Supreme Court dismisses appeal against commercial court judgment regarding partial payment of commercial debt.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by one limited partnership against a Thessaloniki Court of First Instance judgment. The appellant argued the lower court failed to consider bank deposit evidence proving partial payment of the disputed commercial debt. The court found the lower court's reasoning was clear, consistent, and correctly applied Article 416 of the Civil Code to distinguish between the total price and the specific outstanding exchange obligations. Consequently, the appeal was rejected as factually unfounded, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 416, 417, 424 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The court must verify if the lower court's reasoning is sufficient to establish the legal consequence; an appeal is admissible only if the reasoning is lacking, contradictory, or insufficient regarding facts crucial to the case outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 665 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 665/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: υπό εκκαθάριση τελούσης ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Φούσα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γιαννακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2016 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19417/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1499/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-8-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 416, 417 και 424 του ΑΚ συνάγεται ότι για να έχει αποσβεστικό αποτέλεσμα της ενοχής η εκπλήρωση της παροχής που συντελείται με καταβολή πρέπει αυτή να είναι προσήκουσα, δηλαδή να υπάρχει ταυτότητα οφειλόμενης και καταβαλλόμενης παροχής, ώστε ο δανειστής να λαμβάνει ό,τι δικαιούται να αξιώσει από τον οφειλέτη σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση. Ο οφειλέτης, φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως της καταβολής κατά τον προσήκοντα τρόπο (ΑΠ 1313/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της εφαρμοσθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφ` όσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων ( ΑΠ 179/2019, ΑΠ 1261/2018).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ. ΑΠ 2/2008, Ολ. ΑΠ 14/2005). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος ( ΑΠ 1982/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής της αναιρεσείουσας ως προς τον μοναδικό λόγο αυτής περί εξόφλησης των επιδίκων συναλλαγματικών, για τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα κατά το είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο πραγματικά περιστατικά: " Στο πλαίσιο της εμπορικής της δραστηριότητας, η καθής η ανακοπή συνεργαζόταν με την ανακόπτουσα ομόρρυθμη εταιρία, από τη σύστασή της την 4-7-2014 μέχρι και την 16-7-2015, πωλώντας και παραδίδοντας σε αυτήν φάρμακα και διάφορα άλλα φαρμακευτικά και παραφαρμακευτικά είδη, τα οποία αυτή μεταπωλούσε λιανικώς από το φαρμακείο, που εκμεταλλευόταν, όπως συνέβαινε και προηγουμένως μέχρι το χρόνο της λύσης της (16-7-2014) και με την ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Σ.
Φ. ΕΕ". Για την εξασφάλισή της ως προς την καταβολή του οφειλόμενου τιμήματος από την εκάστοτε πώληση των φαρμάκων και των παραφαρμακευτικών προϊόντων από την καθής η ανακοπή προς την ανακόπτουσα ομόρρυθμη εταιρία, η καθής η ανακοπή εξέδιδε σε διαταγή της συναλλαγματικές, τις οποίες αποδεχόταν η ανακόπτουσα και προγενέστερα η ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Σ.
Φ. ΕΕ", με την οποία συνεργαζόταν και επιστρέφονταν σε αυτήν (καθής η ανακοπή) μετά την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος που αφορούσαν. Έτσι, η καθής η ανακοπή εξέδωσε σε διαταγή της τις ένδικες συναλλαγματικές, ήτοι: α) στις 16-4-2015 μια συναλλαγματική, ποσού 19.373,88 ευρώ, λήξεως την 31-5-2015, την οποία αποδέχθηκε η ανακόπτουσα στα Ιωάννινα στις 17-4-2015 και αφορούσε στην εξασφάλιση εξόφλησης των πωληθέντων φαρμάκων που αναφέρονται στο υπ' αριθμ. ...31-3-2015 συγκεντρωτικό τιμολόγιο πωλήσεων, β) στις 19-5-2015 μια συναλλαγματική, ποσού 18.900,99 ευρώ, λήξεως την 15-7-2015, την οποία αποδέχθηκε η ανακόπτουσα στα Ιωάννινα στις 21-4-2015 και αφορούσε στην εξασφάλιση εξόφλησης των πωληθέντων φαρμάκων που αναφέρονται στο υπ' αριθμ. .../30-4-2015 συγκεντρωτικό τιμολόγιο πωλήσεων, γ) στις 29-5-2015 μία συναλλαγματική, ποσού 16.250,59 ευρώ, λήξεως την 14-8-2015, την οποία αποδέχθηκε η ανακόπτουσα στα Ιωάννινα στις 2-6-2015 και αφορούσε στην εξασφάλιση εξόφλησης των πωληθέντων φαρμάκων που αναφέρονται στο υπ' αριθμ. .../30-5-2015 συγκεντρωτικό τιμολόγιο πωλήσεων, όπως διαμορφώθηκε με το υπ1 αριθμ. .../29-5-2015 πιστωτικό τιμολόγιο, δ) στις 18-12-2015 μια συναλλαγματική, ποσού 3.017,79 ευρώ, λήξεως την 30-3-2016, την οποία αποδέχθηκε η ανακόπτουσα στα Ιωάννινα στις 21-12-2015 και αφορούσε στην εξασφάλιση εξόφλησης των πωληθέντων φαρμάκων που αναφέρονται στο υπ' αριθμ. .../16-7-2015 συγκεντρωτικό τιμολόγιο πωλήσεων και ε) στις 30-4-2016 μια συναλλαγματική, ποσού 14.756,12 ευρώ, λήξεως την 30-4-2016, την οποία αποδέχθηκε η ανακόπτουσα στα Ιωάννινα στις 21-12-2015 και αφορούσε στην εξασφάλιση εξόφλησης των πωληθέντων φαρμάκων που αναφέρονται στο υπ' αριθμ. .../30-6-2015 συγκεντρωτικό τιμολόγιο πωλήσεων.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της καθής η ανακοπή με την ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Σ. Φ. ΕΕ", από την 29-6-2013 μέχρι την 16-7-2014, η τελευταία προμηθεύθηκε από την καθής προϊόντα αξίας 327.956,59 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος Φ.Π.Α., εκδίδοντας η τελευταία τα αντίστοιχα παραστατικά.
Ωστόσο, κατά το χρόνο λύσης της ως άνω ετερόρρυθμης εταιρίας, δεν είχε εξοφληθεί το σύνολο του τιμήματος των πωληθέντων από την καθής η ανακοπή προς αυτήν (ετερόρρυθμη εταιρία) προϊόντων στα πλαίσια της μεταξύ τους εμπορικής συνεργασίας. Αποδείχθηκε δε ότι, από την 30-7-2014 μέχρι την 23-12-2014, ήτοι σε χρόνο που είχε λυθεί η ετερόρρυθμη εταιρία και είχε ήδη συσταθεί η ομόρρυθμη, καταβλήθηκε με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, που τηρούσε η καθής η ανακοπή στην Τράπεζα Πειραιώς, για την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε οφειλής της προς την καθής, το συνολικό ποσό των 64.728,01 ευρώ.........Από όλα τα προαναφερόμενα, αναμφίβολα συνάγεται ότι όλες οι πιο πάνω διαδοχικές καταβολές προς την καθής, συνολικού ποσού 64.728,01 ευρώ, έλαβαν χώρα, κατά το χρονικό διάστημα από την 30-7-2014 μέχρι την 23-12-2014, για λογαριασμό και για την εξόφληση οφειλών της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ.
Φ. ΕΕ" και όχι της ανακόπτουσας ομόρρυθμης εταιρίας. Από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι η καθής πώλησε και παρέδωσε στην ανακόπτουσα από την 31 -7-2014 μέχρι την 16-7-2015, οπότε και διακόπηκε η μεταξύ τους συνεργασία, φάρμακα και παραφαρμακευτικά προϊόντα, συνολικής αξίας, συμπεριλαμβανομένου και του ανάλογου Φ.Π.Α., 203.996,64 ευρώ.
Έναντι του ποσού αυτού, η -ανακόπτουσα κατέβαλε με διαδοχικές καταβολές, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αναφερόμενες στην υπό κρίση ανακοπή ως γενόμενες προς εξόφληση των επίδικων συναλλαγματικών, ποσό 142.248,98 ευρώ και έτσι απέμεινε ανεξόφλητο και οφειλόμενο από την ανακόπτουσα προς την καθής υπόλοιπο ποσό, ύψους 61.747,66 ευρώ.
Το ποσό τούτο ενσωματώνουν οι επίδικες συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 72.299,37 ευρώ, οι οποίες, παρόλο που εμφανίσθηκαν κατά τη λήξη τους από την καθής προς πληρωμή, δεν πληρώθηκαν από την ανακόπτουσα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της τελευταίας. Έναντι του ποσού αυτού, κατέβαλε η ανακόπτουσα με διαδοχικές μεταγενέστερες καταβολές συνολικά το ποσό των 10.551,71 ευρώ και, συγκεκριμένα, την 22-12-2015 το ποσό των 3.500 ευρώ, την 28-1-2016 το ποσό των 1.500 ευρώ, την 21-3-2016 το ποσό των 1.017,79 ευρώ, την 5-4-2016 το ποσό των 700 ευρώ, την 18-4-2016 το ποσό των 600 ευρώ, την 20-4-2016 το ποσό των 700 ευρώ, την 6-6-2016 το ποσό των 756,12 ευρώ, την 9-6-2016 το ποσό των 550 ευρώ και την 16-6-2016 το ποσό των 550 ευρώ, ενώ από το καταβληθέν την 22-12-2015 ποσό των 1.000 ευρώ τμήμα αυτού ύψους 677,80 ευρώ καταλογίσθηκε έναντι της οφειλής της ανακόπτουσας από την πρώτη των ανωτέρω αναφερόμενων συναλλαγματικών και, συνεπώς, οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 61.747,66 ευρώ (72.299,37 - 10.551,71 = 61.747,66), για την πληρωμή του οποίου εκδόθηκε, ύστερα από την από 6-12-2016 αίτηση της καθής η ανακοπή, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμόν 10557/2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προς ακύρωση της οποίας άσκησε η ανακόπτουσα την υπό κρίση ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Ήδη, το οφειλόμενο ποσό από τις επίδικες συναλλαγματικές μειώθηκε έτι περαιτέρω και ανέρχεται ήδη σε 33.331,57 ευρώ.......Με βάση αυτά που εκτέθηκαν ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας για την απόσβεση της ενοχής λόγω της ολοσχερούς εξόφλησης της οφειλής της από τις επίδικες συναλλαγματικές που περιλαμβάνεται στο μοναδικό λόγο της υπό κρίση ανακοπής κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της εξόφλησης των επιδίκων συναλλαγματικών και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού ορθά υπήγαγε τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 416 του ΑΚ.
Ειδικότερα, το Εφετείο με σαφήνεια δέχθηκε ότι οι γενόμενες μέσω τραπεζικών καταθέσεων καταβολές αφορούν το καταβληθέν μέρος του συνολικού τιμήματος από τη μεταξύ των διαδίκων εμπορική συνεργασία και όχι το ποσό των επιδίκων συναλλαγματικών, οι οποίες παρέμειναν ανεξόφλητες κατά το ποσό των 61.747,66 ευρώ, για το οποίο εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Περαιτέρω, δεν συνιστά αντίφαση η παραδοχή ότι η εξόφληση μέρους του τιμήματος έγινε με διαδοχικές καταβολές , οι οποίες, όμως, δεν αφορούν τις επίδικες συναλλαγματικές, ενώ οι αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα εκλαμβάνει ότι το ποσό των 64.728,01 ευρώ αφορά πληρωμή χρέους της προηγηθείσας ετερόρρυθμης εταιρείας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου και είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από τη ρητή αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμησε και τις προσκομισθείσες με επίκληση αποδείξεις τραπεζικών καταθέσεων, τις οποίες μάλιστα ειδικά μνημονεύει αναφέροντας ότι " έναντι του ποσού αυτού ( 203.996,64 ευρώ) η ανακόπτουσα κατέβαλε με διαδοχικές καταβολές, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αναφερόμενες στην υπό κρίση ανακοπή ως γενόμενες προς εξόφληση των επιδίκων συναλλαγματικών, ποσό 142.248,98 ευρώ και έτσι απέμεινε ανεξόφλητο και οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους 61.747,66 ευρώ".
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' και 19 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος αντίστοιχα λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες αποδείξεις τραπεζικών καταθέσεων και ότι κρίνοντας ότι δεν πληρώθηκαν οι επίδικες συναλλαγματικές διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο ( άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-8-2018 αίτηση της εταιρείας " ... Ο.Ε" για αναίρεση της υπ' αριθ. 1499/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ( 2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ