Legislator Case Law & Legislation
665/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against public works judgment due to procedural inadmissibility under Article 13 of Law 1418/1984.

Case Number 665/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the lower court's judgment regarding public works. The appellant argued that the lower court erred in applying contract law to out-of-scope works and failed to consider specific evidence or an unjust enrichment claim. The court rejected these arguments, ruling that the appeal was inadmissible because the specific legal errors alleged did not fall within the exhaustive list of grounds for cassation permitted by Article 13, paragraph 3 of Law 1418/1984.

Legislator headnote

AI generated

Art. 13 para. 3 Law 1418/1984; Art. 559 KPolD: Appeals against judgments in public works cases are inadmissible for grounds not explicitly listed in the relevant article of the Code of Civil Procedure.

Keywords

AI generated
public works cassation appeal inadmissible appeal exhaustive list procedural bar unjust enrichment contract law

Cited Legislation

AI generated
Art. 13 para. 3 Law 1418/1984
Art. 559 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD
Art. 495 para. 4 KPolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 665 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 665/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Εισηγητή και Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κοινοπραξίας με την επωνυμία "...", που τελεί υπό εκκαθάριση, εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον πρώην διαχειριστή της και νυν εκκαθαριστή κ. Π. Μ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαπέτρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Δημοτικής Επιχείρησης (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "...)", που τελεί υπό εκκαθάριση, εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της κ.κ. Χ. Κ. και Ά. Σ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Καραγεώργο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 226/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την εκδίκαση της υπόθεσης στο καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο Πενταμελές Εφετείο Λάρισας και 67/2015 του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-6-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν.

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Τέλος, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλα πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).

Με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 ν. 1418/1984, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 4 ν. 2372/1996 και τροποποιήθηκε η πρώτη εξ αυτών από την παρ. 2 του άρθρου 15 ν. 3212/2003 (Α’ 308/31.12.2003), η οποία (παράγραφος 2), κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 23 παρ. 7 του τελευταίου αυτού νόμου, εφαρμόζεται και στις συμβάσεις έργων για τα οποία δεν έχει εκδοθεί βεβαίωση περάτωσης εργασιών, ορίζονται τα εξής: "1.

Το έργο εκτελείται σύμφωνα με τη σύμβαση και τα τεύχη και σχέδια που τη συνοδεύουν. Αν προκύψει ανάγκη εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών, που δεν περιλαμβάνονται στο αρχικό ανατεθέν έργο ούτε στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν, κατά την εκτέλεση του έργου, αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στις περιπτώσεις δ’ δ1 και δ2 της παρ. 3 του άρθρου 8 του Π.Δ. 23/1993, συνάπτεται σύμβαση, κατόπιν διαπραγματεύσεων με τον ανάδοχο του έργου.

Για τον κανονισμό τιμών μονάδας των συμπληρωματικών εργασιών και για τη δυνατότητα άσκησης των σχετικών ένδικων μέσων εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου δέκατου τρίτου του ν. 2338/1995. Η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο του έργου και, προκειμένου να υπογραφεί η σύμβαση ανάθεσης των συμπληρωματικών εργασιών, απαιτείται γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου.

Το συνολικό ποσό των συμβάσεων αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού της αρχικής σύμβασης. Στο ως άνω ποσοστό του πενήντα τοις εκατό (50%) συμπεριλαμβάνεται και η αμοιβή συντάξεως τυχόν μελετών για τις συμπληρωματικές εργασίες του έργου. Οι συμπληρωματικές εργασίες παραλαμβάνονται μαζί με τις εργασίες της αρχικής σύμβασης. 2.

Με τα ποσά των απρόβλεπτων δαπανών (απρόβλεπτα), που περιλαμβάνονται στην αρχική σύμβαση, καλύπτονται ιδίως δαπάνες που προκύπτουν από εφαρμογή νέων κανονισμών ή κανόνων που καθιερώθηκαν ως υποχρεωτικοί μετά την ανάθεση του έργου, καθώς και από προφανείς παραλείψεις ή σφάλματα της προμέτρησης της μελέτης και όχι από τροποποίηση των σχεδίων και της μορφής του έργου ...

Οπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρεται ο όρος συγκριτικός πίνακας αντικαθίσταται με τον όρο ανακεφαλαιωτικός πίνακας εργασιών". Εξάλλου, στην παρ. 3 του άρθρου 8 π.δ. 23/1993 ορίζεται: "Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να αναθέτουν συμβάσεις έργων προσφεύγοντας στη διαδικασία με διαπραγμάτευση, χωρίς να προηγηθεί δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α ... β ... γ ... δ. για τις συμπληρωματικές εργασίες που δεν περιλαμβάνονταν στο αρχικό ανατεθέν έργο ούτε στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων κατά την εκτέλεση του έργου, όπως αυτό περιγράφεται στην αρχική σύμβαση, υπό την προϋπόθεση ότι η ανάθεση γίνεται στον εργολήπτη που εκτελεί το αρχικό έργο.

δ1. όταν αυτές οι εργασίες δεν μπορούν τεχνικά ή οικονομικά να διαχωρισθούν από την κύρια σύμβαση χωρίς να δημιουργήσουν μείζονα προβλήματα για τις αναθέτουσες αρχές. δ2. όταν αυτές οι εργασίες, παρ’ ότι μπορούν να διαχωρισθούν από την εκτέλεση της αρχικής σύμβασης, είναι απόλυτα αναγκαίες για τη βελτίωσή της.

Σε καμία περίπτωση το συνολικό ποσό των ανατιθεμένων συμβάσεων συμπληρωματικών εργασιών δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50% του ποσού της κύριας σύμβασης". Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 3 άρθρου δέκατου τρίτου ν. 2338/1995, "Κατά την εφαρμογή των περιπτώσεων δ, δ1 και δ2 της παρ. 3 του άρθρου 8 του π.δ/τος 23/1993 (ΦΕΚ 8 Α’ ) ο κανονισμός τιμών μονάδας νέων εργασιών γίνεται με διαπραγματεύσεις και απαιτείται ειδική αιτιολόγηση για προσαύξηση των συμβατικών ή των νόμιμα κανονιζόμενων τιμών, που σε καμία περίπτωση η προσαύξηση αυτή δεν μπορεί να υπερβεί το ποσοστό 5% της συμβατικής ή της νόμιμα κανονιζόμενης τιμής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 του π.δ/τος 609/895 (ΦΕΚ 223 Α’ ), όπως αυτές κάθε φορά ισχύουν.

Σε περίπτωση που οι αξιώσεις του Αναδόχου υπερβαίνουν τα ανωτέρω καθοριζόμενα, ο Ανάδοχος υποχρεούται να εκτελέσει τις νέες εργασίες και παρέχεται σ’ αυτόν η δυνατότητα ασκήσεως των σχετικών ενδίκων μέσων. Για το ποσό των απροβλέπτων, που συμπεριλαμβάνονται στο αρχικό συμβατικό ποσό, δεν ισχύουν οι ανωτέρω διατάξεις. ...".

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 43 π.δ. 609/1985 (Κατασκευή δημοσίων έργων) και υπό τον τίτλο "Αυξομειώσεις εργασιών, νέες εργασίες", όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο μόνο π.δ. 402/1996, ορίζονται: "1. Ο φορέας κατασκευής του έργου έχει το δικαίωμα, κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου, να αναθέτει την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Ν. 1418/1984 (ΦΕΚ Α’ 23), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου τέταρτου του Ν. 2372/1996 (ΦΕΚ Α1 29).

Για την εκτέλεση των ανωτέρω συμπληρωματικών εργασιών απαιτείται η σύναψη σύμβασης. 2. Κάθε σύμβαση επόμενη της αρχικής συνοδεύεται από "Ανακεφαλαιωτικό πίνακα εργασιών" που ιδίως περιλαμβάνει τις ενδείξεις των εργασιών, τις τιμές μονάδος των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων, τις δαπάνες του προϋπολογισμού του αρχικά ανατεθέντος έργου, του προϋπολογισμού της αμέσως προηγούμενης σύμβασης και του προϋπολογισμού της προς κατάρτιση καινούργιας σύμβασης.

Περιλαμβάνει ακόμα και τις δαπάνες των απροβλέπτων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του Ν. 1418/1984 όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου τετάρτου του Ν. 2372/1996, καθώς και την προβλεπόμενη δαπάνη για αναθεώρηση και το Φ.Π.Α. Για τη διάθεση των απροβλέπτων δαπανών (απρόβλεπτα) κάθε σύμβασης συντάσσεται Ανακεφαλαιωτικός Πίνακας Εργασιών, που δεν μπορεί να συμπεριλάβει συμπληρωματικές εργασίες, οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες λόγω απροβλέπτων περιστάσεων. ..." Περαιτέρω, από τις διατάξεις των παρ. 3 και 5 του ίδιου άρθρου ορίζονται: "3.

Αν στο συγκριτικό πίνακα περιλαμβάνονται και εργασίες για τις οποίες δεν υπάρχουν τιμές μονάδας, ο συγκριτικός πίνακας συνοδεύεται από πρωτόκολλο που κανονίζει τις τιμές για τις εργασίες αυτές Ο κανονισμός τιμών μονάδας νέων εργασιών γίνεται με υποχρεωτική εφαρμογή κατά σειρά των κατωτέρω περιπτώσεων ...

Η εξακρίβωση του κόστους γίνεται από επιτροπή που συγκροτείται από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία ... 5. Οι συγκριτικοί πίνακες και τα πρωτόκολλα κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών που τους συνοδεύουν συντάσσονται από τη Διευθύνουσα υπηρεσία και υπογράφονται από τον ανάδοχο ανεπιφύλακτα ή με επιφύλαξη.

Αν ο ανάδοχος αρνηθεί την υπογραφή, του κοινοποιείται ο συγκριτικός πίνακας και τα πρωτόκολλα σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 1. Στην περίπτωση, αυτή, όπως και στην περίπτωση που ο ανάδοχος υπέγραφε τα σχετικά έγγραφα με επιφύλαξη δικαιούται να υποβάλει ένσταση. Ο συγκριτικός πίνακας και τα πρωτόκολλα νέων τιμών εγκρίνονται από την Προϊσταμένη Αρχή στην οποία διαβιβάζονται μαζί με την τυχόν ένσταση του αναδόχου, αιτιολογική έκθεση για την ανάγκη των τροποποιήσεων, τον τρόπο κανονισμού των τιμών και κάθε σχετική πληροφορία.

Αν έχει υποβληθεί ένσταση διατυπώνεται και η γνώμη της Διευθύνουσας υπηρεσίας στο περιεχόμενο της ένστασης αυτής. Μετά την έγκριση του συγκριτικού πίνακα ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να εκτελέσει τις σχετικές εργασίες χωρίς αυτό να θίγει τα δικαιώματα του για επίλυση της τυχόν διαφοράς". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι, οσάκις παρίσταται ανάγκη εκτελέσεως συμπληρωματικών εργασιών, δηλαδή εργασιών οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο ανατεθέν με την αρχική σύμβαση έργο ή στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες κατά την εκτέλεση του έργου λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, για την εκτέλεση αυτών απαιτείται η σύναψη ιδιαίτερης, συμπληρωματικής συμβάσεως με τον ανάδοχο του έργου.

Προηγείται η σύνταξη εκ μέρους της Διευθύνουσας Υπηρεσίας του έργου Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών (Α.Π.Ε.), ο οποίος περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως, όπως τις προς εκτέλεση εργασίες, τις τιμές μονάδας των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων κ.λπ., καθώς και Πρωτοκόλλου Κανονισμού Τιμών Μονάδας Νέων Εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.) στην περίπτωση που στον Α.Π.Ε.

περιλαμβάνονται και εργασίες για τις οποίες δεν υπάρχουν τιμές μονάδας, και ακολούθως υπογράφεται η σύμβαση αναθέσεως των συμπληρωματικών αυτών εργασιών μετά από διαπραγματεύσεις με τον ανάδοχο του έργου και αφού ληφθεί η γνώμη και του οικείου τεχνικού συμβουλίου. Μετά την υπογραφή της συμβάσεως, το ποσό της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50% του ποσού της αρχικής, η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο.

Και προβλέπεται μεν από την ανωτέρω παρ. 3 του άρθρου 43 του π.δ. 609/1985 έγκριση του Α.Π.Ε. και του Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. από την Προϊσταμένη Αρχή, η μη έγκριση όμως των στοιχείων αυτών εντός ευλόγου χρόνου και δη εντός τριμήνου από την υποβολή τους στην Προϊσταμένη Αρχή δεν έχει ως συνέπεια να θεωρούνται αυτά ως αυτοδικαίως εγκριθέντα όπως υποβλήθηκαν, ώστε να μην μπορούν πλέον να τροποποιηθούν από την Προϊσταμένη Αρχή μετά την πάροδο του τριμήνου, όπως παγίως γινόταν δεκτό υπό το προ της ενάρξεως ισχύος των ανωτέρω διατάξεων των νόμων 2372/1996 και 3212/2003 νομοθετικό καθεστώς.

Και τούτο διότι, πάντως, το είδος και η έκταση των συμπληρωματικών εργασιών καθώς και όλα τα συναφή με τις εργασίες αυτές ζητήματα αποτελούν αντικείμενο της σχετικής συμβάσεως που θα υπογραφεί τελικά, μετά από διαπραγματεύσεις, με τον ανάδοχο του έργου και αφού ληφθεί υπόψη και η γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου (ΣτΕ 1475/2010).

Περαιτέρω, η παράγραφος 2 του άρθρου 34 του π.δ/τος 609/1985 ορίζει ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται αποζημίωση ή αύξηση τιμών για μεταβολές στα έργα, τα οποία έγιναν χωρίς έγγραφη διαταγή, έστω και αν αυτές βελτιώνουν το έργο, ενώ, εξάλλου, σε επείγουσες περιπτώσεις, η διαταγή για τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις δίδεται προφορικώς στον τόπο των έργων και καταχωρίζεται στο ημερολόγιο.

Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 8 παρ. 1 ν. 1418/1984, όπως ισχύει, συνάγεται ότι σε περίπτωση, κατά την οποία ο ανάδοχος εκτελέσει εργασίες μη προβλεπόμενες από τη σύμβαση, κατά ποσότητα ή είδος, η δαπάνη των οποίων υπερβαίνει το 50% του συνολικού συμβατικού ποσού, δεν δικαιούται αμοιβής ή αποζημιώσεως για τις εργασίες αυτές, ούτε αποδόσεως της ωφελείας του λήπτη βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.

ΑΚ). Κατ’ εξαίρεση, όμως, από τον κανόνα αυτό, ο ανάδοχος δικαιούται αμοιβής ή αποζημιώσεως για τις ως άνω εργασίες, στην περίπτωση κατά την οποία προέβη στην εκτέλεσή τους κατόπιν έγγραφης εντολής της Υπηρεσίας ή, σε επείγουσες περιπτώσεις, κατόπιν προφορικής εντολής της Υπηρεσίας, στον τόπο εκτελέσεως του έργου, που καταχωρίσθηκε στο ημερολόγιο αυτού.

Περαιτέρω, γίνεται μεν δεκτό ότι από το συνδυασμό των άρθρων 34 και 43 του π.δ/τος 609/1985 προκύπτει ότι ο ανάδοχος δεν δύναται κατ’ αρχήν να προβεί σε τροποποιήσεις ως προς την ποιότητα, το είδος ή την ποσότητα των εργασιών, όπως αυτά ορίζονται στη σύμβαση, χωρίς προηγουμένη έγγραφη εντολή της Υπηρεσίας του έργου και χωρίς προηγουμένη σύνταξη και έγκριση συγκριτικού πίνακα ή και πρωτοκόλλου κανονισμού τιμών μονάδος νέων εργασιών, όπως επίσης και ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται αποζημιώσεως για μεταβολές στο έργο, οι οποίες έγιναν χωρίς προηγουμένη έγγραφη εντολή (ή σε επείγουσες περιπτώσεις, χωρίς προφορική εντολή της Υπηρεσίας στον τόπο εκτελέσεως του έργου, που καταχωρίσθηκε στο ημερολόγιο αυτού).

Καθ’ ερμηνεία όμως των αυτών ως άνω διατάξεων δεν αποκλείεται εργασίες, οι οποίες παρεκκλίνουν της συμβάσεως και εξετελέσθησαν χωρίς έγγραφη ή προφορική, κατά τα ανωτέρω, εντολή να κριθούν, στη συνέχεια, από τα αρμόδια όργανα του κυρίου του έργου ή, σε περίπτωση διαφωνίας και ασκήσεως εκ μέρους του αναδόχου προσφυγής, από το αρμόδιο δικαστήριο, ως αναγκαίες, οπότε οι εργασίες αυτές νομιμοποιούνται εκ των υστέρων με σύνταξη συγκριτικού πίνακα και πρωτοκόλλου κανονισμού τιμών μονάδος νέων εργασιών (ΣτΕ 1230/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε ότι κατόπιν δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού κατάρτισε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη την από 23-12-1997 σύμβαση εκτελέσεως δημόσιου έργου με τον τίτλο "Κέντρο ...", αντί αρχικού εργολαβικού ανταλλάγματος 474.175.200 δρχ.

και ήδη 1.391.563,33 ευρώ χωρίς ΦΠΑ. Οτι περάτωσε το συμφωνημένο έργο (διώροφο κτίριο κύριων και βοηθητικών χώρων, μια μεγάλη αίθουσα και υπόγειο γκαράζ), μετά από έγκριση της κυρίας του έργου για παράταση της αρχικής συμβατικής προθεσμίας έως την 30-7-1999, η δε Επιτροπή οριστικής παραλαβής του έργου παρέλαβε τούτο στις 28-3-2001.

Οτι κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου προέκυψε η ανάγκη εκτελέσεως πρόσθετων εργασιών (πέρα από τις προβλεπόμενες στη σύμβαση), οι οποίες θεωρήθηκαν από τους επιβλέποντες μηχανικούς του έργου απαραίτητες για την άρτια και ολοκληρωμένη λειτουργία των εγκαταστάσεων, τις οποίες και παραθέτει στην αγωγή, και ειδικότερα:

α) για την κατεδάφιση τμήματος του αρχικού κτίσματος χωρίς συμβατική υποχρέωση δαπανήθηκε ποσόν 51.464 ευρώ, β) για μεγαλύτερη αντοχή του σκελετού της οικοδομής από οπλισμένο σκυρόδεμα απαιτήθηκε ποσόν (41.334,51 + 13.558,81) 54.893,32 ευρώ, γ) για τη μείωση των θορύβων στην αίθουσα χορού τοποθετήθηκαν πλάκες ινοσανίδων, η δαπάνη των οποίων ανήλθε στο ποσό των 4.742,31 ευρώ, δ) για την καλλίτερη λειτουργία του κτιρίου τοποθετήθηκαν στις θύρες ενδεικτικές πινακίδες και δαπανήθηκε ποσό 364,65 ευρώ, ε) για την ανάρτηση και στήριξη της πίστας αναρρίχησης στην ανατολική πλευρά του κτιρίου απαιτήθηκαν μηχανήματα και εργάτες και δαπανήθηκε ποσό 2.411,60 ευρώ, στ) για την κατασκευή εξωτερικών κλιμακοστασίων χωρίς συμβατική υποχρέωση δαπανήθηκε ποσό 82.000 ευρώ, ζ) για την κατασκευή μεταλλικών κουφωμάτων αντί των ξύλινων, που πρόβλεπε η μελέτη, δαπανήθηκε επιπλέον ποσό 11.775,12 ευρώ, η) για τη διαγράμμιση των θέσεων σταθμεύσεως στο υπόγειο του κτιρίου δαπανήθηκε ποσό 1.179,57 ευρώ, θ) για τη βαφή των αεραγωγών σε τρεις στρώσεις δαπανήθηκε ποσό 8.652,13 ευρώ, ι) για την κατασκευή υδρορροών από γαλβανισμένη λαμαρίνα αντί των πλαστικών, που πρόβλεπε η μελέτη, δαπανήθηκε επιπλέον ποσό 1.828,22 ευρώ, ια) για την κάλυφη των σωληνώσεων αποχετεύσεως και των διακλαδωτών του καλοριφέρ με κουτιά από γυψοσανίδες και ξύλο, που δεν προβλεπόταν στη μελέτη, δαπανήθηκε ποσό (663,53 + 206,62) 870,15 ευρώ.

Επικαλούμενη η αναιρεσείουσα ότι οι περιγραφόμενες με την αγωγή εργασίες δεν προβλέπονταν από την αρχική μελέτη προσφοράς και τη σύμβαση, ότι κρίθηκαν απαραίτητες για την αρτιότερη κατασκευή του έργου και εκτελέσθηκαν μετά από προφορικές εντολές των επιβλεπόντων μηχανικών, ότι η αμοιβή της κοινοπραξίας συμφωνήθηκε με βάση τις τιμές μονάδων που ορίζουν οι ισχύουσες διατάξεις για την εκτέλεση δημοσίων έργων, τα αναλυτικά τιμολόγια τιμών και τα πρακτικά τιμαριθμικής επιτροπής διαπιστώσεως τιμών, υλικών και ημερομισθίων, ζητεί, μετά τον περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη κυρίως με βάση τη σύμβαση έργου και επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού υποχρεούται να της καταβάλει τα ως άνω ποσά, προσαυξημένα με το εργολαβικό όφελος 18% και τον αναλογούντα ΦΠΑ, και συνολικά το ποσό των 341.236,25 ευρώ νομιμοτόκως από την 28-2-2001, οπότε είχε συμφωνηθεί να εξοφληθεί η οφειλή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την αγωγή ως προς την κυρία βάση, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος ως προς τα αιτούμενα κονδύλια της ενάγουσας κοινοπραξίας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου ... 1.

Κατεδαφίστηκαν τα προς βορρά κτίσματα συνολικού εμβαδού 1.250,56 τ.μ. και 13.130,88 κ.μ. Στην προσφορά της ενάγουσας προβλέπεται η κατεδάφιση όλου του συγκροτήματος και η ανέγερση στην παρούσα φάση μόνο των εγκαταστάσεων που περιλαμβάνονται στο οικονομικό αντικείμενο της ... Ενόψει τούτων πιθανολογείται ότι το έργο της κατεδάφισης είναι συμβατικό και επομένως πρέπει να απορριφθεί το αιτούμενο ποσό των 51.464 ευρώ ως αβάσιμο. 2.

Με τον υπ’ αριθμ. 6 ειδικό όρο, που αποτελεί αναπόσπαστο όρο της σύμβασης, ορίζεται: "οποιαδήποτε εργασία απαιτείται για τη σωστή κατασκευή του έργου (υποθεμελιώσεις, εξυγιάνσεις μεγάλου πάχους, πρόσθετα σκυροδέματα και μεγαλύτερες διατομές, αντιστηρίξεις όμορων ιδιοκτησιών και δρόμων ..." είναι υποχρέωση του αναδόχου χωρίς πρόσθετη καταβολή τιμήματος.

Ενόψει τούτων η επικαλούμενη για λόγους μεγαλύτερης αντοχής του κτιρίου αύξηση της ποσότητας του μπετόν του σκελετού ... και τα αντίστοιχα αιτούμενα ποσά των 41.334,51 και 13.558,81 ευρώ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. 3. Περαιτέρω, ... η τοποθέτηση σε όλη την επιφάνεια της αίθουσας χορού, πέρα από τα προβλεπόμενα, πλακών ινοσανίδων ...

αξίας ... 4.742,31 ευρώ όχι μόνο δεν ήταν αναγκαία για την αρτιότερη κατασκευή του έργου αλλά και δεν υπαγορεύτηκε από απρόβλεπτες περιστάσεις και το σχετικό ποσό πρέπει ... να απορριφθεί ως αβάσιμο. 4. Ομοίως, η τοποθέτηση στις θύρες του κτιρίου 17 ταμπλετών με μικροϋλικά στήριξης αυτών αξίας ... 364,65 ευρώ όχι μόνο δεν κρίνεται αναγκαία για την αρτιότερη κατασκευή του έργου αλλά δεν υπαγορεύτηκε από απρόβλεπτες κατά τη σύναψη της αρχικής σύμβασης περιστάσεις και το σχετικό κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. 5.

Οπως προκύπτει από την επιτροπή αξιολόγησης θετικά στοιχεία της προσφοράς της ενάγουσας θεωρούνται τα δύο εξωτερικά κλιμακοστάσια που ενοποιούν ... τους χώρους του τελευταίου ορόφου της εργολαβίας με τα κτίρια του παιδικού σταθμού και των γραφείων. Ενόψει τούτων πιθανολογείται ότι η κατασκευή εξωτερικών κλιμακοστασίων για λόγους λειτουργικότητας του κτιρίου ...

αποτελούσε τμήμα της εργολαβίας και το αίτημα επιδίκασης για την ... αξία των εργασιών ... τοποθέτησης μεταλλικών κλιμακοστασίων ... που ανήλθε στο ποσό των 82.000 ευρώ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. 6. Επίσης η τοποθέτηση στις εσωτερικές θύρες αντί για ξύλινες κάσες, που πρόβλεπε η μελέτη, μεταλλικών από στραντζαριστή λαμαρίνα ...

δεν κρίνεται αναγκαία ούτε για την αρτιότητα της κατασκευής, την ασφάλεια και τη λειτουργικότητα του κτιρίου. Θα μπορούσε δε να είχε προβλεφθεί ήδη κατά το στάδιο της μελέτης και της προσφοράς. Επομένως το αιτούμενο ποσό ... 11.775 ευρώ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. 7. Επίσης, η βαφή των αεραγωγών με τρεις στρώσεις μπορούσε να προβλεφτεί με τη μελέτη και την προσφορά.

Επομένως, το ποσό των 8.652,13 ευρώ ... πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. 8. Ομοίως η κατασκευή υδρορροών από γαλβανισμένη λαμαρίνα ... αντί για πλαστικές ... της μελέτης μπορούσε να προβλεφτεί και το αίτημα επιδίκασης ... 1.828,22 ευρώ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. 9. Ομοίως το αίτημα επιδίκασης για την κάλυψη των εμφανών εσωτερικών σωληνώσεων του κτιρίου με γυψοσανίδες ποσού 663,53 ευρώ και για τη βαφή του 206,62 ευρώ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, διότι οι εργασίες αυτές μπορούσαν να προβλεφθούν ... 10.

Η ανάρτηση και στήριξη στην ανατολική πλευρά του κτιρίου, για την οποία ... απαιτήθηκαν 2.411,61 ευρώ, είναι εργασία η οποία δεν υπαγορεύτηκε από απρόβλεπτες περιστάσεις αλλά μπορούσε να προβλεφθεί και να περιληφθεί στην αρχική σύμβαση. 11. Ομοίως η δημιουργία στο υπόγειο του κτιρίου θέσεων στάθμευσης τριών αυτοκινήτων και η διαγράμμιση θέσης με λευκό ειδικό χρώμα ...

η αξία των οποίων ανήλθε στο ποσό των ... 1.179,57 ευρώ δεν αποτελούν εργασίες οι οποίες υπαγορεύτηκαν από απρόβλεπτες περιστάσεις".

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 8 ν. 1418/1984 και 43 π.δ. 609/1985 περί συμπληρωματικών εργασιών, κρίνοντας ότι ένα μέρος των εργασιών δεν αποτελούσαν συμπληρωματικές εργασίες αλλά εντάσσονταν στο συμβατικό αντικείμενο του έργου, άλλο μέρος των εργασιών δεν υπαγορεύθηκε από απρόβλεπτες περιστάσεις και τέλος ένα τρίτο μέρος εργασιών δεν ήταν απρόβλεπτες και μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί κατά το στάδιο της μελέτης και προσφοράς, ενώ αναγκαία προϋπόθεση για την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών είναι η υπογραφή έγγραφης συμβάσεως, η οποία και δεν συνήφθη στην προκειμένη περίπτωση, για δε το στοιχείο της προβλεφιμότητας και της αναγκαιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι ανατρέχει αυτό στο χρόνο συντάξεως της μελέτης και της προσφοράς και όχι στο ορθό, που είναι ο χρόνος καταρτίσεως της συμβάσεως.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον υπό την επίκληση πλημμέλειας από τα άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, όπως εκτέθηκαν παραπάνω, οι εκτιθέμενες στην αγωγή εργασίες και οι αντίστοιχες δαπάνες δεν αφορούσαν συμπληρωματικές εργασίες κατά την έννοια των ως άνω άρθρων, αλλά είτε εντάσσονταν στο συμβατικό αντικείμενο του έργου (κονδύλια 1, 2, 5), είτε δεν υπαγορεύθηκαν από απρόβλεπτες περιστάσεις (κονδύλια 3, 4), είτε δεν ήταν απρόβλεπτες και μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί κατά το στάδιο της μελέτης και προσφοράς (κονδύλια 6, 7, 8, 9, 10, 11) και κατά συνέπεια δεν υπήρξε έδαφος υπαγωγής των εργασιών αυτών στο πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 8 ν. 1418/1984 και 43 π.δ. 609/1985.

Περαιτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ότι οι εκτιθέμενες στην αγωγή εργασίες και οι αντίστοιχες δαπάνες δεν αφορούσαν συμπληρωματικές εργασίες, καθίσταται δε εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα κονδύλια με αριθμούς 1, 2 και 5 εντάσσονταν στο συμβατικό αντικείμενο του έργου, παραθέτοντας τις συμβατικές εργασίες που αφορούσαν, τα κονδύλια 3 και 4 λόγω της φύσεώς τους δεν υπαγορεύθηκαν από απρόβλεπτες περιστάσεις, ενώ όλα τα λοιπά κονδύλια αφορούσαν εργασίες που δεν ήταν απρόβλεπτες και μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί κατά το στάδιο της μελέτης και προσφοράς, και κατά συνέπεια δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως συμπληρωματικές εργασίες, ώστε να δικαιολογείται η αιτούμενη δαπάνη.

Εξάλλου, δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα των αιτιολογιών να εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ποιες ακριβώς ήσαν οι συμβατικές εργασίες προς συμπλήρωση των οποίων έγιναν οι αιτούμενες, ούτε τα περιστατικά των μέτρων επιμέλειας, η παράλειψη των οποίων κατέστησε αναγκαία την εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών.

Συνακόλουθα τούτων ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες ως προς τα άνω ζητήματα, είναι αβάσιμος. Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι το Εφετείο αρκέσθηκε σε απλή πιθανολόγηση και δεν σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμος, εφόσον, κατά το άρθρο 13 παρ. 3 ν. 1418/1984, στις υποθέσεις δημοσίων έργων αρκεί πιθανολόγηση.

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα, ενώ οι περιγραφόμενες στην αγωγή εργασίες ήσαν εξωσυμβατικές, που δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική σύμβαση, ούτε αποτελούσαν συμπλήρωση αυτής, αλλά νέες για τις οποίες ουδέποτε υπογράφηκε σχετική σύμβαση, το Εφετείο τις εκτίμησε ως συμπληρωματικές εργασίες, για τις οποίες έκρινε ότι έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 8 ν. 1418/1984 και 43 π.δ. 609/1985. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 3 ν. 1418/1984, που ίσχυε κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής, οι αποφάσεις του Εφετείου επί υποθέσεων δημοσίων έργων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, υπόκεινται σε αναίρεση μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθ. 1 έως 7, 9, 16, 17, 19 και 20 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, και συνεπώς η ως άνω επικαλούμενη πλημμέλεια δεν περιλαμβάνεται στους λόγους αυτούς. Ωσαύτως, απαράδεκτος για τον αυτό λόγο είναι και ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε με επίκληση αυτή ενώπιον του Εφετείου.

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστη την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφόσον ρητά στο δικόγραφο αυτής γίνεται μνεία ότι "όλως επικουρικά και στην περίπτωση που κριθεί ότι η εν λόγω σύμβαση έργου είναι άκυρη για οποιοδήποτε λόγο, η κοινοπραξία μας έχει αξίωση αμοιβής για τις ανωτέρω περιγραφόμενες εργασίες σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά της εναγομένης Δημοτικής Επιχείρησης, η οποία ωφελήθηκε από το προϊόν των εργασιών αυτών", και κατά συνέπεια η αγωγή περιείχε όλα τα αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο αυτής. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 3 ν. 1418/1984, που ίσχυε κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής, οι αποφάσεις του Εφετείου επί υποθέσεων δημοσίων έργων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, υπόκεινται σε αναίρεση μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθ. 1 έως 7, 9, 16, 17, 19 και 20 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, και συνεπώς η ως άνω επικαλούμενη πλημμέλεια δεν περιλαμβάνεται στους λόγους αυτούς.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητου (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 Ιουνίου 2016 αίτηση της κοινοπραξίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 67/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, και τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 13η Φεβρουαρίου 2018.

Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30η Μαρτίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ