Legislator Case Law & Legislation
666/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on double insurance liability, ruling insurers must pay full amount to third parties.

Case Number 666/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed appeals against lower court decisions regarding liability for a traffic accident involving multiple insurance companies. The appellants argued that the appellate court erred in rejecting a claim against a seventh insurer, which had already settled with the policyholder. The court held that under the relevant insurance law, insurers are jointly and severally liable to third parties up to their policy limits, making the double insurance argument invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 15(3) of Law 2496/1997; Articles 6(1) and 9 of Ministerial Decision 4/585/1978: Insurance companies are jointly and severally liable to third parties for the full amount of the policy, regardless of whether other insurers have settled with the insured.

Keywords

AI generated
double insurance liability joint and several liability third party claim insurance settlement traffic accident compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 15(3) of Law 2496/1997
Article 6(1) of Ministerial Decision 4/585/1978
Article 9 of Ministerial Decision 4/585/1978
Article 11(2) of Law 484/1976
Article 7(3) of Law 2170/1993
Article 1 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 666 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 666/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. - Γ. Σ. του Χ., 2. Ε. Κ. του Μ., συζύγου Γ. Σ., 3. Χ. - Σ. Σ. του Μ. - Γ., 4. Μ. Κ. του Δ., 5 Α. συζ. Μ. Κ., το γένος Ν. Μ., και 6. Κ. χήρας Χ. Σ., το γένος Κ. Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κοντογεώργη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. J. G. του Ε., κατοίκου ...., 2. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, 3. Θ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., 4. Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., 5. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Αθανασόπουλο και 6. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Αθανασόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. - Γ. Σ. του Χ., 2. Ε. Κ. του Μ., πρώην συζύγου Γ. Σ., 3. Χ. - Σ. Σ. του Μ. - Γ., 4. Μ. Κ. του Δ., 5 Α. συζ. Μ. Κ., το γένος Ν. Μ., 6. Κ. χήρας Χ. Σ., το γένος Κ. Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κοντογεώργη και 7. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-4-1999, 18-9-1999, 17-6-2000, 3-1-2001 αγωγές και την από 12-5-2000 προσεπίκληση με αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 338/2003 μη οριστική και 271/2004 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητούν οι υπό στοιχείο Α. αναιρεσείοντες με την από 1 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή τους και την αναίρεση της 271/2004 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου ζητεί η υπό στοιχείο Β. αναιρεσείουσα με την από 5 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε : α. την από 13 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 1-12-2004 κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης κατά το μέρος που με αυτή προσβάλλεται η υπ' αριθ. 22/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, β. την απόρριψη κατά τα λοιπά της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και γ. την απόρριψη ως αβάσιμων και των δύο λόγων αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και β: την από την από 27 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 5-9-2005 κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντίστοιχων αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ' αναίρεση δίκη, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης.

Α. Επί της υπ' αριθ. πινακίου 38 υπόθεσης Ι. κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. …67/22.3.2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου Χ. Κ., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την στο τέλος αυτής πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση, προς συζήτηση επιδόθηκε στο δικηγόρο Ρόδου Ι. Χ., ως πληρεξούσιο και αντίκλητο του πρώτου αναιρεσιβλήτου H. G., κάτοικο ..., πλην, όμως κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 23.9.2005 η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε, συναινετικώς, για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία ο πιο πάνω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε. Επομένως θα πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του.

ΙΙ. Κατά την παρ. 1 του άρθρου 495 του Κ.Πολ.Δ., το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται σε πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 496 την οποία υπογράφει και ο καταθέτων το δικόγραφο.

Στο δικόγραφο σημειώνεται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνεται με την υπογραφή του αρμόδιου υπαλλήλου της γραμματείας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 500 του ίδιου Κώδικα τα αποτελέσματα των ενδίκων μέσων αρχίζουν από τη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσής τους, ενώ κατά το άρθρο 566 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, αν με το αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια (ΑΠ 1420/1997).

Με την κρινόμενη αναίρεση προσβάλλονται τόσο οι υπ' αριθ. 338/2003 και 271/2004 (μη οριστική και οριστική αντίστοιχα) αποφάσεις του Εφετείου Δωδεκανήσου όσο και η υπ' αριθ. 22/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Το δικόγραφό της, όμως, όπως εξ αυτού προκύπτει, έχει κατατεθεί μόνο στη Γραμματεία του Εφετείου Δωδεκανήσου (43/8-12-2004 πράξη κατάθεσης) και όχι και στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Ρόδου.

Είναι συνεπώς απαράδεκτη, η αναίρεση, καθόσον με αυτή, προσβάλλεται η πιο πάνω απόφαση του Πρωτοδικείου Ρόδου. Σημειώνεται δε ότι με την προσβολή της 271/2004 οριστικής απόφασης του Εφετείου, θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται και η 338/2003 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου που προεκδόθηκε, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 553 Κ.Πολ.Δ.

και αν ακόμη δεν απευθυνόταν ρητώς κατά της τελευταίας η αναίρεση (ΑΠ 391/1992).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, στις οποίες, κατά την περίπτωση β' της ίδιας παραγράφου, περιλαμβάνονται οι οριστικές αποφάσεις, με τις οποίες περατώνεται η όλη δίκη ή μόνο η δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή.

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να ασκήσει ανακοπή. (Ολ.

ΑΠ 11/1998). Από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 4 και 558 εδαφ. β' Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, κατά την οποία η θέση κάθε διαδίκου είναι ανεξάρτητη απέναντι των υπολοίπων, η οριστική απόφαση που εκδίδεται για κάποιον από τους διαδίκους, περατώνει τη δίκη ως προς αυτόν και καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς, με συνέπεια να μπορεί να προσβληθεί κατά το μέρος τούτο με το ένδικο μέσο της αναίρεσης (ΑΠ 896/2002), ενώ αν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους απλούς ομοδίκους δικάστηκε ερήμην στο Εφετείο, η κατ' αυτού ασκηθείσα αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία είτε με την προσκομιδή αποδεικτικών επίδοσης είτε με την παραίτηση από την ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 645/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση, που εκδόθηκε ερήμην της 2ης των εφεσιβλήτων και ήδη απολιπόμενης 2ης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και κατ' αντιμωλία των εκκαλούντων - αναιρεσειόντων και των λοιπών 1ου, 3ου, 4ου, 5ης και 6ης των εφεσιβλήτων-αναιρεσιβλήτων, τελούντων, ας σημειωθεί όλων των εφεσιβλήτων-αναιρεσιβλήτων, ως εις ολόκληρον υποχρέων από αυτοκινητικό ατύχημα, σε σχέση απλής ομοδικίας, κατέστη τελεσίδικη μόνο ως προς τους πιο πάνω κατ' αντιμωλία δικασθέντες εφεσιβλήτους- αναιρεσιβλήτους, αφού ως προς την ερήμην δικασθείσα 2η των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία είτε με την προσκομιδή αποδεικτικού επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης και την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας είτε με την παραίτηση από την τυχόν ασκηθείσα ανακοπή ερημοδικίας και συνεπώς θα πρέπει η ασκηθείσα κατά της τελευταίας αναίρεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

IV. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, δηλαδή υπέπεσε σε λάθος ως προς την ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου με το να αποδώσει σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό στη συνέχεια δε κατέληξε, στηριζόμενο σ' αυτό και μόνο ή κυρίως σ' αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς τα πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης(ΑΠ 921/2002).

Ο λόγος, όμως, αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο αξιολογώντας απλώς το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου με τις άλλες αποδείξεις καταλήγει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 917/2002).

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., καθόσον παραμόρφωσε τα περιεχόμενο της υπ' αριθ. 2199/24-11-1998 ιατρικής βεβαίωσης του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Ρόδου και της υπ' αριθ. 360/9-12-1998 ιατροδικαστικής έκθεσης νεκροψίας - νεκροτομίας του Ιατροδικαστή Χ.

Λ. σχετικά με την αιτία θανάτου του γιου, αδελφού και εγγονού τους αντίστοιχα Μ.-Τ. Σ. και έτσι έκρινε τον τελευταίο, οδηγό μοτοσυκλέτας, συνυπαίτιο, κατά ποσοστό 20%, του θανασίμου τραυματισμού του σε τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα, στις 19-11-1998, στη Ρόδο, επειδή δεν φορούσε προστατευτικό κράνος. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, σχετικά με την συνυπαιτιότητα αυτή του θανόντος τα εξής: "Όμως ενόψει του ότι, όπως έχει προαναφερθεί, ο θανατωθείς οδηγός της ανωτέρω μοτοσυκλέτας δεν φορούσε προστατευτικό κράνος και όλες οι βαριές σωματικές του κακώσεις εντοπίζονται στον εγκέφαλο, ήτοι βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση προσωπικού και κρανίου και ο θάνατός του επήλθε από τραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία του εγκεφάλου, όπως τούτο προκύπτει από τις προμνημονευόμενες ιατρική βεβαίωση του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Ρόδου και ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομίας της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, ενώ αν φορούσε προστατευτικό κράνος, αναμφίβολα θα είχε αποφευχθεί η τόσο βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και συνακόλουθα θα είχε αποφευχθεί ο θάνατός του, ο οποίος προκλήθηκε εξ αιτίας αυτών ως μόνης ενεργού αιτίας, βαρύνεται και ο ίδιος με συνυπαιτιότητα, ως προς τις θανάσιμες σωματικές κακώσεις που υπέστη, κατά ποσοστό 20%.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του περί συνυπαιτιότητας του θανόντος για το θανάσιμο τραυματισμό του, εξαιτίας της παράλειψης χρησιμοποίησης προστατευτικού κράνους, κατόπιν συνεκτίμησης όλων των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ των οποίων και των δυο πιο πάνω εγγράφων.

Συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

IV. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., με την οποία ορίζεται ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι θεμελιώνεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη στα πλαίσια των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται και στην ειδική διαδικασία της εκδίκασης των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο (άρθρα 591 παρ. 1 και 681 Α Κ.Πολ.Δ.) και τα έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν υπάρχουν αμφιβολίες περί του αν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση ή παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα (ΑΠ 1590/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 51/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (επί πλημμελημάτων) και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ' Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη πέραν των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και "όλα ανεξαιρέτως τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα.....μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και όσα συντάχθηκαν στα πλαίσια της ποινικής προανάκρισης που διεξήχθη".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη του και το αναφερόμενο έγγραφο. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης των Μ. - Γ. Σ. κλπ στο σύνολό της ως προς τους 1ο, 3ο, 4ο, 5η και 6η των αναιρεσιβλήτων και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο παρισταμένων 3ου, 4ου, 5ης και 6ης των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις.

Β) Επί της υπ' αριθ. πινακίου 37 υπόθεσης Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα.

Η προθεσμία αυτή των εξήντα τουλάχιστον ημερών που τάσσεται ως ελάχιστη προθεσμία κλήτευσης του αντιδίκου πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης όταν ο κλητευόμενος διάδικος διαμένει στην Ελλάδα, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε είναι ο αναιρεσίβλητος σκοπό, έχει να λάβει ο κλητευόμενος γνώση της δικασίμου κατά την οποία θα συζητηθεί η αναίρεση, σε χρόνο που του επιτρέπει να προπαρασκευάσει την υπεράσπισή του μέσα στο πλαίσιο της θεμελιώδους, αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Επομένως αν τη συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδει ο αναιρεσείων και δεν επιδώσει εμπρόθεσμα την κλήση για τη συζήτηση, δηλαδή πριν από εξήντα ημέρες, όπως επιβάλλει η παραπάνω διάταξη, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος εμφανιζόμενος κατ' αυτήν, αντιλέγει στην πρόοδο της δίκης, ισχυριζόμενος ότι εξαιτίας της μη εμπρόθεσμης κλήτευσής του δεν μπόρεσε να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, διότι τότε η πρόοδος της δίκης, πάσχει ακυρότητα λόγω βλάβης δικονομικής του αναιρεσιβλήτου, κατά το άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 577/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση οι έξι πρώτοι των αναιρεσιβλήτων, κάτοικοι Ρόδου, εμφανισθέντες κατά τη συζήτηση, αντέλεξαν, με τις έγγραφες προτάσεις τους, στην πρόοδο της δίκης, ισχυριζόμενοι ότι για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (3.2.2006) κλητεύθηκαν από την επισπεύδουσα αναιρεσείουσα, στις 21.12.2005, δηλαδή όχι εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, όπως ορίζει το άρθρο 568 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.

Ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν επικαλούνται ότι εξαιτίας της μη εμπρόθεσμης κλήτευσής τους υπέστησαν κάποια δικονομική βλάβη.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία προσάπτει στο Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του πιο πάνω αναιρετικού λόγου διότι δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως επικαλεσθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα προς απόδειξη του καταλυτικού της από 17-6-2000 αγωγής των έξι πρώτων αναιρεσιβλήτων κατ' αυτής ισχυρισμού της ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος (19-11-1998) δεν κάλυπτε ασφαλιστικά το ζημιογόνο αυτοκίνητο, λόγω της νόμιμης, με επιστολή, γνωστοποίησης, στις 27-10-1998, προς την ιδιοκτήτρια και εκμισθώτρια αυτού ασφαλισμένη ανώνυμη εταιρεία (...

ΑΕ), της επερχόμενης, στις 31-10-1998, λήξης του τρίμηνης διάρκειας ασφαλιστηρίου συμβολαίου και της παρόδου έκτοτε μέχρι την ημέρα του ατυχήματος χρόνου μεγαλύτερου των δεκαέξι (16) ημερών και συγκεκριμένα τα με αριθμούς 1790/6-5-1996 και 508/29-1-1999 ΦΕΚ/Τα ΑΕ και ΕΠΕ, από τα οποία προκύπτει ότι ο Κ. Τ., που παρέλαβε την έγγραφη γνωστοποίηση, ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο, σύμφωνα με το καταστατικό της παραλήπτριας ασφαλισμένης εταιρίας, ο νόμιμος εκπρόσωπός της.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της εν μέρει παραδοχής της αγωγής των έξι πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και της απόρριψης του ισχυρισμού της τελευταίας για το λόγο ότι "στην υπ' αριθ. 522698/23.10.1998 απόδειξη, παραλαβής - παράδοσης δεν έχει υπογράψει η παραλήπτρια ασφαλισμένη εταιρεία "...

Α.Ε." έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και "όλα ανεξαιρέτως τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα". Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο ότι παρόλο που δεν μνημονεύονται ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα (ΦΕΚ).

Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 6 παρ. 1, της Κ4/585/1978 κανονιστικής αποφάσεως του υπουργού Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του νόμου 489/1976 και καθορίζει τους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου που καλύπτει την αστική ευθύνη από ατυχήματα αυτοκινήτων "η ασφαλιστική σύμβασις ισχύει δια την ασφαλιστικήν περίοδον ήτις ορίζεται εις το ασφαλιστήριον και ανανεούται εκάστοτε δι' ίσον χρονικόν διάστημα μετά την λήξιν της ασφαλιστικής περιόδου, ως και των επομένων τοιούτων, εκτός εάν, 30 ημέρες προ του τέλους εκάστης ασφαλιστικής περιόδου, εκάτερον των συμβαλλομένων μερών ειδοποιήσει το έτερον δια συστημένης επιστολής περί του αντιθέτου.

Επί πάσης ανανεώσεως εκδίδεται νέον ασφαλιστήριον ή βεβαίωσις περί ανανεώσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως (ανανεωτήριον)". Κατά το άρθρο 9 παρ. 1 της ίδιας υπουργικής αποφάσεως "εκάτερον των συμβαλλομένων μερών δύναται ελευθέρως και κατά πάντα χρόνον, δι' εγγράφου συστημένου ή επί αποδείξει, να καταγγείλη την ασφαλιστικήν σύμβασιν.

Η ακύρωσις επέρχεται μετά πάροδον 20 ημερών από της κοινοποιήσεως του ως άνω περί καταγγελίας εγγράφου." Περαιτέρω ορίζει η μεν παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 489/1976 ότι "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή" το δε άρθρο 11 του ίδιου νόμου, όπως η δεύτερη περίοδος της παραγράφου 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 2170/1993 ότι "1.

Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει, κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατά το άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού 2. Η ακύρωση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης δύναται να αντιταχθεί κατά του τρίτου που ζημιώθηκε μόνο αφού το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι ημερών από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνωστοποίηση της ακύρωσης ή λήξης ή αναστολής.

Η γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή αντισυμβαλλομένου με επιστολή του ασφαλιστή προς αυτόν". Εξάλλου η σύμβαση ασφάλισης δύναται να λυθεί είτε με μονομερή καταγγελία καθενός από τα συμβαλλόμενα μέρη αυτής σύμφωνα με τις διατυπώσεις που προβλέπει το προαναφερόμενο άρθρο 9 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε.

είτε με αντίθετη συμφωνία των μερών κατά το άρθρο 361 ΑΚ. Παγίως δέχεται ο Άρειος Πάγος ότι η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 489/1976 γνωστοποίηση, απαιτείται οπωσδήποτε να τηρηθεί ανεξάρτητα από τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε για τη λύση της σύμβασης (καταγγελία ή αντίθετη συμφωνία). Τούτο γιατί σκοπός της γνωστοποίησης είναι η άρση κάθε αμφισβήτησης ως προς το χρόνο παύσης της ευθύνης του ασφαλιστή και η εντεύθεν αποτροπή της δυνατότητας συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σε βάρος του ζημιωθέντος τρίτου, στην προστασία του οποίου και αποβλέπει.

Όμως ανάγκη τέτοιας γνωστοποίησης δεν συντρέχει στις μεταξύ του ασφαλισμένου και του ασφαλιστή σχέσεις. Η λύση τότε της σύμβασης ασφάλισης επέρχεται, όταν κατά νόμο ολοκληρωθεί ως προς τα απαιτούμενα στοιχεία του ο λόγος στον οποίο στηρίζεται η λύση (Ολ. ΑΠ 24/1994, ΑΠ 560/2003). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής:

Αποδείχθηκε ότι η από την εναγομένη στη δεύτερη κύρια αγωγή και ήδη αναιρεσείουσα "... ΑΕ" προσεπικαλουμένη-παρεμπιπτόντως εναγομένη και ήδη έβδομη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών", το ζημιογόνο επιβατηγό αυτοκίνητο (υπ' αριθ. κυκλ. ...20 τύπου Suzuki), το είχε αρχικά ασφαλίσει για την περίπτωση πρόκλησης ζημιών σε τρίτους κατά την κυκλοφορία του, δυνάμει του υπ' αριθ.

…4889/5 ασφαλιστηρίου συμβολαίου για το χρονικό διάστημα από το μεσημέρι ώρα 12.00 της 22-12-1997 έως το μεσημέρι ώρα 12.00 της 22-12-1998. Στη συνέχεια δυνάμει της υπ' αριθ. …29 πρόσθετης πράξης, ακύρωσε το πιο πάνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο από 1-1-1998 μέχρι τη λήξη του 22-12-1998, λόγω προβλημάτων συνεργασίας με την ασφαλισμένη ιδιοκτήτρια εταιρεία (...

AE), όμως προς τακτοποίηση και μόνο των λογιστικών εγγράφων και διευθέτησης των χρεωπιστωθέντων ασφαλίστρων, η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει της υπ' αριθμ. ….67 πρόσθετης πράξης της, επανέφερε σε ισχύ το αρχικό υπ' αριθ. …89/5 ασφαλιστήριο συμβόλαιο και την 3-4-1998 συμφώνησε με την ασφαλισμένη ιδιοκτήτρια εταιρεία (...

ΑΕ) την ακύρωση του αρχικού (υπ' αριθ. …9/5) ασφαλιστηρίου συμβολαίου για το χρονικό διάστημα από 3-4-1998 έως 22-12-1998 δυνάμει της με επίκληση προσκομιζόμενης υπ' αριθ. ….93 πρόσθετης πράξης της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας.

Συνεπώς αφού η παραπάνω ασφαλιστική εταιρεία "Εθνική" την 3-4-1998 συμφώνησε με τη συμβαλλόμενη ασφαλισμένη ιδιοκτήτρια εταιρεία (... AE) τη λύση της μεταξύ τους ασφαλιστικής σύμβασης κατά το χρόνο του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος 19-11-1998 το ως άνω ζημιογόνο επιβατηγό αυτοκίνητο δεν ήταν ασφαλισμένο στην έβδομη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την παρεμπίπτουσα αγωγή με την οποία η αναιρεσείουσα ζητούσε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγομένης και ήδη έβδομης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτή με την εκδοθησομένη απόφαση να καταβάλει στους ενάγοντες - έξι πρώτους αναιρεσιβλήτους της κύριας αγωγής άλλως το ήμισυ αυτών, με την αιτιολογία ότι πρόκειται περί διπλής ασφάλισης και σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 2496/1997 οι περισσότεροι ασφαλιστές ευθύνονται έναντι των τρίτων εις ολόκληρον, μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της σύμβασής τους.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 και 9 της Κ4/585/1978 κανονιστικής απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, 10 παρ. 1 και 11 παρ. 2 του ν. 484/1976, όπως η δεύτερη περίοδος της παραγράφου 2 του άρθρου 11 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 2170/1993 και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΑΕ", και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο παρισταμένων των έξι πρώτων από κοινού και της έβδομης αντίστοιχα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 1.12.2004 και 5.9.2005 αιτήσεις των Μ. Γ. Σ. κλπ και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 271/2004 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου και επιπλέον με την πρώτη της υπ' αριθ. 22/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.

Απορρίπτει την από 1.12.2004 αίτηση αναίρεσης α) ως απαράδεκτη κατά το μέρος που με αυτή προσβάλλεται η υπ' αριθ. 22/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου β) ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της απολιπόμενης 2ης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ..." και γ) ως αβάσιμη ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο παρισταμένων 3ου, 4ου, 5ης και 6ης των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ για τον καθένα.

Απορρίπτει την από 5.9.2005 αίτηση αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο παρισταμένων των έξι πρώτων από κοινού και της έβδομης αντίστοιχα των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει για κάθε ομάδα σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ