Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds attacking non-appealable fact-finding.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for leave to appeal against the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court erred in law regarding joint bank account management and the statute of limitations, but failed to specify the exact legal rule violated. The court ruled that these arguments were inadmissible because they attacked the court's non-appealable assessment of facts and did not cite specific substantive law provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 1 and 577 paras. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure; Appeals against the assessment of facts are inadmissible unless the appellant cites the specific substantive legal rule violated and demonstrates its erroneous application.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 665 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 665/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη - Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ν. του Ε., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σκουράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ά. Ε. του Ι., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Κύρκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 700/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-3-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 07/03/2023 αίτηση αναίρεσης (με ΓΑΚ 2262/2023, ΕΑΚ 218/2023 αριθ.δικ 505/2023 ) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα με αριθμό 700/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 12-04-2021 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. .../2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1και 3 ΚΠολΔ).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 2 και 3 του Ν. 5368/1932, όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν.Δ. 951/1971 και διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' Ν.Δ. 118/1973, ορίζονται τα εξής: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν, επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (...) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ` ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 παρ. 1). "Η Χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγουμένη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 Ν.Δ. 17.7/ 13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491,493 ΑΚ και 117 ΕισΝΑΚ, συνάγονται τα εξής: Σε περίπτωση Χρηματικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του καταθέτη και τρίτων, και ανεξαρτήτως αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς ή έναν από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και της Τράπεζας (δέκτη της κατάθεσης) αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη ολοκλήρου του ποσού της κατάθεσης ή μέρους αυτής από έναν από τους δικαιούχους του λογαριασμού, να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, στο όνομά του και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, αν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της Χρηματικής κατάθεσης από έναν δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης (Τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς, δηλαδή τους δικαιούχους που δεν ανέλαβαν, οι οποίοι από το νόμο πλέον αποκτούν απαίτηση έναντι εκείνου, που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολόκληρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, από μέρους αυτού, που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού (ΑΠ 946/2015,ΑΠ 378/2011,ΑΠ 711/2009, ΑΠ 1782/2007,ΑΠ 1550/2007 ΑΠ 1462/2006).
Η σχέση δε που συνδέει τους δικαιούχους κοινού λογαριασμού μπορεί να είναι σύμβαση εντολής, βάσει της οποίας ο εντολέας ορίζει και άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντάς του, απλώς προς διευκόλυνση του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού και τα χρήματα τα οποία έχει καταθέσει σ' αυτόν.
Σε αυτή την περίπτωση εφαρμόζονται οι περί εντολής διατάξεις (άρθρα 713 επ. ΑΚ) και ο εντολέας, εφόσον προβλέφθηκε ότι ο εντολοδόχος δεν θα προβαίνει σε αναλήψεις χωρίς προηγούμενη συγκεκριμένη εντολή του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον αναλαβόντα την κατάθεση συνδικαιούχο του λογαριασμού ολόκληρο το ποσό του.
Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 713, 714 και 719 ΑΚ, με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, ευθύνεται για κάθε πταίσμα και έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 330, 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εντολοδόχος, εφόσον ενήργησε παραβαίνοντας τους όρους της εντολής, έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει ως γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου. Θετική ζημία είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η ελάττωση της περιουσίας του εντολοδόχου που επέρχεται, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, και με τη μη προβλεπόμενη από την εσωτερική σχέση της εντολής ανάληψη ποσών από κοινό τραπεζικό λογαριασμό.
Ζημιογόνος δε υπαίτια Πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί να στηρίξει, για τον παθόντα αντισυμβαλλόμενο, απαίτηση αποζημιώσεως, όχι μόνον εκ συμβάσεως αλλά και εξ αδικοπραξίας, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, όπως συμβαίνει όταν προσβάλλει το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητος.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Αδικοπραξία, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος που περιήλθε οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη, σύμφωνα με το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ .
Κατά τη διάταξη αυτή, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως συνίσταται στην παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος που είναι κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει την θέληση αυτού να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σα να είναι κύριος, η δε υποκειμενική (υπόσταση), στην ύπαρξη του δόλου που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), ανήκει δηλαδή κατά κυριότητα σε άλλον, καθώς και τη θέληση να ιδιοποιηθεί το πράγμα παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.
Ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητος Πράξη. Επομένως, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση, όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε, κατ` άρθρο 719 ΑΚ, καθώς και ό,τι προκαταβλήθηκε σ` αυτόν, κατ` άρθρο 721 ΑΚ, από τον εντολέα για την εκτέλεση της εντολής και δε διατέθηκε προς τούτο, δεδομένου ότι δεν καθίσταται κύριος των δοθέντων σ` αυτόν από τον εντολέα για την εκτέλεση της εντολής.
Εξάλλου, από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι για τη γέννηση ευθύνης προς αποζημίωση ή Χρηματική ικανοποίηση από Αδικοπραξία πρέπει να υπάρχει: α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) επέλευση ζημίας και γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παρανόμου και υπαίτιου συμπεριφοράς του ενός και της ζημίας του άλλου.
Δηλαδή από τα ίδια άρθρα, συνδυαζόμενα με τα άρθρα 298, 299 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι η αξίωση για Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έχει γενεσιουργό αιτία αδικοπραξία υπό την κατά το άρθρο 914 ΑΚ έννοια της υπαίτιας ζημιογόνου πράξης. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι ως ενάγων ο δικαιούχος προς αποκατάσταση της ζημίας του, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη ζημία, το νομικό λόγο που γεννά την ευθύνη και την αιτιώδη συνάφεια ζημίας και ζημιογόνου γεγονότος.
Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος και το κέρδος που αυτός απώλεσε λόγω της υπαίτιας Πράξης (ΑΠ 1049/2023, ΑΠ 657/2011).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 839/2023).
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως δε προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις ( των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ,) για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος ( ΑΠ 16/2023,ΑΠ 1230/2014, 1586/2008).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 184/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 45/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε τα εξής : Η ενάγουσα/εφεσίβλητη κατάγεται από τις Φιλιππίνες και ζει και εργάζεται από πολλών ετών στην Ελλάδα. Λίγο καιρό μετά την άφιξή της προσελήφθη και εργάστηκε ως οικιακή βοηθός στην οικία του Ν.-Γ.
Π., υιού του ζωγράφου Κ. Π., μέχρι το θάνατό του στις 6-12-1998. Μετά το θάνατο του εν λόγω εργοδότη της, περιήλθε σε αυτήν, με βάση τις διαθήκες που αυτός κατέλιπε, σημαντική περιουσία, αποτελούμενη από πίνακες, ένα διαμέρισμα στην Καλλιθέα, ένα αγροτεμάχιο στο Πόρτο Χέλι και μετρητά. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 2-9-2005 η ενάγουσα/εφεσίβλητη συνήψε γάμο με τον εναγόμενο/εκκαλούντα.
Κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους διατηρούσαν κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, μεταξύ των οποίων ο με αριθμό ... λογαριασμός στην τράπεζα "CITY BANK", ενώ ο εναγόμενος/εκκαλών διαχειριζόταν την περιουσία της ενάγουσας/εφεσίβλητης και εκπροσωπούσε αυτήν σε διάφορες συναλλαγές. Μάλιστα, ήδη πριν το γάμο τους, ο εναγόμενος/εκκαλών κατ' εντολή της ενάγουσας/εφεσίβλητης και δυνάμει του υπ' αριθμ. .../21-5-2004 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Καλλιθέας Ι.
Β. διαχειριζόταν την περιουσία της και την εκπροσωπούσε στις διάφορες συναλλαγές της. Ακολούθως, η ενάγουσα διέθεσε μέρος της περιουσίας που είχε κληρονομήσει ως ανωτέρω, για την αγορά δύο διαμερισμάτων, επί της οδού ... στο Ελληνικό Αττικής, ήτοι α) το υπό στοιχεία Ε1 διαμέρισμα με την με αριθμό Π1 8 αποθήκη και ΥΠ.4 θέση στάθμευσης και β) το με στοιχεία Γ2 διαμέρισμα, με την ΠΙ10 αποθήκη και την με στοιχεία ΥΠ.2 θέση στάθμευσης.
Στη συνέχεια, η ενάγουσα/εφεσίβλητη πώλησε το δεύτερο εκ των ανωτέρω διαμέρισμα με την αντίστοιχη θέση στάθμευσης και την αποθήκη, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../11-2-2011 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Μ. Η., έναντι αναγραφόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος 190.485,12 ευρώ αλλά με μεγαλύτερο πραγματικό τίμημα.
Από το τίμημα της πώλησης αυτής ποσό 100.000 ευρώ πιστώθηκε, στις 11-2-2011, με κατάθεση της τραπεζικής επιταγής με αριθμό ... της "ALHA BANK" στον ως άνω με αριθμό ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό στην τράπεζα "CITY BANK" με δικαιούχους αμφότερους τους διαδίκους. Επίσης, στον ίδιο λογαριασμό πιστώθηκε, κατά την ίδια ημεροχρονολογία, το ποσό των 50.000 ευρώ εκ του ως άνω τιμήματος με κατάθεση της υπ' αριθμ. ...
τραπεζικής επιταγής της "ALPHA BANK", ως και το ποσό των 1.000 ευρώ σε μετρητά. Ακολούθως, στο με αριθμό ... κοινό λογαριασμό των διαδίκων που τηρείτο στην "Εθνική Τράπεζα" πιστώθηκε, στις 8-7-2011 το χρηματικό ποσό των 50.000 ευρώ εκ του ως άνω τιμήματος, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... επιταγή της "ALPHA BANK", ενώ στις 17-2-2011 εκδόθηκε η με αριθμό ...
επιταγή της "Εθνικής Τράπεζας", ποσού 25.000 ευρώ, με χρέωση του ως άνω με αριθμό ... κοινού λογαριασμού των διαδίκων στην τράπεζα αυτή, η οποία στη συνέχεια κατατέθηκε στον ένδικο λογαριασμό της "CITY BANK" και πιστώθηκε με το ποσό των 25.000 ευρώ στις 18-2-2011. Περαιτέρω, αναφορικά με τον επίμαχο κοινό λογαριασμό προέκυψε, ότι από τις 7-2-2011, οπότε παρουσίασε μηδενικό υπόλοιπο, όλες οι αναφερόμενες στην προσκομιζόμενη κίνηση αυτού πιστώσεις χρηματικών ποσών, μέχρι και το οριστικό κλείσιμο στις 25-5-2012, προέρχονταν από εισοδήματα και περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας/εφεσίβλητης, ήτοι από το τίμημα της παραπάνω πώλησης, πιστωτικούς τόκους, κεφάλαιο και τόκους προθεσμιακής κατάθεσης με αριθμό ..., που ανοίχθηκε με χρηματικά ποσό από το λογαριασμό αυτό.
Ο εναγόμενος/εφεσίβλητος δεν αμφισβήτησε, ούτε με λόγο έφεσης, την προέλευση των χρηματικών ποσών που πιστώθηκαν κατά το παραπάνω διάστημα στον ένδικο λογαριασμό και έγινε αναλυτικά δεκτό ως άνω με την εκκαλουμένη. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα ο εναγόμενος/εκκαλών προέβη σε σειρά χρεώσεων στον επίμαχο κοινό λογαριασμό, οι οποίες έλαβαν χώρα χωρίς τη συναίνεση και κατά παράβαση της εντολής της ενάγουσας/εφεσίβλητης και χωρίς τα αναληφθέντα χρηματικά ποσά να χρησιμοποιηθούν για κάλυψη οικογενειακών ή ατομικών αναγκών της τελευταίας, ούτε προς όφελος αυτής, αλλά αποκλειστικά προς το συμφέρον του εναγομένου/εκκαλούντος.
Ειδικότερα, ο εναγόμενος/εκκαλών μετέφερε στις 17-2-2011 ποσό 100.000 ευρώ στην εταιρεία "METLIFE" προς πληρωμή αρχικού ασφαλίστρου του με αριθμό .../17-2-2011 ασφαλιστηρίου συμβολαίου τύπου "AUVIDA", που είχε συνάψει με την ως άνω εταιρεία και ασφαλισμένο και δικαιούχο ασφάλισης τον ίδιο, το οποίο, στη συνέχεια εξόφλησε πρόωρα, στις 27-11-2013, λαμβάνοντας το ποσό των 91.494,05 ευρώ με πίστωσε σε ατομικό του λογαριασμό, στον οποίο, πιστώνονταν και οι μηνιαίες αποδόσεις του εν λόγω ασφαλιστηρίου (βλ.
την από 01.06.2012 επιστολή της ασφαλιστικής εταιρίας "METLIFE"). Επίσης, ο εναγόμενος/εκκαλών ανέλαβε, στις 19-10-2011, από τον επίμαχο κοινό λογαριασμό το ποσό των 50.000 ευρώ, ενώ επιπλέον συνολικό ποσό ύψους 4.341,84 ευρώ χρεώθηκε σ' αυτόν τον λογαριασμό προς εξόφληση της πιστωτικής κάρτας "visa" του εναγομένου/εκκαλούντος.
Περαιτέρω, όμως, ο εναγόμενος/εκκαλών ισχυρίζεται ότι ανέλαβε τα ως άνω ποσά με τη συναίνεση της ενάγουσας/εφεσίβλητης, σε εξόφληση οφειλής της ίδιας προς αυτόν, ποσού 42.785,20 ευρώ, που αυτός κατέβαλε για οφειλόμενο υπόλοιπο για την αγορά από την ενάγουσα/εφεσίβλητη, το έτος 2006, του υπό στοιχείο Γ-2 διαμερίσματος επί της οδού ...
στο Ελληνικό Αττικής, και ποσού 86.000 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε πάλι από δικά του χρήματα, για την αγορά από την ενάγουσα/εφεσίβλητη, το ίδιο έτος, μιας τριώροφης οικοδομής (αξίας 75.000 ευρώ) και ενός αυτοκινήτου (αξίας 11.000 ευρώ) στις Φιλιππίνες συνολικού ύψους 86.000 ευρώ. Προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού του, ο εναγόμενος/εκκαλών προσκομίζει την από 31-3-2004 χειρόγραφη απόδειξη ποσού 40.000 ευρώ έναντι εξόφλησης υπολοίπου από την ως άνω αγορά, πλην όμως δεν αποδεικνύεται ότι το καταβληθέν αυτό ποσό προς τον πωλητή του διαμερίσματος προερχόταν από εισοδήματα του ίδιου, ούτε ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ αυτού και της αντιδίκου του ότι το ποσό αυτό θα το καταβάλει η τελευταία σ' αυτόν από το τίμημα της μετέπειτα πώλησης του συγκεκριμένου διαμερίσματος, που έλαβε χώρα ως εκτέθηκε ανωτέρω αρκετά χρόνια αργότερα το έτος 2011.
Εξάλλου, ο εναγόμενος/εκκαλών δεν προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι κατέβαλε και το ποσό των 86.000 ευρώ για την αγορά, στο όνομα της ενάγουσας/εφεσίβλητης μίας τριώροφης οικοδομής και ενός αυτοκινήτου στις Φιλιππίνες, ενώ δεν αποδεικνύεται ούτε η πηγή των εν λόγω χρηματικών ποσών, η ανάληψη ή η μεταφορά αυτών από προσωπικούς λογαριασμούς ή η με οποιονδήποτε τρόπο καταβολή τους εκ μέρους του.
Επίσης, ο εναγόμενος/εκκαλών ισχυρίζεται ότι ποσό 56.855,63 ευρώ (από υπόλοιπο ομολόγου της ΕΤΕ)-στον πρώτο λόγο της έφεσης- ή ποσό 57.555,63 ευρώ-στον πέμπτο λόγο της έφεσης- χρησιμοποιήθηκε από τον ίδιο για οικογενειακές δαπάνες και εξόφληση υποχρεώσεων της ενάγουσας/εφεσίβλητης. Ο εν λόγω, όμως, ισχυρισμός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις δεν προκύπτει ποιες από τις κοινές υποχρεώσεις των διαδίκων εξοφλήθηκαν από δικά του χρήματα, τι ποσά αναλήφθηκαν από τον επίμαχο κοινό λογαριασμό, και μάλιστα μετά τη περίοδο 7-2-2011, οπότε αυτός είχε παρουσιάσει μηδενικό υπόλοιπο.
Επίσης, δεν αποδεικνύεται ότι τα χρηματικά ποσά που αναλήφθηκαν από τον επίμαχο λογαριασμό, χρησιμοποιήθηκαν προς όφελος της ενάγουσας σύμφωνα με τη σύμβαση εντολής, αφού πολλές από τις δαπάνες, που εμφανίζονται στις προσκομιζόμενες από τον ίδιο αποδείξεις αφορούν τα έτη 2004-2006, ενώ οι επίδικες αναλήψεις έλαβαν χώρα τα έτη 2011-2012, λίγους μήνες πριν από την αποχώρηση του εναγομένου/εκκαλούντος από τη συζυγική οικία, την 1-3- 2012, ενώ δεν αποδεικνύεται σύνδεση των ποσών που αναλήφθηκαν με την εξόφληση υποχρεώσεων και δαπανών προς όφελος της ενάγουσας/εφεσίβλητης, ούτε, τέλος, ότι αυτές οι δαπάνες εξοφλήθηκαν μέσω της πιστωτικής κάρτας του εναγομένου/εκκαλούντος, ώστε να δικαιολογείται η καταβολή των δόσεων αυτής από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος/εκκαλών κατά τον επίμαχο χρόνο ήταν συνταξιούχος του ΤΕΒΕ με μηνιαία σύνταξη αρχόμενη στο ποσό των 313,42 ευρώ και στη συνέχεια στο ποσό των 514,54 ευρώ (βλ. σχετική απόφαση Διευθυντού Συντάξεων ΤΕΒΕ και ενημερωτικό σημείωμα συντάξεων Ο.Α.Ε.Ε). Προκειμένου, δε, να συμπληρώνει τα εισοδήματά του εκτελούσε διεκπεραιώσεις στο Υπουργείου Συγκοινωνιών, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι διέθετε άλλα εισοδήματα ή περιουσία ώστε να δύναται να καταβάλει τα ως άνω μεγάλα χρηματικά ποσά, για λογαριασμό της ενάγουσας/εφεσίβλητης, η οποία, μάλιστα, είχε κληρονομήσει περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας, όπως εκτέθηκε ανωτέρω (βλ.
και τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας στις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε, ομοίως, ως άνω τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα, ότι το ποσό των 154.341,84 ευρώ καταβλήθηκε εξ' ολοκλήρου στον επίμαχο κοινό λογαριασμό από την ενάγουσα/εφεσίβλητη, ότι δεν υφίσταται οφειλή αυτής προς τον εναγόμενο/εκκαλούντα, δεν έσφαλε ως προς την κρίση του αυτή και συνεπώς, οι σχετικοί πρώτος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της υπό κρίση έφεσης πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Εξάλλου, απορριπτέος τυγχάνει ο έκτος λόγος της έφεσης περί εσφαλμένης απόρριψης της ένστασης συμψηφισμού, αφού από την επισκόπηση των νομίμως κατατεθειμένων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων, προκύπτει ότι ο εναγόμενος/εκκαλών δεν πρότεινε ένσταση συμψηφισμού, η οποία για να είναι ορισμένη πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαιτήσεως γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γεννήσεως τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο II μείζονα σκέψη.
Επίσης, απορριπτέα ως απαράδεκτη τυγχάνει η προβαλλόμενη το πρώτον ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ένσταση συμψηφισμού, με τον ίδιο (έκτο) λόγο έφεσης, καθώς ο εκκαλών δεν προσδιορίζει την απαίτησή του που φέρνει σε συμψηφισμό με την αγωγική απαίτηση, ενώ, σε κάθε περίπτωση, εάν θεωρηθεί ότι η απαίτησή του είναι η εκτιθέμενη στον πρώτο λόγος έφεσης, ήτοι το ποσό των 128.785 ευρώ + το ποσό των 56.855,63 ευρώ, δεν δικαιολογείται το παραδεκτό της βραδείας προβολής της κατ' άρθρο 527 αρ.3 ΚπολΔ, αφού η προτεινόμενη σε συμψηφισμό ανταπαίτηση του εκκαλούντος δεν αποδεικνύεται αμέσως και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο και πρέπει αυτός να επικαλείται και η απόδειξη πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα και όχι σε συνδυασμό με τεκμήρια.
Ακολούθως, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη λεχθεί, ο εναγόμενος/εκκαλών είχε εξουσία να χρησιμοποιεί τα ως άνω πιστούμενα στον επίμαχο κοινό λογαριασμό χρηματικά ποσά, που προέρχονταν αποκλειστικά από εισοδήματα της ενάγουσας/εφεσίβλητης και να τα διαχειρίζεται προς όφελος της για την αξιοποίηση της περιουσίας της και της εξόφλησης των υποχρεώσεών της, από την μεταξύ τους σχέση εντολής.
Πλην, όμως, κατά τα παράβαση αυτής της σχέσης και χωρίς τη συναίνεση της ενάγουσας/εφεσίβλητης, ο εναγόμενος/εκκαλών ανέλαβε το συνολικό ποσό των 154.341,84ευρώ και το χρησιμοποίηση για ίδιον όφελος, με συνέπεια η ενάγουσα/εφεσίβλητη να υποστεί ζημία με αντίστοιχη μείωση της περιουσίας της. Επιπλέον, η ως άνω συμπεριφορά του εναγομένου συνιστά και αδικοπραξία, καθώς αυτός ενήργησε με δόλο και παρανόμως, ιδιοποιούμενος το ως άνω χρηματικό ποσό χωρίς να έχει δικαίωμα προς τούτο, προκαλώντας αιτιωδώς αντίστοιχη ζημία της ενάγουσα/εφεσίβλητης.
Η τελευταία, δε, έλαβε γνώση της αδικοπραξίας και της ζημίας της καθώς και του υπαιτίου, για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 2014, οπότε εστάλη στη συζυγική οικία επιστολή της ασφαλιστικής εταιρίας METLIFE περί πρόωρης εξαγοράς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που ο αντίδικός της είχε συνάψει και στη συνέχεια καταγγείλει στις 27-11-2013 και καταβολής του ποσού της εξαγοράς σε προσωπικό του λογαριασμό, καθώς και με τη λήψη της αναλυτικής κατάστασης του ένδικου λογαριασμού με αριθμ. ...
στην τράπεζα "CITY BANK", οπότε και άρχισε ο χρόνος της παραγραφής της ένδικης αξίωσης, κατά το μέρος που στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξίας, ενώ η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 01-09-2017 (βλ. την υπ' αριθμ. .../01-09-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Σ.), διακόπτοντας την παραγραφή πριν τη συμπλήρωση των πέντε (5) ετών.
Ως εκ τούτου, η εκκαλουμένη που έκρινε ομοίως αναφορικά με την ένσταση παραγραφής που προέβαλε στον πρώτο βαθμό ο εναγόμενος/εκκαλών και συνιστά και τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσής του, και απέρριψε αυτήν, δεν έσφαλε και ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου/εκκαλούντος προκλήθηκε στην ενάγουσα/εφεσίβλητη ηθική βλάβη, καθώς αυτή στερήθηκε των περιουσιακών της στοιχείων, βίωσε άγχος και αγωνία, ενώ ταλαιπωρήθηκε διότι χρειάστηκε να επιδοθεί σε δικαστικούς αγώνες.
Επιδίκασε, δε, σε αυτή εύλογη χρηματική ικανοποίηση ποσού 1.000 ευρώ, αφού έλαβε υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, τις συνέπειες που αυτή είχε στην ενάγουσα/εφεσίβλητη, το βαθμό πταίσματος του εναγομένου/εκκαλούντος, την έκταση και το είδος της ζημίας, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων.
Έτσι, που έκρινε η εκκαλουμένη, δε, έσφαλε και ως εκ τούτου πρέπει ν' απορριφθεί και ο έβδομος λόγος της υπό κρίση έφεσης ως αβάσιμος. Συνακόλουθα, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη έφεση ως αβάσιμη...".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την από 12-04-2021 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. .../2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ'ουσίαν την από 31-07-2017 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου αναγνωρίζοντας ότι αυτός οφείλει το συνολικό ποσό των 154.341,84 ευρώ και 1000 ευρώ για ηθική βλάβη της αναιρεσίβλητης ενάγουσας χωρίς να υπολογίσει τα χρήματα που ο ίδιος δαπάνησε για τις ανάγκες της τελευταίας.
Με τον δεύτερο και τέταρτο λόγο ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη έσφαλε απορρίπτοντας την ένσταση παραγραφής της απαιτήσεως αφού είχε παρέλθει πενταετία από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού στις 25-2-2012 μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής την 1-9-2017. Με βάση το εκτιθέμενο περιεχόμενο των ως άνω λόγων αναίρεσης, εκτιμάται ότι αυτοί επιχειρείται να θεμελιωθούν στον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγο.
Όμως, έτσι διατυπούμενοι οι λόγοι αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον αφενός είναι αόριστοι, διότι δεν μνημονεύεται στο δικόγραφο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που κατά τον αναιρεσείοντα παραβιάστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο αν υπάρχει πλημμέλεια σχετικά με την εφαρμογή αυτού του κανόνα και να κριθεί η βασιμότητα των λόγων της αναίρεσης, δεν εξειδικεύει τα σφάλματα της απόφασης και την επίδρασή τους στο διατακτικό, ούτε αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ουσιώδεις αυτοτελείς ισχυρισμοί του (ένσταση κ.λ.π.) προβλήθηκαν παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκαν στο Εφετείο και αφετέρου, προσβάλλει, υπό την επίφαση των ως άνω πλημμελειών, την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Με τον τρίτο και πέμπτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη ότι κακώς εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα, δεχόμενη, ότι στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με την αναιρεσίβλητη προέβαινε σε πράξεις διαχείρισης εν αγνοία της, ενώ αυτός (αναιρεσείων) ελάμβανε τα ποσά αυτά από τον ως άνω λογαριασμό για τις οικογενειακές τους ανάγκες και ότι κακώς εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα με την παραδοχή ότι οι αποδείξεις που προσκόμισε αφορούσαν ατομικές του ανάγκες και όχι της αναιρεσίβλητης.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι καθόσον πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 106, 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 07/03/2023 αίτηση αναίρεσης του Σ. Ν. για αναίρεση της υπ'αριθ. 700/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2025 ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ