Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and inadmissibility of arguments regarding enforcement and evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision of 6806/2004. The appellant failed to appear at the hearing, and the Court proceeded under Article 576 of the Code of Civil Procedure. Furthermore, the Court dismissed specific grounds for appeal as inadmissible because they challenged factual assessments or addressed parts of the case already ruled upon in a previous annulment. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2), 559, 561, 555, 579(1), 581(2) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may examine a case ex officio if a summoned party fails to appear; appeals challenging factual assessments or covering matters already decided in prior proceedings are inadmissible or unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 666 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 666/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Γεώργιο Χλαμπουτάκη Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρουμάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:...., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης:Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Κουτρούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-1997 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2333/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 6806/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-7-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 18-1-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση από την προσκομιζόμενη υπ'αριθμ. ..... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του πρωτοδικείου Αθηνών ..... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειουμένη στην αρχή της παρούσης και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, στον αναιρεσείοντα ..... . Επομένως, εφ΄όσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔικ. στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και σε ποίο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔικ.
λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση (Ολ. ΑΠ 32/1996). Ειδικώτερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση της παραβιάσεως ουσιαστικού κανόνα δικαίου, πρέπει, πλην των άλλων, εφόσον το δικαστήριο αποφάσισε επί της ουσίας της υποθέσεως, να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε ότι προκύπτουν από τις αποδείξεις, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου (Ολ.
ΑΠ 32/1996, Ολ. 28/1998). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ. αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, χωρίς όμως να αναφέρονται οι επί της ουσίας παραδοχές της αποφάσεως.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Ο ίδιος λόγος, κατά τα λοιπά, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ. πλήσσει την εκτίμηση από το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία της υποθέσεως πραγματικών περιστατικών, η οποία σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔικ., συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικαστική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ., προβάλλεται η από άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔικ. αιτίαση ότι το Εφετείο δεν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση "εκ ποίων έγγραφων συνεκτιμωμένων με τις ενόρκους καταθέσεις σχημάτισε την δικανική της πεποίθηση" πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι "εσφαλμένα και παράνομα εδέχθη ότι δεν απεδείχθησαν τα πραγματικά περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν τον λόγο της ανακοπής περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της καθ' ης (αναιρεσίβλητης), αφού ο μάρτυράς του (αναιρεσείοντος) δεν επιβεβαίωσε με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα τα περιστατικά αυτά, ενώ ο μάρτυρας της αναιρεσίβλητης κατέθεσε ότι ελύθη η σύμβαση ελλείψει ασφαλιστικών συμβολαίων από το αναιρεσείοντα, η κατάθεση του δε αυτή δεν είναι αντικειμενική διότι είναι υπάλληλος της αναιρεσίβλητης και εξαρτά έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης, ενώ εξάλλου στη σύμβαση ασφαλιστικής συνεργασίας δεν ετέθη ο όρος ότι εάν δεν πραγματοποιήσει ο αναιρεσείων ορισμένο αριθμό ασφαλιστικών συμβολαίων θα λύεται οποτεδήποτε η σύμβαση συνεργασίας τους".
Ο λόγος αυτός, εφ' όσον δεν επικαλείται ο αναιρεσείων συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔικ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος. Ο ίδιος λόγος, κατά τα λοιπά είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί πλήσσει την εκτίμηση από το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία της υποθέσεως πραγματικών περιστατικών, η οποία κατά τα προεκτεθέντα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα. Εξ άλλου κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β ΚΠολΔικ.
ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του Εφετείου και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, κατ' ορθή εκτίμηση, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β ΚΠολΔικ. αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει τον σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος με τον οποίο παραπονέθηκε για εσφαλμένη απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του λόγου της ανακοπής του ότι η επίσπευση της εναντίον του αναγκαστικής εκτελέσεως αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία οι εργοδότες καταγγέλουν άνευ λόγου τη σύμβαση εργασίας για να εκβιάσουν τον εργαζόμενο και να ωφεληθούν αυτοί εκμεταλλευόμενοι την εργασία του.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι το παρατιθέμενο συμπέρασμα δεν έχει το χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας, υπό την επίκληση δε της ως άνω πλημμέλειας πλήττεται πράγματι η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 555, 579 παρ. 1 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια τα οποία αφορά ο λόγος αναιρέσεως που έγινε δεκτός, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα και ότι το Δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να επιληφθεί της υποθέσεως σε σχέση προς τα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, ούτε μπορεί τα κεφάλαια αυτά να προσβληθούν με νέα αίτηση αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, με την υπ' αριθμ. 9589/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε στο σύνολό της, κατ' επικύρωση της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η από 5-9-1997 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως που επισπεύδοταν σε βάρος του δυνάμει του υπ' αριθμ. ....
δανειστικού συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών ..... Με την υπ' αριθμ. 784/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η απόφαση αυτή και αναπέμφθηκε η υπόθεση για να δικασθεί μόνο καθ' ό μέρος είχε απορριφθεί ο λόγος της ανακοπής περί ακυρότητας της επισπευδομένης εκτελέσεως ως καταχρηστικής κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ κατά τα λοιπά κεφάλαια της 9589/2000 εφετειακής απόφασης απορρίφθηκε η αναίρεση.
Επομένως η προβαλλόμενη με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του αιτίαση που αναφέρεται στα κεφάλαια αυτά που δεν αναιρέθηκαν και γι αυτό δεν έχει επιληφθεί τούτων η προσβαλλόμενη (6806/2004) απόφαση, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επειδή ο τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ., προβάλλεται πράγματι η από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔικ.
αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προσαχθέντα και επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε "και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης αυτής δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν με επίκληση από τον αναιρεσείοντα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάμει ειδική αναφορά και ξεχωριστή αξιολόγηση για καθένα από αυτά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την απο΄13-7-2005 αίτηση του .....για αναίρεση της υπ'αριθ.6806/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 26 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ