Legislator Case Law & Legislation
666/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on damages for grief, upholding trial court's discretionary assessment of compensation amounts.

Case Number 666/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by siblings against a lower court's award of monetary compensation for grief following a fatal accident. The trial court determined that the deceased's sudden death caused significant psychological pain to the surviving family members and calculated specific damages based on factors like the driver's fault and the victims' social circumstances. The appellate court rejected the claim that the trial court erred in its discretionary assessment, ruling that such evaluations fall within the court's free judgment and are not subject to review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that the assessment of reasonable monetary compensation for grief is a matter of free judicial discretion based on factual evaluation, exempt from appellate review regarding the substance of the case.

Keywords

AI generated
grief damages psychological pain free judicial discretion appellate review family compensation accident liability civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 666 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 666/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1) Χ1 και 2) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ράπτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1) α. Ψ1α, β. Ψ1β και γ. Ψ1γ, όλων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος ψ, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, 2) α. Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, αντιπροσωπεύοντος στην Ελλάδα την εδρεύουσα στη Γερμανία ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Schwarzneer - Ostsee Vers AG SOVAG", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδόπουλο και κατέθεσε προτάσεις και β. ανώνυμης αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "SCHWARZMEER UND OSTSEE VERSICHERUNGS AG, SOVAG", που εδρεύει στο Αμβούργο Γερμανίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις και 3) ψ3, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλάογλου, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 28106/2000, 28107/2000 και 28758/2000 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 240/1998 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης.

Εκδόθηκε η 112/1999 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, η οποία κήρυξε τον εαυτό του αναρμόδιο και παρέπεμψε την παραπάνω αγωγή στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 1808/2001 οριστική του απόφαση, συνεκδικάζοντας τις παραπάνω αγωγές. Κατόπιν εκδόθηκε η 1109/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2002 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 386/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. Η υπόθεση επανήλθε και πάλι για συζήτηση με την από 23-10-2004 κλήση των ήδη αναιρεσειόντων.

Εκδόθηκε η 1098/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε και πάλι τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 30-6-2006 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 5-2-2003 έκθεση του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κασσαβέτη, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ... , .... και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ...., αποδεικνύεται ότι αντίγραφο της κλήσης προς συζήτηση με πράξη ορισμού δικασίμου για την 15-12-2006, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε νόμιμα με εγγραφή στο πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους Ια, 1β και 1γ αναιρεσίβλητους (ψ1α, ψ1β, ψ1γ). Στους ίδιους αναιρεσίβλητους έχει επιδοθεί και αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης, όπως προκύπτει από από τις ..., ... και ..... εκθέσεις επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή. Οι προαναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.

Περαιτέρω, κατά τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις προαναφερόμενες πλημμέλειες, ήτοι ότι δεν έλαβε υπόψη της προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα (ένορκη βεβαίωση μάρτυρος) και ότι διέλαβεν ανεπαρκείς αιτιολογίες και απέρριψε την αγωγή τους κατά το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο της μητέρας τους, η οποία κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή επήλθε από τη στενοχώρια αυτής για τη θανάτωση της κόρης της (αδελφής των εναγόντων-αναιρεσειόντων) στο επίδικο τροχαίο ατύχημα.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με το ανωτέρω αίτημα της αγωγής των αναιρεσειόντων: "Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες χ1 και χ2 ισχυρίζονταν με την αγωγή τους ότι η μητέρα τους Γ1 μόλις πληροφορήθηκε το θάνατο της θυγατέρας της Γ2 περιέπεσε σε διαρκή μελαγχολία και απεβίωσε μετά τρίμηνο εξαιτίας της θλίψης και της στενοχώριας που δοκίμασε και για το λόγο αυτό ζητούσαν να τους επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο της μητέρας τους.

Το παραπάνω αγωγικό κονδύλιο ορθά απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση ως μη νόμιμο καθόσον η αξίωση των παραπάνω εναγόντων δεν απορρέει από το επίδικο τροχαίο ατύχημα και δεν συνδέεται αιτιωδώς με αυτό, απορριπτόμενου ως αβασίμου του αντιθέτου ισχυρισμού των πιο πάνω εκκαλούντων". Η απόρριψη του προαναφερόμενου αιτήματος των εναγόντων έγινε διότι το Εφετείο έκρινε ότι δεν ήταν νόμιμο και επομένως, εφόσον δεν εισήλθε στην εξέταση της ουσίας αυτού, οι ανωτέρω αναφερόμενοι λόγοι της αναίρεσης δεν ιδρύονται και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος ως προς αμφότερες τις άνω αιτιάσεις του στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος που αποδίδει πλημμέλειες από τους αρ. 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι προεχόντως αόριστος αφού αναφέρονται μόνο οι ανωτέρω αριθμοί χωρίς καμία άλλη ειδικότερη επισήμανση.

Κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1820 ΑΚ ο σύζυγος που επιζεί "παίρνει, ανεξάρτητα από την τάξη με την οποία καλείται, ως εξαίρετο, τα έπιπλα, σκεύη, ενδύματα και άλλα τέτοια οικιακά αντικείμενα, που τα χρησιμοποιούσαν είτε μόνος εκείνος που επιζεί είτε και οι δύο σύζυγοι". Από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής προκύπτει, ότι στην έννοια του εξαίρετου περιλαμβάνονται, και περιέρχονται μετά το θάνατο του ενός από τους συζύγους στον επιζώντα, αντικείμενα, που χρησίμευαν για την οικιακή οικονομία και των δύο συζύγων, μεταξύ των οποίων, κάτω από τις σημερινές ανάγκες της οικονομίας αυτής, που επιβάλλουν πολλές φορές, για την εξυπηρέτηση τους μετακινήσεις των συζύγων, σε τόπους πορισμού των απαραιτήτων για τη λειτουργία της αλλά και χάριν της άνετης και ευχάριστης διαβίωσης αυτών και σε μεγάλη,| από τη συζυγική οικία, απόσταση, περιλαμβάνεται και το αυτοκίνητο. Περαιτέρω, προϋπόθεση για την περιέλευση αντικειμένου της οικιακής οικονομίας, υπό την προεκτεθείσα έννοια, ως εξαίρετου στον επιζώντα είναι να χρησιμοποιούσαν το αντικείμενο αυτό κατά τη διάρκεια της ζωής του αποβιώσαντος και οι δύο σύζυγοι είτε μόνος ο επιζών. Εξάλλου, χρησιμοποίηση του αντικειμένου, όταν αυτό προϋποθέτει κάποια ειδίκευση στο χειρισμό του, δεν προϋποθέτει απαραίτητα και δυνατότητα του χρησιμοποιούντος να χειρίζεται αυτοπροσώπως αυτό.

Συνεπώς και όταν αντικείμενο είναι αυτοκίνητο, η αδυναμία του επιζώντος συζύγου να οδηγεί αυτό, είτε επειδή δεν έχει εξασκηθεί, είτε επειδή δεν έχει αποκτήσει άδεια, δεν αποκλείει τη χρησιμοποίηση του με άλλο πρόσωπο που μπορεί να ήταν (εν ζωή) ο άλλος σύζυγος.

Εν προκειμένω, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και κατά το κεφάλαιο που παραπονούνταν κατά της πρωτόδικης απόφασης για την απόρριψη της αγωγής τους κατά το αίτημα που ζητούσαν να τους επιδικαστεί αποζημίωση για την καταστροφή του αυτοκινήτου της αδελφής τους κατά το ποσοστό της κληρονομικής μερίδας, κρίνοντας ότι αυτό περιλαμβάνεται στο εξαίρετο και επιδικάζοντας αποζημίωση μόνο στον επιζώντα σύζυγο τρίτο των αναιρεσιβλήτων.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι "το αυτοκίνητο το αγόρασε η θανούσα Γ2 πριν από το γάμο της με τον ενάγοντα Ψ3 ο οποίος δεν είχε μεν άδεια οδήγησης, χρησιμοποιούνταν όμως το παραπάνω αυτοκίνητο και από τους δύο συζύγους για τις κοινές μετακινήσεις τους για την άνετη και ευχάριστη διαβίωση αυτών. Κατά συνέπεια το αυτοκίνητο αυτό περιλαμβάνεται στο εξαίρετο κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1820 παρ. 2 του ΑΚ και για το λόγο αυτό αξίωση αποζημίωσης έχει ο ενάγων σύζυγος και όχι οι λοιποί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, δηλαδή τα αδέλφια της θανούσας Χ3, Χ1 και Χ2", κατέληξε δε στο συμπέρασμα αυτό αφού έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι (καταθέσεις μαρτύρων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ένορκη βεβαίωση που είχαν προσκομίσει οι αναιρεσείοντες, έγγραφα), όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός όσον αφορά την αιτίαση από τον αρ. 11 της ΚΠολΔ 559 είναι αβάσιμος, γιατί, όπως αδιστάκτως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό αποδεικτικά μέσα και τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό αποδεικτικά στοιχεία, ήτοι το περειχόμενο των πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου, την 832/2001 ένορκη βεβαίωση ( η οποία ρητώς και ειδικώς αναφέρεται) το απόσπασμα του τηλεφωνικού καταλόγου Ξάνθης, και το 4809/2000 εξώδικο της πρώτης αναιρεσείουσας.

Ο ίδιος λόγος όσον αφορά των αιτίαση από τον αρ. 12 είναι αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες αρκούνται μόνον στην αναφορά του αριθμού αυτού . Ο ίδιος λόγος αν εκτιμηθεί από τον αρ. 19 της ΚΠολΔ 559 είναι αβάσιμος διότι η αναιρεσιβαλλομένη έχει εν προκειμένω πλήρεις, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του που πλήττει την ενέλεγκτη ακυρωτικά κρίση περί πραγμάτων του Εφετείου είναι απαράδεκτος κατά τον ΚΠολΔ 561 παρ. 1.

Κατά το άρθρο 932 ΑΚ "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής, ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια να επιδικάσει στα μέλη της οικογένειας του θύματος χρηματική αυτή ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ύψος της οποίας καθορίζει με βάση βάση τους οικείους καθοριστικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων είναι το πταίσμα του υπόχρεου, το συντρέχον πταίσμα του θύματος, η ηλικία και το φύλο αυτού, το είδος της προσβολής, καθώς και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ, πλαγίου, ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες, αδέλφια της θανούσας κατά το ατύχημα, δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και ειδικότερα δέχθηκε ότι "ο τραγικός και απροσδόκητος θάνατος της Γ2, ηλικίας 50 ετών προξένησε στους προαναφερθέντες ενάγοντες-μέλη της οικογένεια της (σύζυγο και αδέλφια) με τους οποίους συνδέονταν στενά με βαθειά αισθήματα αγάπης, σεβασμού, εκτίμησης και κατανόησης μεγάλο ψυχικό πόνο για το λόγο αυτό θα πρέπει να επιδικαστεί σαυτούς χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης την οποία αυτοί υπέστησαν από την απώλεια του προσφιλούς τους προσώπου.

Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το βαθμό του πταίσματος του υπαιτίου οδηγού, την ηλικία της θανατωθείσας, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων κρίνει ότι το ύψος αυτής θα πρέπει να ανέλθει στα παρακάτω ποσά:

α) για τον ενάγοντα Ψ3 (σύζυγο) σε 15.000.000 δρχ. β) για τον ενάγοντα Χ3 (αδελφό) σε 5.000.000 δρχ γ) για την ενάγουσα Χ1 (αδελφή) σε 5.000.000 δρχ, δ) για τον ενάγοντα Χ2 (αδελφό) σε 5.000.000 δρχ". Στην απόφαση εκτίθενται όλοι οι ανωτέρω αναφερόμενοι προσδιοριστικοί παράγοντες για την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την προαναφερόμενη ουσιαστική διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω.

Ο τρίτος λόγος, επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος όσον αφορά την αιτίαση του από των αρ. 19 της ΚΠολΔ 559, ενώ, κατά τα λοιπά, όσα εκτίθενται σ' αυτόν πλήττουν απαραδέκτως, κατά την ΚΠολΔ 561 παρ. 1 τη ν ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης. Ο ίδιος λόγος δεν θεμελιώνει πλημμέλειες από τους αριθμούς 9, 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εντελώς αόριστα αιτιώνται οι αναιρεσείοντες την αναιρεσιβαλλομένη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Ιουνίου 2002 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 1109/2002 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων ορίζει : α) σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ υπέρ της αλλοδαπής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία " SCHWARZMEER UND OSTEE VERSICHERUNGS AG, SOVAG", 2) σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ υπέρ του ΝΠΙΔ με τηνεπωνυμία " Γραφείο διεθνούς Ασφαλίσεως" και 3) σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ υπερ του Ψ3.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12-3-2008 Δημοσιεύτηκε σε δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 2-4-2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ