρεσείοντες να επενδύσουν τα κεφάλαιά τους, μέσω της ελβετικής χρηματιστηριακής εταιρίας BRINDENBERG VERWALTUNG AG, ότι αυτή μετέφραζε και σχολίαζε τα διαβιβαζόμενα από την τελευταία εταιρία προς τους αναιρεσείοντες έγγραφα και ότι τα στοιχεία αυτά δεν οδηγούν στην κατάρτιση σύμβασης εντολής μεταξύ των διαδίκων με το προεκτεθέν περιεχόμενο, ενόψει μάλιστα και των περαιτέρω παραδοχών ότι η αναιρεσίβλητη περιοριζόταν απλώς να συστήνει την εν λόγω αλλοδαπή χρηματιστηριακή εταιρία σε φίλους της επενδυτές, να μεταφράζει και να σχολιάζει τα σχετικά έγγραφα για λόγους δικής της διαφήμισης, ότι η επαγγελματική δραστηριότητα αυτής, ως συμβούλου επενδύσεων, περιοριζόταν στην Ελλάδα, ότι η ίδια δεν είχε τη δυνατότητα πρόσβασης στο σχετικό με την επίμαχη επένδυση τραπεζικό λογαριασμό, στις επενδυτικές κινήσεις της πιο πάνω αλλοδαπής εταιρίας, ούτε δυνατότητα εντολών για την πραγματοποίηση χρηματιστηριακών συναλλαγών για λογαριασμό των αναιρεσειόντων στα πλαίσια της διαχείρισης του επενδυτικού χαρτοφυλακίου τους και ότι η διαχείριση του χαρτοφυλακίου των τελευταίων είχε ανατεθεί στην εταιρία BRINDENBERG VERWALTUNG AG.

Επομένως είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19ΚΤίολΔ.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997), όχι δε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό και γενικώς οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου (ΑΠ 651/2012, ΑΠ 1052/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα διότι δεν έλαβε υπόψη τους θεμελιωτικούς της αγωγής ισχυρισμούς, α) ότι υπήρχε στενότατη οικονομική και επαγγελματική συνεργασία και κοινά επιχειρηματικά συμφέροντα μεταξύ της εναγομένης και της ελβετικής διαχειρίστριας εταιρίας, με την οποία (διαχειρίστρια εταιρία) οι εταιρίες της εναγομένης ΕΨΙΛΟΝ ΚΑΠΑ ΑΕΛΔΕ και Epsilon kappa AG αποτελούσαν οικονομική ενότητα και συγκοινωνούντα δοχεία, β) ότι το από 20.11.1997 ειδικό πληρεξούσιο προς διαχείριση του χαρτοφυλακίου των εναγόντων, με το οποίο αυτοί παρείχαν στην-ελβετική επενδυτική εταιρία την ειδική πληρεξουσιότητα να τους αντιπροσωπεύει στις συναλλαγές τους με την Τράπεζα UBS AG και να διαχειρίζεται τα κατατεθειμένα σε τραπεζικό λογαριασμό περιουσιακά τους στοιχεία, είχε υπογράψει και η εναγομένη, γεγονός που καταδεικνύει τον ενοχικό δεσμό που υπήρχε μεταξύ της τελευταίας και των εναγόντων, γ) ότι με την από 21.11.1997 "συμπληρωματική κάρτα υπογραφών υπ' αριθ. 1 του λογαριασμού 0273/219.165 παρασχέθηκε στην εναγομένη από τους ενάγοντες, συνδικαιούχους τού εν λόγω κοινού διαζευκτικού λογαριασμού, ειδική πληρεξουσιότητα για χειρισμό-κίνηση του λογαριασμού αυτού και για κάθε πράξη σχετική με αυτόν, την οποία αυτοί θα εδικαιούντο, με μόνη την υπογραφή της, γεγονός που καταδεικνύει επίσης τον ενοχικό δεσμό τους, δ) ότι, στις 20.11.1997, παρασχέθηκε από τους ενάγοντες, ως συνδικαιούχους του λογαριασμού 0273/219.165, εντολή στην Τράπεζα UBS AG να διαβιβάζει όλη την απευθυνόμενη στους ίδιους αλληλογραφία στα γραφεία της εναγομένης στη Θεσσαλονίκη η οποία έτσι είχε τη δυνατότητα να ενημερώνεται για την πορεία των επενδύσεών τους, ε) ότι τον ενοχικό δεσμό μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης και τη γνώση της τελευταίας ως προς την κακή πορεία των επενδύσεων των κεφαλαίων τους καταδεικνύει και το γεγονός ότι τον Ιούνιο του 2002, όταν οι ενάγοντες θέλησαν να εισπράξουν τα υπάρχοντα στον πιο πάνω λογαριασμό κεφάλαια τους απευθύνθηκαν στην εναγομένη, οποία δεν εκτέλεσε την εντολή για μεταφορά των κεφαλαίων τους στον υποδειχθέντα λογαριασμό κάργια το λόγο αυτό απευθύνθηκαν στην Τράπεζα UBS AG, από την οποία και πληροφορήθηκαν την πραγματική κατάσταση του λογαριασμού τους.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την προεκτεθείσα έννοια, αφού με την προβαλλόμενη με αυτούς στενή οικονομική και επαγγελματική συνεργασία και σύμπτωση συμφερόντων της εναγομένης με την πιο πάνω ελβετική επενδυτική εταιρία και με τους επικαλούμενους τρόπους ανάμειξης της πρώτης στη διαδικασία διαχείρισης των κεφαλαίων των εναγόντων μέσω της δεύτερης δεν θεμελιώνονται αυτοτελώς, δηλαδή δεν επηρεάζονται ουσιωδώς, με την έννοια των γενεσιουργών του προβαλλόμενου δικαιώματος στοιχείων, οι.

βάσεις της αγωγής από την ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης, τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε το Εφετείο, ως ουσιαστικά αβάσιμες, αλλά αναπτύσσεται επιχειρηματολογία των εναγόντων και επιδιώκεται ενδυνάμωση της θέσης τους ότι μεταξύ αυτών και της εναγομένης υπήρξε ενοχικός δεσμός και ειδικότερα καταρτίστηκε σύμβαση εντολής και ότι η τελευταία επέδειξε στο πλαίσιο αυτό την πιο πάνω ιστορούμενη, αδικοπρακτική συμπεριφορά.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 1763/2007, ΑΠ 1595/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα περιγραφόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους και ιδίως της κατάρτισης της προβαλλόμενης σύμβασης εντολής.

Από τη βεβαίωση όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν, μεταξύ άλλων υπόψη, και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον έχει επιτραπεί το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης, για μερικά εκ των οποίων μάλιστα γίνεται παρακάτω ειδική αναφορά, χωρίς όμως να παραλειφθεί κανένα από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατονομαζόμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα.

Επομένως είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός αναίρεσης. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατά το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-4-2012 ένδικη αίτηση για αναίρεση της απόφασης 535/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ