Legislator Case Law & Legislation
665/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court decision on overtime pay due to sufficient reasoning.

Case Number 665/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Athens Court of First Instance's judgment regarding unpaid overtime. The appellant argued the lower court lacked sufficient reasoning for accepting overtime claims and incorrectly calculated wages based on job titles. The court rejected these arguments, finding the lower court's reasoning was clear, complete, and free from contradictions, thereby satisfying legal requirements for appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on insufficient reasoning is inadmissible if the contested decision contains clear, sufficient, and non-contradictory reasons that allow for proper appellate control.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning appellate review labor law overtime pay wage calculation inadmissible appeal judicial reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Law 435/1976
Law 515/1970

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1/1999
Supreme Court Case 15/2006
Supreme Court Case 455/2014
Supreme Court Case 121/2014
Supreme Court Case 1504/2011
Supreme Court Case 479/2009
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 665 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 665/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Καραμπεάζη, ο οποίος ανακάλεσε την από 9/11/2018 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Ν. του Φ. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μαρκέτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3790/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4125/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 11/1/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 11.01.2018 και με ειδ αριθ. καταθ. 40/11.01.20168 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4125/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της με αριθμό. καταθ.768/09.02.2015 εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 3790/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και κατ'ουσία η ανωτέρω έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 435/1976, συνάγεται ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του ν.δ. 515/1970 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ.2 του ως άνω ν. 435/1976.

Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 14- 2-1984 ΕΓΣΣΕ, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 11770/20-2-1984 (ΦΕΚ Β' 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέραν από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/1983.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά τις Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και, συνεπώς, ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία, για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας.

Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ν.δ. 515/1970, αμείβεται με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου. Ειδικώς για τους εργαζομένους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των έξι ημερών την εβδομάδα, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως.

Για τους ίδιους εργαζομένους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των εννέα ή οκτώ, αντίστοιχα, ωρών ημερησίως (ΑΠ 684/2017, ΑΠ 931/2017, ΑΠ 534/2014). Από 1/4/2000, μετά το ν, 2874/2000 η υπερεργασία καταργείται και η απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι 43 εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50 % (παρ. 2 και 4 του άρθρου 4).

Υπερεργασία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομίσθιου (δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομίσθιου) σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου ( ΑΠ 1548/2011, ΑΠ 313/2010, ΑΠ 101/2008).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του Ν.3385/2005, που αντικατέστησε το άρθρο 4 του Ν. 2784/2000,"1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης.

Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.

Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%.

Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ` εξαίρεση υπερωρία. 5.

Για κάθε ώρα κατ` εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%."( ΑΠ 1412/2018, ΑΠ 1602/2011). Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δικ., η αγωγή, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα στοιχεία που αναγράφονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει (α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή τους από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου (β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς (γ) ορισμένο αίτημα.

Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις, που προαναφέρθηκαν, με τις οποίες καθορίζεται το ωράριο εργασίας των, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένων, προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η καταβολή αμοιβής και αποζημίωσης για υπερεργασία και για υπερωριακή απασχόληση, νόμιμη ή παράνομη, απαιτείται, αλλά και αρκεί να εκτίθεται (εκτός των λοιπών στοιχείων) ο αριθμός των ωρών, κατά τις οποίες είχε απασχοληθεί ο εργαζόμενος εβδομαδιαία και καθημερινά, αντίστοιχα, καθόσον για την ύπαρξη υπερεργασίας κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση, και μάλιστα κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, ενώ για την συνδρομή υπερωριακής εργασίας λαμβάνεται υπόψη (όχι η εβδομαδιαία αλλά) η ημερήσια απασχόληση, αφού έτσι και με βάση τα προβλεπόμενα από το νόμο, μπορεί να διακριβωθεί από το δικαστήριο, με βάση τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, αν ο εργαζόμενος εργάσθηκε ή όχι καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου και πόσο, ώστε να κριθεί το βάσιμο του σχετικού αγωγικού αιτήματος (AΠ 132/2016, ΑΠ 526/2013, 1548/2011).

Από το άρθ.904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλ. αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού μια τέτοια απαίτηση προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από νόμιμη αιτία. Έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, διότι προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου.

Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία ο ενάγων εργαζόμενος αναζητεί ευθέως τον πλουτισμό (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της, για οποιονδήποτε λόγο, ακυρότητας της σύμβασης εργασίας για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216§1 περ.

α' ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν τον λόγο, για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη είναι μη νόμιμη (ΑΠ 43/2017) Αν, όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από την σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.

Και τούτο, διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση εργασίας κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά από παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα είτε κατ' ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και, έτσι, πληρούται ο σκοπός της διατάξεως του άρθ. 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή.

Επομένως, στην δικονομικά ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εργαζόμενο του λόγου ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, που διαγνώσθηκε ήδη δικαστικά στην ίδια δίκη και, έτσι, είναι δεδομένος κατά την εξέταση της επικουρικής βάσης (ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 43/2017, ΑΠ 1321/2015, 1022/2015).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 520, 522 και 534 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι οι λόγοι έφεσης, αποτελούν παράπονα κατά της εκκαλούμενης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστή, αναφέρονται δηλαδή, μεταξύ άλλων, σε αιτιάσεις για εσφαλμένη είτε εφαρμογή ουσιαστικού νόμου, είτε εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην τελευταία μάλιστα περίπτωση, το σφάλμα της απόφασης δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται αλλ' αρκεί να μνημονεύεται ότι εξαιτίας του κατέληξε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό (ΑΠ 406/2003). Eξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης (ΑΠ 217/2005).

Αναφέρεται, αποκλειστικά, σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικά, δίκαιο (Ολ. ΑΠ 2/01, ΑΠ 12/00, ΑΠ 2001/09). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τόπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 373/2004), δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 ΚΠολΔ (ΑΠ 17/2000).

Μέσω του παρόντος λόγου ελέγχεται, πλην άλλων, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, της ένστασης ή της αντέντασης (ΑΠ 443/2011, ΑΠ 480/2010, βλ. και Ολ. ΑΠ 112/2008, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1697/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 20.07.2011 αγωγή ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι, κατά την 01.10.1994, προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρία, που διατηρεί βιοτεχνική επιχείρηση παραγωγής πλαστικών ειδών, προκειμένου να απασχοληθεί, ως εργάτης παραγωγής, με καθεστώς εξαήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης, αντί ημερομισθίου 40,00 ευρώ, το οποίο, όμως, από 1-5-2007 ήταν κατώτερο του νόμιμου ημερομισθίου που προέβλεπαν οι αναφερόμενες στην αγωγή ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού πλαστικών όλης της χώρας, οι οποίες κηρύχθηκαν γενικώς υποχρεωτικές.

Ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 μέχρι τη λήξη της εργασιακής σύμβασης κατά την 20.11.2008, η εναγόμενη απασχολούσε αυτόν επί δώδεκα (12) ώρες ημερησίως και τις έξι (6) εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, δηλαδή τριάντα δύο (32) ώρες επιπλέον των σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, από τις οποίες οι οκτώ (8) ήταν υπερεργασία και οι είκοσι τέσσερις (24) κατ' εξαίρεση υπερωρία, καταβάλλοντας για κάθε ώρα μόνο το ποσό των 4,00 ευρώ, με αποτέλεσμα να προκύπτει υπέρ αυτού για τις αναλυτικά αναφερόμενες στο δικόγραφο ώρες υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωρίας διαφορά αμοιβής και αποζημίωσης 4.167,00 ευρώ και 28.083,60 ευρώ, αντιστοίχως.

Ότι, επίσης, από 1-5-2007 έως 20-11-2008, κατά το οποίο η εναγόμενη του κατέβαλε κατώτερο ημερομίσθιο από το νόμιμο, οφείλονται σ' αυτόν οι αναλυτικά εκτιθέμενες διαφορές μεταξύ των καταβλητέων και καταβληθεισών αποδοχών, συνολικού ποσού 1.020,20 ευρώ, ενώ, περαιτέρω, του οφείλονται και διαφορές επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2006, 2007 και 2008, συνολικού ποσού 1.662,85 ευρώ, καθώς και αποδοχών και επιδομάτων αδείας για τα ίδια έτη, ποσού 2.361 ευρώ, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή.

Eνόψει αυτών, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει για τις ως άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 37.294,65 ευρώ, από το οποίο, το επιμέρους των 28.083,60 ευρώ (που αφορά διαφορά αποζημίωσης για την κατ' εξαίρεση υπερωρία) περιόρισε ακολούθως παραδεκτά σε αναγνωριστικό κατά ποσοστό 75%, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, ενώ, επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη ζήτησε το ως άνω ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ισχυριζόμενος ότι το ποσό αυτό θα κατέβαλε η εναγόμενη σε άλλον μισθωτό που θα απασχολούσε έγκυρα για την παροχή της ίδιας εργασίας.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 3790/2014 απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, κατά τα κονδύλια αμοιβής και αποζημίωσης για την υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία, ως μη νόμιμη, κατά την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά τα λοιπά αιτήματα.

Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του ενάγοντος το Εφετείο Αθηνών με την πρoσβαλλόμενη απόφασή του εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και δέχθηκε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα 6.120,41 ευρώ και αναγνωρίζοντας ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στον ίδιο 4.097,55 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα σε αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης επικαλείται, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου, πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι η ασκηθείσα από τον αναιρεσίβλητο έφεση ήταν αόριστη και ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη αυτήν. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη του δικογράφου της από 06.02.2015 εφέσεως προκύπτει ότι ο ενάγων αναφέρει ως λόγους εφεσης παράπονα που αναφέρονται σε νομικά και πραγματικά σφάλματα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, κατά τα κονδύλια αμοιβής και αποζημίωσης για την υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία, ως μη νόμιμη, κατά την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση και ως κατ'ουσίαν αβάσιμη κατά τα λοιπά αιτήματα.

Οπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως, ουδόλως ο ενάγων αποδέχθηκε την κρίση της πρωτοβάθμια απόφασης, αλλά προσέβαλε αυτήν καθ' ολοκληρίαν με την έφεσή του περιλαμβάνοντας σ'αυτή σαφείς και ορισμένους λόγους. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης επικαλείται, κατά την δέουσα εκτίμηση, πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι η ασκηθείσα από τον αναιρεσίβλητο αγωγή ήταν αόριστη τόσο ως προς την κύρια όσον και ως προς την επικουρική βάση και ότι το εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε αυτήν απαράδεκτη.

Ο λόγος αυτός είναι επίσης αβάσιμος γιατί: α) η ένδικη αγωγή, κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στη διαφορά μεταξύ της καταβλητέας και καταβληθείσας αμοιβής και αποζημίωσης για την παρασχεθείσα υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία, είναι πλήρως ορισμένη, αφού στο δικόγραφο αυτής αναφέρονται τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία, από την παράθεση των οποίων καθίσταται εφικτή η έρευνα περί συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων που απαιτούνται για το χαρακτηρισμό της εργασίας του εκκαλούντος ως υπερεργασίας και υπερωρίας.

Ειδικότερα, γίνεται μνεία της εργασιακής σύμβασης, του είδους της παρασχεθείσας εργασίας, των όρων παροχής της και του χρονικού διαστήματος το οποίο αφορούν οι ως άνω επίδικες αξιώσεις, ενώ, επιπρόσθετα, γίνεται μνεία και των ωρών απασχόλησης ανά ημέρα και εβδομάδα, στις οποίες ορθώς συναθροίζονται και οι ώρες εργασίας του Σαββάτου, διότι ο εκκαλών επικαλείται ότι για την απασχόλησή του ίσχυε σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών (και όχι πενθήμερο, όπου για την εξεύρεση των ωρών υπερεργασίας και υπερωρίας ενδιαφέρουν μόνο οι ώρες απασχόλησης των ημερών από Δευτέρα έως και Παρασκευή), υπό το οποίο ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως και ως υπερωριακή απασχόληση η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα.

Β) κατά τη επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι ορισμένη (και νόμιμη), δεδομένου ότι θεμελιώνεται σε διαφορετικά από τη σύμβαση περιστατικά και ειδικότερα στην ακυρότητα της σύμβασης εργασίας, η απλή επίκληση της οποίας, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αρκεί, αφού σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα.

Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατ'ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών, υπήκοος ….., διαβιοί και εργάζεται νόμιμα στην Ελλάδα από το έτος 1998, έχοντας εφοδιαστεί διαδοχικώς με τις GR ...35, ...91 και ...35 άδειες διαμονής για εργασία. Την 1-4-1998 προσλήφθηκε από την εφεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως εργάτης, με την ειδικότητα του χειριστή πρέσας, στη βιοτεχνική επιχείρηση παραγωγής πλαστικών ειδών που διατηρεί η τελευταία στο ... (βλ.

την από 1-4-1998 αναγγελία πρόσληψης), στην οποία και παρείχε την εργασία του έως τις 30-8-2002, οπότε και αποχώρησε οικειοθελώς (βλ. την από 30-8-2002 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού). Ακολούθως, στις 17-9-2002, προσλήφθηκε από την εφεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολήθηκε, με την ίδια ως άνω ειδικότητα, μέχρι την οικειοθελή αποχώρησή του από την εργασία, στις 27-1-2004 (βλ.

την από 20-9-2002 αναγγελία πρόσληψης και την από 30.01.2004 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού), ενώ, στις 13-4-2004, προσλήφθηκε εκ νέου από την εφεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολήθηκε ως εργάτης χειριστής πρέσας πλαστικών, έως την 1-9-2005, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του (βλ.

την από 15-4-2004 αναγγελία πρόσληψης και την από 1-9-2005 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού). Τέλος, στις 24-10-2005, ο εκκαλών προσλήφθηκε εκ νέου από την εφεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί, ως χειριστής πρέσας πλαστικών (βλ. την από 25-10-2005 αναγγελία πρόσληψης), επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα, από Δευτέρα έως Παρασκευή, σύμφωνα με το εφαρμοζόμενο στην επιχείρηση της εφεσίβλητης σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως, από 10:00 έως 18:15, με ενδιάμεση διακοπή 15 λεπτών, από 15:00 έως 15:15, είτε, ανάλογα με το πρόγραμμα εργασίας που καθόριζε η εφεσίβλητη, από 07:00 έως 15:15, με ενδιάμεση διακοπή 15 λεπτών, από 12:00 έως 12:15 (βλ.

την από 2-9- 2008 γνωστοποίηση όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος, στην οποία ως χρόνος εβδομαδιαίας απασχόλησης αναφέρεται πέντε (5) ημέρες και σαράντα (40) ώρες και ως ημερήσιας απασχόλησης οκτώ (8) ώρες, καθώς και τους 8079/12-10-2006, 7231/28- 9-2007 και 8019/2-10-2008 Πίνακες Προσωπικού, θεωρημένους από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, στους οποίους, μεταξύ άλλων, ως ώρες έναρξης και λήξης της ημερήσιας εργασίας και του διαλείμματος αναφέρονται οι ανωτέρω και ως ημέρες απασχόλησης οι ημέρες από Δευτέρα έως και Παρασκευή).

Με την ίδια σύμβαση, συμφωνήθηκε να παρέχει ο εκκαλών την εργασία του αντί του κατώτατου νόμιμου ημερομισθίου για τους εργατοτεχνίτες πλαστικών (βλ. την από 2-9-2008 γνωστοποίηση όρων ατομικής σύμβασης εργασίας) και, εν προκειμένω, αυτού που προέβλεπαν οι, ισχύουσες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 20-11-2008 οπότε λύθηκε η εργασιακή σύμβαση με την οικειοθελή αποχώρηση του εκκαλούντος (βλ.

την από 20-11-2008 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού), από 20-6-2006 (ΠΚ 71/6-7-2006) και 7-7-2008 (ΠΚ 81/24-7-2008) Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών πλαστικών όλης της χώρας, που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις ΥΑ 12810/2006 (ΦΕΚ Β' 150) και 8476/701 (ΦΕΚ Β' 354), αντιστοίχως. Έτσι, με βάση τις ως άνω ΣΣΕ, το ημερομίσθιο του εκκαλούντος, με προϋπηρεσία στον κλάδο 8 έως 10 ετών από 1-1-2006 έως 31-3-2008 και 10 έως 12 ετών από 1-4-2008 έως 20-11-2008 (βλ.

και τους προσκομιζόμενους από την εφεσίβλητη πίνακες προσωπικού, στους οποίους μεταξύ των στοιχείων του εκκαλούντος, αναφέρονται και τα έτη προϋπηρεσίας του στον κλάδο), διαμορφώθηκε: α) από 1-1-2006 έως 31- 8-2006 στο ποσό των 35,33 ευρώ, β) από 1-9-2006 έως 31-12-2006 στο ποσό των 36,39 ευρώ, γ) από 1-1-2007 έως 30-4-2007 στο ποσό των 36,39 ευρώ, δ) από 1-5-2007 έως 31-12-2007 στο ποσό των 38,28 ευρώ, ε) από 1-1-2008 έως 31-3-2008 στο ποσό των 39,62 ευρώ, στ) από 1-4- 2008 έως 31-8-2008 στο ποσό των 41,19 ευρώ και ζ) από 1-9-2008 έως τη λύση της εργασιακής σύμβασης στις 20-11-2008 στο ποσό των 42,51 ευρώ.

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι στο χρόνο της προϋπηρεσίας του στον κλάδο πρέπει να συνυπολογιστεί και το χρονικό διάστημα από 1-10-1994 έως 31-3-1998, κατά το οποίο εργάστηκε στην εφεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως εργάτης χειριστής πρέσας πλαστικών, κρίνεται μη ανταποκρινόμενο στην αλήθεια, καθόσον δεν αποδείχθηκε παροχή εργασίας κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, η δε πρώτη πρόσληψη του εκκαλούντος έλαβε χώρα, ως ήδη προαναφέρθηκε, την 1-4-1998 (βλ.

και τις καταστάσεις των ασφαλιστικών εισφορών 1ΚΑ που προσκομίζει ο εκκαλών προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού του, οι οποίες, ωστόσο, αφορούν καταβληθείσες από την εφεσίβλητη εισφορές για μετά το έτος 1998 χρονικό διάστημα). Ενόψει των ανωτέρω, ο εκκαλών για τις 150 εργάσιμες ημέρες του χρονικού διαστήματος από 1-5-2007 έως 31-12-2007, για τις οποίες αιτείται διαφορές αποδοχών (βλ.

σελ. 4 αγωγής), έπρεπε να λάβει το ποσό των 5.742,00 ευρώ [38,28 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο X 150 ημέρες], πλην όμως, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής - εκκαθαριστικά μισθοδοσίας, έλαβε το ποσό των 5.643,00 ευρώ [37,62 ευρώ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 150 ημέρες], με συνέπεια να δικαιούται διαφορά αποδοχών ποσού 99,00 (5.742,00 - 5.643,00) ευρώ.

Περαιτέρω, α) για τις 60 εργάσιμες ημέρες του χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 έως 31-3-2008, κατά τις οποίες απασχολήθηκε, έπρεπε να λάβει το ποσό των 2.377,20 ευρώ [39,62 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο X 60 ημέρες], β) για τις 127 εργάσιμες ημέρες του χρονικού διαστήματος από 1-4-2008 έως 31-8-2008, κατά τις οποίες απασχολήθηκε, έπρεπε να λάβει το ποσό των 5.231,13 ευρώ [41,19 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο X 127 ημέρες] και γ) για τις 66 εργάσιμες ημέρες του χρονικού διαστήματος από 1-9-2008 έως 20-11-2008, κατά τις οποίες απασχολήθηκε, έπρεπε να λάβει το ποσό των 2.805,66 ευρώ [42,51 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο X 66 ημέρες] και, συνολικά, από 1-1-2008 έως 20- 11-2008, το ποσό των 10.413,99 ευρώ.

Από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής - εκκαθαριστικά μισθοδοσίας, αποδεικνύεται ότι το ανωτέρω χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 20-11-2008 έλαβε 9.915,91 ευρώ και συνεπώς, δικαιούται διαφορά αποδοχών το ποσό των 498,08 (10.413,99 - 9.915,91) ευρώ. Επομένως, για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως 20-11-2008, ο εκκαλών δικαιούται για διαφορές μεταξύ των καταβλητέων και καταβληθεισών αποδοχών το ποσό των 597,08 (99,00 + 498,08) ευρώ, κατά μερική αποδοχή ως βάσιμης κατ' ουσίαν της ένστασης εξόφλησης των αιτούμενων διαφορών δια της καταβολής στον εκκαλούντα των προαναφερόμενών ποσών, την οποία η εφεσίβλητη πρότεινε παραδεκτά και νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και, μετά την κατ' ουσίαν αποδοχή στο σύνολό της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο εκκαλών φέρει προς δευτεροβάθμια κρίση με τον δεύτερο λόγο έφεσης.

Ο τελευταίος ισχυρίζεται υπέρτερο του ως άνω νόμιμου ημερομισθίου, υπολογίζοντας ως προϋπηρεσία στον κλάδο και το διάστημα από 1-10-1994 έως 31-3-1998, η οποία όμως δεν αποδείχθηκε, ενώ, περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το καταβαλλόμενο καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 20-11-2008 ημερομίσθιο ανερχόταν σε 40,00 ευρώ.

Και ο ισχυρισμός αυτός, κρίνεται μη ανταποκρινόμένος στην αλήθεια, αφού, από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής - εκκαθαριστικά μισθοδοσίας, που φέρουν την μη αμφισβητούμενη υπογραφή του εκκαλούντος, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη κατέβαλε στον τελευταίο ημερομίσθιο 33,70 ευρώ από 1-1- 2006 έως 30-9-2006, 34,67 ευρώ τον Οκτώβριο του έτους 2006, 35,76 ευρώ από 1-11-2006 έως 30-6-2007, 37,62 ευρώ από 1-7-2007 έως 31- 12-2007, 38,75 ευρώ από 1-1-2008 έως 31-8-2008 και 42,51 ευρώ από 1- 9-2008 έως 20-11-2008.

Περαιτέρω, ο εκκαλών δικαιούταν: α) επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2006, ποσού 909,75 ευρώ [36,39 ευρώ το υπέρτερο του καταβαλλόμενου (των 35,76 ευρώ) νόμιμο ημερομίσθιο X 25 ημερομίσθια], β) επίδομα εορτών Πάσχα 2006, ποσού 529,95 ευρώ [35,33 ευρώ το υπέρτερο του καταβαλλόμενου (των 33,70 ευρώ) νόμιμο ημερομίσθιο X 15 ημερομίσθια], γ) επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2007, ποσού 957,00 ευρώ [38,28 ευρώ το υπέρτερο του καταβαλλόμενου (των 37,62 ευρώ) νόμιμο ημερομίσθιο X 25 ημερομίσθια], δ) επίδομα εορτών Πάσχα 2007, ποσού 545,85 ευρώ [36,39 ευρώ το υπέρτερο του καταβαλλόμενου (των 35,76 ευρώ) νόμιμο ημερομίσθιο Χ 15 ημερομίσθια], ε) αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2008,' αντίστοιχη με 2 ημερομίσθια για κάθε 19 ημέρες διάρκειας της εργασιακής σχέσης και, εν προκειμένω, από 1-1-2008 έως 20-11-2008, ποσού 909,71 ευρώ [42,51 ευρώ το καταβαλλόμενο και νόμιμο ημερομίσθιο X 2 ημερομίσθια = 85,02 ευρώ X 10,7 19ήμερα] και στ) επίδομα εορτών Πάσχα 2008, ποσού 617,85 ευρώ [41,19 ευρώ το υπέρτερο του καταβαλλόμενου (των 38,75 ευρώ) νόμιμο ημερομίσθιο X 15 ημερομίσθια].

Σημειώνεται ότι ο εκκαλών δεν αιτείται την προσαύξηση των ανωτέρω επιδομάτων με την αναλογία του επιδόματος άδειας. Όπως αποδεικνύεται δε από τις αποδείξεις πληρωμής - εκκαθαριστικά μισθοδοσίας, τα οποία νομίμως προσκομίζει η εφεσίβλητη, η τελευταία κατέβαλε στον εκκαλούντα τα ποσά των α) 931,24 ευρώ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2006 και, συνεπώς, δεν οφείλει διαφορά, β) 526,56 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα 2006, οφείλοντας ως διαφορά το ποσό των 3,39 (529,95 - 526,56) ευρώ, γ) 881,71 ευρώ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2007, οφείλοντας διαφορά ποσού 75,29 (957,00 - 881,71) ευρώ, δ) 558,75 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα 2007 και, συνεπώς δεν οφείλει διαφορά, ε) 918,83 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2008 και συνεπώς, δεν οφείλει διαφορά και στ) 508,59 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα 2008, οφείλοντας διαφορά ποσού 109,26 (617,85 - 508,59) ευρώ.

Επομένως, για διαφορές επιδομάτων εορτών Πάσχα 2006, Χριστουγέννων 2007 και Πάσχα 2008, η εφεσίβλητη οφείλει στον εκκαλούντα το συνολικό ποσό των 187,94 (3,39 + 75,29 + 109,26) ευρώ. κατά μερική αποδοχή ως βάσιμης κατ' ουσίαν της ένστασης εξόφλησης των αιτούμενων διαφορών δια της καταβολής στον εκκαλούντα των προαναφερόμενων ποσών, την οποία η εφεσίβλητη πρότεινε παραδεκτά και νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και, μετά την κατ' ουσίαν αποδοχή στο σύνολό της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο εκκαλών φέρει προς δευτεροβάθμια κρίση με τον δεύτερο λόγο έφεσης.

Περαιτέρω, από το βιβλίο αδειών προσωπικού που τηρούσε η εφεσίβλητη, σε συνδυασμό με τις ίδιες ως άνω αποδείξεις πληρωμής - εκκαθαριστικά μισθοδοσίας, αποδείχθηκε ότι η τελευταία χορήγησε στον εκκαλούντα καθένα από τα έτη 2007 και 2008 άδεια δύο (22) εργάσιμων ημερών, την οποία δικαιούταν κατά νόμο (άρθρο 1 Ν. 3302/2004...) καταβάλλοντάς του ως αποδοχές 26 ημερομίσθια και ειδικότερα 978,12 ευρώ για το έτος 2007 και 1.007,50 ευρώ για το έτος 2008 και ως επίδομα τα ποσά των 489,06 ευρώ το έτος 2007 και των 310,00 ευρώ το έτος 2008.

Ωστόσο, με βάση το νόμιμο, υπέρτερο του καταβαλλομένου, ημερομίσθιο, έπρεπε να λάβει, το μεν έτος 2007 το ποσό των 995,28 ευρώ για αποδοχές άδειας (38,28 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο X 26 ημερομίσθια) και το ποσό των 497,64 (38,28 X 13) ευρώ για επίδομα άδειας, ίσο με 13 ημερομίσθια (άρθρο 3 Ν. 4506/1966), το δε έτος 2008 το ποσό των 1.070,94 ευρώ για αποδοχές άδειας (41,19 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο X 26 ημερομίσθια) και το ποσό των 535,47 ευρώ (41,19 X 13) για επίδομα άδειας.

Συνεπώς, δικαιούται διαφορές α) 17,16 (995,28 - 978,12) ευρώ για αποδοχές άδειας 2007, β) 8,58 (497,64 - 489,06) ευρώ για επίδομα αδείας 2007, γ) 63,44 (1.070,94 - 1.007,50) ευρώ για αποδοχές άδειας 2008 και δ) 225,47 (535,47 - 310,00) ευρώ για επίδομα άδειας 2008. Επίσης, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών δεν έλαβε αποδοχές για την άδεια των είκοσι μία (21) μερών που δικαιούταν το έτος 2006, αλλά ούτε και επίδομα, αδείας.

Με την επισήμανση δε ότι οι αποδοχές του απασχολούμενου με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης εκκαλούντος είναι ίδιες με τις αποδοχές των μισθωτών με εξαήμερη εβδομαδιαία απασχόληση (βλ. Λαναρά, ό.π, σελ. 424-425), του οφείλεται το ποσό των 883.25 ευρώ για αποδοχές άδειας 2006 (35,33 ευρώ το υπέρτερο του καταβαλλόμενου νόμιμο ημερομίσθιο X 25 ημερομίσθια) και το ποσό των 459,29 ευρώ για επίδομα άδειας 2006 (35,33 X 13) και συνολικά 3.342,54 (883,25 + 459,29) ευρώ.

Επομένως, για αποδοχές και επίδομα άδειας 2006 και διαφορές αποδοχών και επιδομάτων άδειας 2007 και 2008, ο εκκαλών δικαιούται το συνολικό ποσό των 1.657,19 (1.342,54 + 17,16 + 8,58 + 63,44 + 225,47) ευρώ, κατά μερική αποδοχή ως βάσιμης κατ' ουσίαν της ένστασης εξόφλησης των αιτούμενών διαφορών δια της καταβολής στον εκκαλούντα των προαναφερόμενων ποσών, την οποία η εφεσίβλητη πρότεινε παραδεκτά και νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και, μετά την κατ' ουσίαν αποδοχή στο σύνολό της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο εκκαλών φέρει προς δευτεροβάθμια κρίση με τον δεύτερο λόγο έφεσης.

Περαιτέρω, ναι μεν το ημερήσιο και εβδομαδιαίο ωράριο του εκκαλούντος, όπως και των λοιπών δεκατεσσάρων (14) εργατών που απασχολούνταν στην επιχείρηση παραγωγής πλαστικών της εφεσίβλητης εκ των οποίων οι τρεις ήταν Έλληνες και οι λοιποί υπήκοοι Πακιστάν, είχε συμφωνηθεί σε οκτώ (8) και σαράντα (40) ώρες, αντιστοίχως, πλην όμως, από τη συνεκτίμηση των αναφερόμενων στην αρχή της παρούσας σκέψης αποδεικτικών μέσων, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών της βιοτεχνικής επιχείρησης, του αριθμού του απασχολούμενου προσωπικού και του είδους της παραγωγής, όπως αυτά αποδείχθηκαν από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι, ο εκκαλών, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 20-11-2008, εργαζόταν, κατά μέσο όρο, δύο (2) ώρες επιπλέον του οκταώρου.

Ενόψει δε του ότι στην επιχείρηση της εφεσίβλητης εφαρμοζόταν σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, / όπως ορθά δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του πρώτου λόγου έφεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο εκκαλών εργαζόταν κάθε εβδομάδα δέκα (10) ώρες πλέον των σαράντα (40) ωρών, από τις οποίες οι πέντε (5) είναι υπερεργασίας για κάθε ώρα της οποίας δικαιούται ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και οι πέντε (5) κατ' εξαίρεση υπερωρία, καθόσον έγινε χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, για κάθε ώρα της οποίας δικαιούται ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%.

Με δεδομένο δε ότι, για κάθε ώρα υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωρίας ο εκκαλών ελάμβανε από την εφεσίβλητη 4,00 ευρώ, οι διαφορές της αμοιβής του για την απασχόληση αυτή ανέρχονται στα ποσά των: Α. α) 419,20 ευρώ για τις 160 ώρες υπερεργασίας από 1-1-2006 έως 31-8-2006 [35,33 ευρώ το υπέρτερο του καταβαλλομένου νόμιμο ημερομίσθιο X 0,15 = 5,30 ευρώ ωρομίσθιο +1,32 ευρώ προσαύξηση (5,30 X 25%) = 6,62 ευρώ - 4 ευρώ = 2,62 ευρώ X 160 ώρες (32 εβδομάδες X 5 ώρες)], β) 1056 ευρώ για τις 160 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας από 1-9-2006 έως 31-12-2006 [5,30 ευρώ ωρομίσθιο + 5,30 ευρώ προσαύξηση (5,30 X 100%) = 10,60 ευρώ - 4,00 ευρώ = 6,60 ευρώ X 160 ώρες (32 εβδομάδες X 5 ώρες)], γ) 282,00 ευρώ για τις 100 ώρες υπερεργασίας από 1-9-2006 έως 31-12-2006 [36,39 ευρώ το υπέρτερο του καταβαλλομένου νόμιμο ημερομίσθιο X 0,15 = 5,46 ευρώ ωρομίσθιο + 1,36 ευρώ προσαύξηση (5,46 X 25%) - 6,82 ευρώ - 4,00 ευρώ = 2,82 ευρώ X 100 ώρες (20 εβδομάδες X 5 ώρες)] και δ) 692,00 ευρώ για τις 100 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας από 1-9-2006 έως 31-12-2006 [5,46 ευρώ ωρομίσθιο + 5,46 ευρώ προσαύξηση (5,46 X 100%) = 10,92 ευρώ - 4,00 ευρώ = 6,92 ευρώ X 100 ώρες (20 εβδομάδες X 5 ώρες)], συνολικά δε 701,00 (419,20 + 282,00) ευρώ για διαφορές αμοιβής υπερεργασίας και 1.748,00 (1.056,00 + 692,00) ευρώ για διαφορές αμοιβής κατ' εξαίρεση υπερωρίας.

Β. α) 305 ευρώ για τις 100 ώρες υπερεργασίας από 1-1-2007 έως 30-4-2007 [37,62 ευρώ το υπέρτερο του νομίμου καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 0,15 = 5,64 ευρώ ωρομίσθιο + 1,41 ευρώ προσαύξηση (5,64 X 25%) - 7,05 ευρώ - 4,00 ευρώ = 3,05 ευρώ X 100 ώρες (20 εβδομάδες X 5 ώρες)], β) 728,00 ευρώ για τις 100 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας από 1- 7-2007 έως 30-4-2007 [5,64 ευρώ ωρομίσθιο + 5,64 ευρώ προσαύξηση (5,64 X 100%) = 11,28 ευρώ - 4,00 ευρώ = 7,28 ευρώ X 100 ώρες (20 εβδομάδες X 5 ώρες)], γ) 508,80 ευρώ για τις 160 ώρες υπερεργασίας από 1-5-2007 έως 31-12-2007[38,28 ευρώ το υπέρτερο του καταβαλλομένου νόμιμο ημερομίσθιο X 0,15 = 5,74 ευρώ ωρομίσθιο + 1,44 ευρώ προσαύξηση (5,74 X 25%) = 7,18 ευρώ - 4,00 ευρώ = 3,18 ευρώ X 160 ώρες (32 εβδομάδες X 5 ώρες)] και δ) 1.196,80 ευρώ για τις 160 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας από 1-5-2007 έως 31-12-2007 [5,74 ευρώ ωρομίσθιο + 5,74 ευρώ προσαύξηση (5,74 X 100%) = 11,48 ευρώ - 4 ευρώ =7,48 ευρώ X 160 ώρες (32 εβδομάδες X 5 ώρες)], συνολικά δε 813,80 (305,00 + 508,80) ευρώ για διαφορές αμοιβής υπερεργασίας και 1.924,80 (728,00+ 1.196,80) ευρώ για διαφορές αμοιβής κατ' εξαίρεση υπερωρίας.

Γ. α) 205,20 ευρώ για τις 60 ώρες υπερεργασίας από 1-1-2008 έως 31-3-2008 [39,62 ευρώ το υπέρτερο του καταβαλλομένου ημερομίσθιο X 0,15 = 5,94 ευρώ ωρομίσθιο + 1,48 ευρώ προσαύξηση (5,94 X 25%) = 7,42 ευρώ - 4,00 ευρώ = 3,42 ευρώ X 60 ώρες (12 εβδομάδες X 5 ώρες)], β) 472,80 ευρώ για τις 60 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας από 1-4-2008 έως 31-8-2008 [5,94 ευρώ ωρομίσθιο + 5,94 ευρώ προσαύξηση (5,94 X 100%) = 11,88 ευρώ - 4,00 ευρώ = 7,88 ευρώ X 60 ώρες (12 εβδομάδες X 5 ώρες)], γ) 373,00 ευρώ για τις 100 ώρες υπερεργασίας από 1-4-2008 έως 31-8-2008 [41,19 ευρώ το υπέρτερο του καταβαλλομένου νόμιμο ημερομίσθιο X 0,15 = 6,18 ευρώ ωρομίσθιο + 1,55 ευρώ προσαύξηση = 7,73 ευρώ - 4,00 ευρώ = 3,73 ευρώ X 100 ώρες (20 εβδομάδες X 5 ώρες)], δ) 836,00 ευρώ για τις 100 ήόρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας από 1-4-2008 έως 31-8-2008 [6,18 ευρώ ωρομίσθιο + 6,18 ευρώ προσαύξηση (6,18 X 100%) = 12,36 ευρώ - 4,00 ευρώ = 8,36 ευρώ X 100 ώρες (20 εβδομάδες X 5 ώρες)], ε) 218,35 ευρώ για τις 55 ώρες υπερεργασίας από 1-9-2008 έως 20-1-2008 [42,51 ευρώ νόμιμο και καταβαλλόμενο ημερομίσθιο X 0,15 = 6,38 ευρώ ωρομίσθιο + 1,59 ευρώ προσαύξηση (6,38 X 25%) = 7,97 ευρώ - 4,00 ευρώ = 3,97 ευρώ X 55 ώρες (11 εβδομάδες X 5 ώρες)] και στ) 481,80 ευρώ για τις 55 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας από 1-9-2008 έως 20-11-2008 [6,38 ευρώ ωρομίσθιο + 6,38 ευρώ προσαύξηση (6,38 X 100%) = 12,76 ευρώ - 4,00 ευρώ = 8,76 ευρώ X 55 ώρες (11 εβδομάδες X 5 ώρες)], συνολικά δε 796,55 (205,20 + 373,00 + 218,35) ευρώ για διαφορές αμοιβής υπερεργασίας και 1.790,60 (472,80 + 836,00 + 481,80) ευρώ για διαφορές αμοιβής κατ' εξαίρεση υπερωρίας.

Επομένως, ο εκκαλών δικαιούται το συνολικό ποσό των 2.311,35 (701,00 + 813,80 + 796,55) ευρώ ως διαφορά αμοιβής για την παρασχεθείσα από 1-1-2006 έως 20- 11-2008 υπερεργασία και το ποσό των 5.463,40 (1.748,00 + 1.924,80 + 1.790,60) ευρώ ως διαφορά αποζημίωσης για την παρασχεθείσα το ίδιο χρονικό διάστημα κατ' εξαίρεση υπερωρία. Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας περί συμψηφισμού στις διαφορές αμοιβής για την παρασχεθείσα υπερεργασία και αποζημίωσης για την παρασχεθείσα κατ' εξαίρεση υπερωρία του επιπλέον καταβληθέντος στον εκκαλούντα ποσού των 2.315,55 ευρώ για αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1- 5-2007 έως 20-11-2008, τον οποίο πρότεινε, με επιγραμματικού τύπου προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και νόμιμα επαναφέρει, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, στο παρόν Δικαστήριο, κρίνεται μη νόμιμος (πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε καταβολή επιπλέον ποσού), διότι ο εργοδότης δεν επιτρέπεται μονομερώς να καταλογίσει την οφειλόμενη αμοιβή της υπερεργασίας στις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές, παρά μόνον κατόπιν συμφωνίας με τον μισθωτό για την κάλυψη της υπερεργασιακής αμοιβής από τη διαφορά ανάμεσα στις καταβαλλόμενες και στις νόμιμες αποδοχές, της οποίας, εν προκειμένω, δεν γίνεται επίκληση, πολύ δε περισσότερο, δεν επιτρέπεται ο μονομερής καταλογισμός της οφειλόμενης αποζημίωσης για την κατ' εξαίρεση υπερωρία στις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές, ενόψει και του ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ 4020/1959, κάθε συμφωνία με την οποία αξιώσεις του εργαζομένου από παροχή νόμιμης ή παράνομης (ήδη κατ' εξαίρεση) υπερωρίας θα καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει από τις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές, είναι άκυρη....Επισημαίνεται, ότι ο ίδιος ως άνω περί συμψηφισμού ισχυρισμός, δεν ερευνάται ως προς τις διαφορές επιδομάτων εορτών και αποδοχών και επιδομάτων αδείας, διότι ασκήθηκε επικουρικά και υπό την αίρεση της απόρριψης της ένστασης εξόφλησης των αιτούμενων αυτών διαφορών, η οποία όμως, ως ήδη προαναφέρθηκε, κρίθηκε εν μέρει δεκτή.

Τέλος, από τη συνεκτίμηση των αναφερόμενων στην αρχή της παρούσας σκέψης αποδεικτικών μέσων, δεν αποδείχθηκε η λειτουργία της βιοτεχνικής επιχείρησης κατά τις ημέρες του Σαββάτου και συνακόλουθα, ούτε η παροχή εργασίας από τον εκκαλούντα τις ημέρες αυτές, με συνέπεια, εφόσον δεν παραβιάστηκε το καθεστώς της εβδομαδιαίας εργασίας των πέντε ημερών, κατά τις οποίες και μόνο παρείχε ο εκκαλών την εργασία του, να μην δικαιούται αποζημίωση για την αναφερόμενη στην αγωγή οκτάωρη απασχόληση, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (επικουρική βάση της αγωγής λόγω της ακυρότητας της εργασίας κατά τις ημέρες του Σαββάτου), ούτε βέβαια αμοιβή για την εκεί αναφερόμενη υπερωριακή απασχόληση, αφού ουδέν Σάββατο εργάστηκε.

Κατ' ακολουθίαν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι δεν οφείλονται διαφορές αποδοχών (ημερομισθίων) για το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως 20-11-2008, ούτε δε διαφορές επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων 2007 και Πάσχα 2006 και 2008, αποδοχές και επίδομα άδειας 2006 και διαφορές αποδοχών και επιδομάτων άδειας 2007 και 2008, απορρίπτοντας την αγωγή, κατά το κονδύλια αυτά, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατόπιν αποδοχής στο σύνολό της της προταθείσας από την εφεσίβλητη ένστασης εξόφλησης, η οποία μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, με τον δεύτερο λόγο έφεσης, μαζί με την αγωγή αδιαίρετα και ως σύνολο, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις.

Επομένως, κατ' αποδοχή ως βάσιμου κατ' ουσίαν του δεύτερου λόγου έφεσης, πρέπει η εκκαλούμενη απόφαση να εξαφανιστεί και κατά τα κεφάλαια αυτά (ήδη έχει εξαφανιστεί κατά τα κεφάλαια, με τα οποία κρίθηκε αόριστη η αγωγή ως προς τα κονδύλια διαφορών αμοιβής για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία και μη νόμιμη ως προς την επικουρική της βάση) και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και δικαστεί η υπόθεση επί της ουσίας (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει, γινόμενης εν μέρει δεκτής ως βάσιμης κατ' ουσίαν της προταθείσας από την εναγόμενη ένστασης εξόφλησης, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα α) το ποσό των 597,08 ευρώ για διαφορές μεταξύ των ημερομισθίων που έπρεπε να καταβληθούν και αυτών που καταβλήθηκαν από 1-5-2007 έως 20-11-2008, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2008 για τις διαφορές αποδοχών του έτους 2007 και από 1- 12-2008 για τις διαφορές αποδοχών του έτους 2008, β) το ποσό των 187,94 ευρώ για διαφορές επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων 2007 και Πάσχα 2006 και 2008, με το νόμιμο τόκο από 1-5-2006 για το επίδομα εορτών Πάσχα 2006, από 1-1-2008 για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2007 και από 1-5-2008 για το επίδομα εορτών Πάσχα 2008, γ) το ποσό των 1.657,19 ευρώ για αποδοχές και επίδομα άδειας και διαφορές αποδοχών και επιδομάτων άδειας 2007 και 2008, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2007 για τις αποδοχές και το επίδομα άδειας 2006, από 1-1-2008 για τις διαφορές αποδοχών και επιδόματος άδειας 2006 και από 1-1-2009 για τις διαφορές αποδοχών και επιδόματος άδειας 2008, δ)το ποσό των 2.311,35 ευρώ για διαφορές αμοιβής υπερεργασίας, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2007 για την παρασχεθείσα το έτος 2006 υπερεργασία, από 1-1-2008 για την παρασχεθείσα το έτος 2007 υπερεργασία και από 1-12-2008 για την παρασχεθείσα το έτος 2008 υπερεργασία και ε) το ποσό των 1.365,85 ευρώ (5.463,40 X 25%) για μέρος διαφορών αποζημίωσης της κατ' εξαίρεση υπερωρίας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, συνολικά δε 6.120,41 ευρώ, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα για μέρος διαφορών αποζημίωσης της κατ' εξαίρεση υπερωρίας το ποσό των 4.097,55 ευρώ (5.463,40 X 75%), επίσης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να απορριφθεί η αγωγή κατ' ουσίαν ως προς την επικουρική της βάση, αναφορικά με την εργασία του Σαββάτου, για την οποία η αξίωση αποζημίωσης, λόγω άκυρης παροχής της, θεμελιώνεται στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις και όχι στη σύμβαση.." Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο (κατά το πρώτο σκέλος) της αναίρεσης επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό περί ολοσχερους εξοφλήσεως των απαιτήσεων του ενάγοντος.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον δέχθηκε κατά ένα μέρος και επομένως ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/11, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 865/2017, ΑΠ 217/2016, 2031/2007, ΑΠ 499/2007).

Με τον τρίτο λόγο (κατά το δεύτερο σκέλος) της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος, ως αληθείς τους προβληθέντες από την αναιρεσίβλητη αγωγικούς ισχυρισμούς προς θεμελίωση της από αγωγής του εναγοντος (περί επιδικάσεως σ' αυτόν των αναφερομενων στην αγωγή χρηματικών ποσών), συνιστώντες πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ 10 ΚΠολΔ, (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1209/10), χωρίς να προσκομισθεί σχετική περί αυτών απόδειξη εκ μέρους του βαρυνομένου - αναιρεσίβλητου - ενάγοντος.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή (αρθ. 561 παρ 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και ειδικότερα, κατά τη διαλαμβανομένη σ' αυτήν ρητή παραδοχή "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, την ….48/17-1-2014 κοινή ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των Δ.

Ε. και Μ. Α. του Α. - Ν., η οποία ελήφθη κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εκκαλούντος, σύμφωνα με το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ...(βλ. την από 13-1-2014 γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων και την ….976/15-1-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ. Π.), καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς κατωτέρω, χωρίς ωστόσο να παραλεκρθεί κάποιο κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς..".

Δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο η, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εσφαλμένη, δικαστική κρίση, αφού η τελευταία, ως αναφερομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων) είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' αρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 865/2017, ΑΠ 941/1992).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996 ) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 42/2002), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.

Για την ίδρυση πάντως του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθησαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005).

Για τη πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμου κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 54/2015).

Στη προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το τριτο λόγο της αναιρεσης (κατά το τρίτο σκέλος) επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν ελαβε υπόψη "την πληθώρα και μείζονος αποδεικτικής αξίας, αποδεικτικών μέσων, εγγράφων τε και μαρύρων της εταιρείας, δια των οποίων πλήρως ανταποδείχθηκαν οι εκ μέρους του ενάγοντος αναποδεικτοί ισχυρισμοί".

Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους και το περιεχόμενο αυτών, είναι αβάσιμος γιατί το Εφετείο, την εκ της ουσίας κρίση του σχημάτισε με βάση όλα τα αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη, όπως τούτο καθίσταται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης παρά την μη ειδική μνεία των προαναφερομένων εγγράφων στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Όπως εκτέθηκε παραπάνω στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου αλλά αρκούσε να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθησαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, γεγονός το οποίο έλαβε πράγματι χώρα στην προκείμενη περίπτωση Από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην κατ` έφεση δίκη (ΚΠολΔ 674 παρ. 2), συνάγεται ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο λαμβάνει υπ` όψη και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει νομικούς κανόνες ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, με εξαίρεση ως προς τη δικαστική ομολογία.

Ενόψει τούτων, η διάταξη του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, με την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή, ως ασυμβίβαστη με την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως (κατά το τέταρτο αυτού σκέλος), με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως της αοριστίας αυτού εξ αιτίας της μη εξειδικεύσεως των αποδεικτικών μέσων στα οποία η πλημμέλεια αναφέρεται, είναι προεχόντως απαράδεκτος (βλ.ΑΠ 1153/2017, ΑΠ 969/2011, ΑΠ 643/2010,ΑΠ 544/2010, ΑΠ 1062/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 του ΚΠολΔ, ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου για το βάρος της αποδείξεως, που θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί αποδείξεως. Τέτοια όμως απόφαση δεν εκδίδεται, μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως με τα άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2915/2001 (AΠ 433/2007), στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης (κατά το 5ο σκέλος), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί το Εφετείο δεν εξέδωσε παρεμπίπτουσα απόφαση περί αποδείξεως, αλλά δίκασε με τη διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ, και επομένως ο λόγος από το αρθρ.559 αριθ. 13 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (ΑΠ 811/2014, ΑΠ 433/2007, 276/2007).

Παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό. Δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 447/2015, 1056/2014, 1663/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αποδίδεται, κατά την δέουσα εκτίμηση αυτού, η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πινάκων προσωπικού, όπου φαίνεται η ειδικότητα απασχολήσεως του ενάγοντος και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο υπολογισμό του ύψους των αποδοχών αυτού.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν καθορίζεται το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, είναι αβάσιμος, γιατί από τα όσα έγιναν δεκτά προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας και αξιολογώντας το έγγραφο αυτό μαζί με όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα ορθά διέγνωσε το περιεχόμενό του και κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, ενώ εξάλλου την σχετική του κρίση το Εφετείο δεν στήριξε αποκλειστικά ή κύρια στο έγγραφο αυτό (ΑΠ 670/2018).

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1632/2013).

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 84/2016 ΤΝΠ Νόμος).

Για ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 455/2014). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποια, δηλαδή, στοιχεία αναγκαία για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 121/2014, 1504/2011, 479/2009).

Η αναιρεσειουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι ως προς την παραδοχή των ποσών για υπεργασία και παράνομες υπερωρίες η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί και, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω, υπό την επίφαση της συνδρομής του ως άνω αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Πέραν όμως αυτού είναι αβάσιμος γιατί καταλήγοντας στο αποδεικτικό του πόρισμα έχει στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο προς την υπερεργασία και την παράνομη υπερωρία και τον υπολογισμό των επιδικασθέντων ποσών. Τέλος, η αναιρεσειουσα με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης επικαλείται επίσης πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι εσφαλμένα έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι απασχολήθηκε ως χειριστής πρέσσας ενώ στην πραγματικότητα αυτός "μέχρι το 2002 απασχολήθηκε ως ανειδίκευτος εργάτης (μεταφορές, φορτώσεις κλπ) και έκτοτε εργάστηκε ως μονταδόρος- συσκευαστής στην παραγωγή, ενώ δεν είχε ειδική γνώση στο χειρισμό της πρέσσας....".

και ότι εσφαλμένα έγινε ο υπολογισμός του ύψους των αποδοχών του. Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν διαλαμβάνεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται παραβιασθείσα, είναι απαράδεκτος γιατί, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω υπό την επίφαση της συνδρομής του ως άνω αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ.1 και αρ. 8 ΚΠολΔ πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Κατ`ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.01.2018 αίτηση για αναίρεση της υπ`αριθμ.4125/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (3ο Τμήμα) Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ