Supreme Court dismisses appeal on fixed-term contract classification, ruling continuous service implies indefinite employment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Municipality of Zitsas's appeal against the Ioannina Court of Appeal's decision. The appellants argued for fixed-term contracts, but the court found the workers provided continuous, permanent services over five years to meet the municipality's fixed needs. Consequently, the court ruled that such continuous service without a specific end date legally constitutes an indefinite-term employment contract under Greek law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; A contract is deemed indefinite-term when the duration is not agreed upon and does not follow from the nature or purpose of the work, whereas continuous service for permanent needs overrides initial fixed-term labels.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 666 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 666/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΖΙΤΣΑΣ" ως καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσείοντος Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΣΣΑΡΩΝΟΣ", που εδρεύει στην Ελεούσα Ιωαννίνων και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Βελλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Δ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Πολύμερο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/4/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 505/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 136/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/12/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 25/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ'αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε την 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.
Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρ. 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18.4.2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19.7.2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ.
και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο Πασσαρώνος Ιωαννίνων την 18.6.1999 με σύμβαση που έφερε το χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, ως υδραυλικός ο πρώτος και ως εργάτης καθαριότητας ο δεύτερος οκτάμηνης διάρκειας και δη:
από 18.6.1999 έως 18.2.2000, οπότε αμέσως καταρτίστηκαν νέες συμβάσεις που όμως έφεραν το χαρακτήρα της μισθώσεως έργου και απασχολήθηκαν μέχρι την 30.6.2000. Την επομένη ημέρα 11.7.2000 καταρτίσθηκαν ... νέες συμβάσεις και απασχολήθηκαν μέχρι 10.9.2000 ο πρώτος και 31.8.2000 ο δεύτερος. Ο πρώτος ενάγων απασχολήθηκε στη συνέχεια:
α) από 10.2.2001 μέχρι 30.9.2001, β) από 1.10.2001 έως 30.3.2002, γ)από 1.4.2002 έως 30.11.2002, δ)από 3.12.2002 έως 20.4.2003, ε)από 21.4.2003 έως 21.12.2003, στ) από 27.12.2003 έως 30.8.2004 και ζ)από 1.9.2004 έως 30.4.2005. Ο δεύτερος των εναγόντων εργάσθηκε: 1)από 4.9.2000 έως 4.3.2001 και μετά ταύτα: 1) από 4.3.2001 έως 3.9.2001, 2) από 3.9.2001 έως 3.5.2002, 3) από 3.5.2002 έως 18.8.2002, 4)από 20.8.2002 έως 20.4.2003, 5) από 26.5.2003 έως 5.1.2004 και 6)από 7.1.2004 έως 7.9.2004.
Καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα των πέντε και πλέον ετών οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του εναγομένου οι οποίες δεν ήταν πρόσκαιρες ή εποχικές ή έκτακτες, αλλά χαρακτηρίζονται ως πάγιες και διαρκείς ... Η παρεχόμενη εργασία τους τελούσε υπό την καθοδήγηση και τις εντολές του εναγομένου ..., προκύπτει δε ότι οι φέρουσες τον χαρακτηρισμό της μισθώσεως έργου μερικές συμβάσεις, δεν αποσκοπούσαν στην εκτέλεση συγκεκριμένου έργου και αποτελέσματος, αλλά καταρτίστηκαν κατά καταστρατήγηση των εργαζομένων αυτών ...
Συνεπώς οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου στους τομείς της καθαριότητας και της επιμέλειας των συστημάτων υδρεύσεως ... Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχτηκε την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή, με τη αιτιολογία της έλλειψης δικαιοδοσίας, έκρινε νόμιμη την αγωγή και στη συνέχεια τη δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη.
Κρίνοντας έτσι ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, 21 ν. 2190/1994 καθώς και εκείνων των άρθρων 1 παρ. 1, 5 παρ. 1, 11 παρ. 1 του ΠΔ 164/2004, στο πραγματικό των οποίων εμπίπτουν και οι επίδικες συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων και του αναιρεσείοντος, προκειμένου να χαρακτηριστούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου: 1)οι συμβάσεις αυτές είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004, και ήσαν ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, 2)η συνολική διάρκεια των διαδοχικών αυτών συμβάσεων, με τρεις μάλιστα ανανεώσεις της αρχικής συμβάσεως, ήταν τουλάχιστον 24 μήνες έως την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004, 3)ο χρόνος αυτός υπηρεσίας διανύθηκε από τους αναιρεσιβλήτους στον ίδιο φορέα:
ήτοι στον αναιρεσείοντα, με την ίδια ειδικότητα και με τους ίδιους όρους εργασίας, προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο μοναδικός αντίθετος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση, από το Εφετείο, των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη μειωμένη σε βάρος του αναιρεσείοντος Δήμου, σύμφωνα με τα άρθρα 176 του ΚΠολΔ και 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.12.2007 αίτηση του Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "Δήμος Ζίτσας" ως καθολικού διαδόχου του τέως Δήμου Πασσαρώνος για αναίρεση της 136/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε εννιακόσια (900) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ