Supreme Court allows appeal against labor contract classification, remanding case for new trial due to insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had classified the agents as employees. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the legal criteria for an employment relationship versus independent services. Consequently, the appeal was accepted, the lower judgment was annulled, and the case was remanded for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 and 652 of the Civil Code; Article 6 of Law 765/1943: An employment contract exists only when the worker is subject to legal and personal dependence on the employer, characterized by the right to give binding instructions regarding place, time, and manner of work, and the obligation to accept supervision; mere provision of services outside specific duties or a reduction in remuneration does not automatically establish an employment relationship.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 666 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 666/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτική Ασφαλιστική Α.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., 2) Ψ2, κατοίκου ... και 3) Ψ3, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άρι Καζάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2495/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 23-1-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του, ο τρίτος και ο έκτος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του Α.Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 324/1946 Π.Υ.Σ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 Εισ.Ν.ΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005).
Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και ειδικότερα αν εκείνος που παρέχει τις υπηρεσίες του δεν υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, υπό την ανωτέρω έννοια, υπάρχει σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Ο χαρακτήρας δε της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως είναι η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών και η ασφάλιση στο ΙΚΑ.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, προκύπτει ότι, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της συμβάσεως έργου είναι ότι με αυτήν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και όχι σ' αυτή καθεαυτή την εργασία, που θα απαιτηθεί για την εκτέλεση του έργου, η ολοκλήρωση και παράδοση του οποίου επιφέρει τη λύση της συμβάσεως.
Αντικείμενο δε της συμβάσεως αυτής μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια. Σε κάθε, όμως περίπτωση τη μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξαρτήσεως από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτελέσεώς του μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του.
Τέλος, ο χαρακτηρισμός της συμβάσεως ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδεται σε αυτή από τους διαδίκους, αλλά αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του για το χαρακτήρα της συμβάσεως από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε κατά ανέλεγκτη κρίση τα εξής: Η αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία ιδρύθηκε το έτος 1980 με κύριο μέτοχο την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος και δραστηριοποιείται σε όλους τους κλάδους της ασφαλίσεως. Με τα από 1-8-1990, 20-8-1990 και 20-6-1990 ιδιωτικά συμφωνητικά αντίστοιχα που καταρτίστηκαν μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και της Αγροτικής Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας Ζωής και Υγείας με την επωνυμία "Αγροτική ΑΑ.ΕΖΥ" η οποία έχει ήδη απορροφηθεί από την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, η οποία ως καθολική διάδοχος υπεισήλθε σε όλες τις έννομες σχέσεις της και ακολούθως την 1-8-2004 οι αναιρεσίβλητοι υπέγραψαν νέα σύμβαση έργου με την αναιρεσείουσα, βάσει των οποίων (συμφωνητικών) που φέρονται ως συμβάσεις εργολαβίας (έργου) αορίστου χρόνου ανατέθηκε στους αναιρεσείοντες το έργο της είσπραξης αξιών από ασφάλιστρα από τους ασφαλισμένους πελάτες της εργοδότριας εταιρίας σύμφωνα με τον όρο 1 των πιο πάνω ιδιωτικών συμφωνητικών.
Με τον όρο 2 των ίδιων συμφωνητικών οι αναιρεσείοντες υποχρεώνονταν να χρησιμοποιούν διπλότυπες ή τριπλότυπες αποδείξεις της αναιρεσείουσας που αυτή τους παρέδιδε, απαγορευομένης της χρήσης (έκδοσης) δικών τους αποδείξεων για λογαριασμό, είτε των ίδιων των αναιρεσιβλήτων, είτε της αναιρεσείουσας. Επίσης συμφωνήθηκε ότι στα όρια της περιοχής εντός της οποίας οι αναιρεσίβλητοι θα έκαναν τις εισπράξεις για λογαριασμό της αναιρεσείουσας θα καθορίζονταν από την τελευταία αποκλειστικά και όχι από τους ίδιους, η δε αναιρεσείουσα επεφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα να μεταβάλλει ελεύθερα και κατά τη βούληση της και σύμφωνα με τις ανάγκες της τα όρια της περιοχής αυτής.
Με τον τέταρτο όρο των συμφωνητικών ορίστηκε ότι οι εργολάβοι υποχρεούνται να αποδίδουν λογαριασμό καθημερινά καθώς και τις εισπράξεις της προηγούμενης ημέρας στο αρμόδιο για το σκοπό αυτό όργανο της εργοδότριας εταιρίας, απειλουμένης και ποινικής ρήτρας για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Ακόμη ορίστηκε ότι οι εργολάβοι υποχρεούνται να εκτελούν το έργο με επιμέλεια, προσοχή και ταχύτητα επιβαρυνόμενοι προσωπικά με κάθε δαπάνη για την ορθή και γρήγορη εκτέλεση της μεταφοράς και παράδοσης των εισπράξεων και ότι η εργοδότρια εταιρία υποχρεούται να καταβάλει στους εργολάβους ως αντάλλαγμα για την εκτέλεση του έργου καθοριζόμενο ποσοστό επί των πραγματοποιούμενων εισπράξεων, το οποίο ορίζεται:
α) για τις ατομικές ασφαλίσεις ζωής σε ποσοστό 3% επί των ασφαλίστρων για κάθε εισπραττόμενη απόδειξη και β) για τις ομαδικές ασφαλίσεις ζωής σε ποσοστό 0,5 % επί των ασφαλίστρων για κάθε εισπραττόμενη απόδειξη. Και τέλος με τον έβδομο όρο ορίστηκε ότι στην καθορισμένη αμοιβή του έργου, θα γίνονται οι κατά νόμο κρατήσεις από την εργοδότρια, ο κατά τον τρόπο δε αυτό καθορισμός της αμοιβής των εναγόντων τροποποιήθηκε με τις από 1-8-2004 συμβάσεις εργολαβίας με τις οποίες ετίθετο πλέον ανώτατο όριο ανά απόδειξη που εισέπρατταν.
Οι αναιρεσίβλητοι ανέλαβαν την είσπραξη των ασφαλίστρων των πελατών της αναιρεσείουσας στην περιοχή της ..., ενώ παράλληλα διεκπεραίωναν και εργασίες στα γραφεία της αναιρεσείουσας εταιρίας. Συγκεκριμένα επί καθημερινής βάσης, αλλά χωρίς να τηρούν συγκεκριμένο ωράριο εισέπρατταν ασφάλιστρα στο όνομα της αναιρεσείουσας χρησιμοποιώντας ειδικά έντυπα με το λογότυπο της και την επωνυμία της ακολουθώντας τις λεπτομερείς οδηγίες της που περιέχονται στον κανονισμό εισπράξεων που τους είχε χορηγηθεί.
Σε καθημερινή βάση μετέβαιναν υποχρεωτικά σε κατάστημα της αναιρεσείουσας που αυτή τους υπεδείκνυε, απ' όπου παραλάμβαναν αποδείξεις ανανέωσης συμβολαίων, ενημέρωναν την Γραμματεία για τυχόν προβλήματα μεταξύ της εταιρίας και των ασφαλισμένων, συμπλήρωναν καταστάσεις εισπραχθέντων ασφαλίστρων και τις παρέδιδαν στους αρμοδίους υπαλλήλους της, επίσης συμπλήρωναν και έστελναν ταχυδρομικές επιταγές στους πελάτες και ενημέρωναν τα Δελτία του Ταχυδρομείου προκειμένου να παρακολουθούν τις ταχυδρομικές επιταγές και γενικά είχαν υποχρέωση να διεκπεραιώνουν και γραφική εργασία, ενώ υποχρεωτικά κατέθεταν καθημερινά τα χρήματα από τις εισπράξεις σε λογαριασμό της εταιρίας όπως προβλέπει ο κανονισμός εισπράξεων.
Παρέδιδαν καθημερινά τα δικαιολογητικά παράδοσης των ασφαλίστρων αντίγραφα αποδείξεων για τους ασφαλιστές, συμπλήρωναν Δελτία αλλαγής διευθύνσεως και τηλεφώνων των ασφαλισμένων μία φορά ανά δεκαπενθήμερο και το έστελναν στην τεχνική υπηρεσία και γενικότερα προέβαιναν σε όλες τις απαιτούμενες πράξεις για την ορθή εφαρμογή της εργασίας της ... .
Η καθημερινή τους παρουσία στα γραφεία της αναιρεσείουσας ήταν απαραίτητη, αφού οι πελάτες που έπρεπε να επισκεφθούν προκαθορίζονταν από τα γραφεία της αναιρεσείουσας ... . Επίσης ενημέρωναν και διόρθωναν τα στοιχεία των πελατών έκαναν ταξινόμηση φακέλων στα γραφεία της αναιρεσείουσας, έρχονταν σε επαφή με πελάτες στους οποίους παρέδιδαν τα συμβόλαια, παρελάμβαναν και διαβίβαζαν τις αιτήσεις των πελατών στα γραφεία της αναιρεσείουσας και όχι σε δικά τους γραφεία.
Επίσης βοηθούσαν τη γραμματεία και έπαιρναν σχετικές εντολές από τον Προϊστάμενο του γραφείου της αναιρεσείουσας στον οποίο λογοδοτούσαν ενώ συγχρόνως λογοδοτούσαν και στο τμήμα ρευστοποίησης. Επίσης, μόνο αν είχαν ειδική εντολή από τον Διευθυντή της αναιρεσείουσας μπορούσαν να συνεργαστούν με συνεργάτες της αναιρεσείουσας για προβλήματα εισπράξεων και μόνο με έγγραφη ειδική εντολή της για προβλήματα εισπράξεων μπορούσαν να εκχωρήσουν το εισπρακτικό δικαίωμα των ταχυδρομικών επιταγών.
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχτηκε στη συνέχεια ότι οι ένδικες συμβάσεις που συνέδεαν την αναιρεσείουσα με τους αναιρεσιβλήτους φέρουν το χαρακτήρα συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και όχι συμβάσεων έργου, δεδομένου ότι οι αναιρεσίβλητοι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και βρίσκονταν κάτω από τη νομική εξάρτηση των προϊσταμένων της αναιρεσείουσας που τους ασκούσαν έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τον τόπο και εν μέρει ως προς το χρόνο εργασίας, υποχρεούμενοι να συμμορφώνονται με τις εντολές τους, συμμετείχαν στις συναντήσεις των στελεχών του γραφείου πωλήσεων κατά τις οποίες ενημέρωναν για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, συνεργάζονταν μαζί τους για την διεκπεραίωση των εκκρεμοτήτων και ελάμβαναν σχετικές εντολές, εκπαιδεύονταν όπως το υπόλοιπο προσωπικό και γενικά ήταν πλήρως ενταγμένοι στην οργανωτική δομή της αναιρεσείουσας χωρίς να διαθέτουν ατομικά καμία απολύτως ιδιαίτερη οργάνωση εργασίας που να δικαιολογεί την ανάληψη εκ μέρους τους ιδίου επιχειρηματικού κινδύνου, προβάλλοντας αποκλειστικά τα επιχειρηματικά συμφέροντα της αναιρεσείουσας χωρίς να ασχολούνται παράλληλα σε άλλον εργοδότη ή να αναπτύσσουν παράλληλα ιδία επαγγελματική δραστηριότητα ... .
Κάτω από τις ένδικες συμβάσεις εργολαβίας υποκρύπτονταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, αφού οι αναιρεσίβλητοι επί δεκαπέντε έτη πραγματοποιούσαν τόσο εσωτερική όσο και εξωτερική εργασία. Το γεγονός της ανάπτυξης κάποιας πρωτοβουλίας εκ μέρους των εναγόντων κατά την είσπραξη των ασφαλίστρων για λογαριασμό της εργοδότριας, τον καθορισμό της αμοιβής τους σε ποσοστά επί των εισπραχθέντων ασφαλίστρων, το ότι δεν ελάμβαναν άδεια ή επιδόματα εορτών και άδειας το ότι ήταν ασφαλισμένοι το ΤΕΒΕ και ότι εξέδιδαν αποδείξεις παροχής υπηρεσιών δεν αποτελούν αποφασιστικό κριτήριο, ούτε αρκούν να χαρακτηρίσουν τις επίδικες συμβάσεις ως συμβάσεις έργου ή συμβάσεις ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Στις 20-9-2005 η αναιρεσείουσα ειδοποίησε με έγγραφο της το Δίκτυο Πωλήσεων Ασφαλίσεων Ζωής, όπου απασχολούνταν οι αναιρεσίβλητοι, ότι από 1-10-2005 επρόκειτο να αλλάξει ο τρόπος είσπραξης για τις ανανεώσεις των παλαιών συμβολαίων ώστε αυτές να μην διεξάγονται από τους ασφαλιστικούς εισπράκτορες ... . Έτσι κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2005 μέχρι και 23-12-2005 η αναιρεσείουσα ανέθεσε στους αναιρεσιβλήτους την είσπραξη μόνο αποδείξεων παραγωγής μέχρι το Σεπτέμβριο 2005, με αποτέλεσμα να εισπράττουν αυτοί μικρότερη αμοιβή κατά παράβαση της μεταξύ τους σύμβασης γεγονός που συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, αφού η εργασία συνεχώς ελαττωνόταν και η αμοιβή τους προσδιοριζόταν ως ποσοστό των εισπράξεων που η ίδια τους ανέθετε να πραγματοποιούν.
Κατά το διάστημα αυτό, η αμοιβή των αναιρεσιβλήτων ελαττώθηκε πλέον του ημίσεως αυτής που λάμβαναν μέσο όρο κατά τη διάρκεια της δεκαπενταετούς υπηρεσίας τους στην αναιρεσείουσα. Τελικά η αναιρεσείουσα τους κάλεσε να αποδώσουν το αργότερο μέχρι 31-2-2005 όλες τις αποδείξεις είσπραξης ασφαλίστρων για ανανεώσεις συμβολαίων μη αναθέτοντας τους πλέον άλλες εργασίες και ουσιαστικά κατήγγειλε την υφισταμένη μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας χωρίς να τους καταβάλλει αποζημίωση απολύσεως, χωρίς να τηρήσει έγγραφο τύπο και τέλος χωρίς να έχει προβεί σε οιαδήποτε προσπάθεια αξιοποίησης λιγότερων επαχθών εναλλακτικών λύσεων.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτήρα της ένδικης συμβάσεως, που αποτελεί ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, ενώ αναφέρει ότι οι αναιρεσίβλητοι προσέφεραν και υπηρεσίες που βρίσκονταν εκτός των υποχρεώσεών τους ως εισπρακτόρων ασφαλίστρων, περιγράφει μόνο υπηρεσίες αναγόμενες στα εν λόγω καθήκοντά τους, στις οποίες και στήριξε κυρίως την κρίση του ότι οι διάδικοι συνδέονταν με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ δεν προσδιορίζει τις πέραν αυτών, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Επομένως, οι, δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του και ο τρίτος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 19 και όχι και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω έρευνα από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 15/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ