Supreme Court dismisses bank's appeal on loan contract invalidity and debt discharge facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Court of Appeals' final judgment. The lower courts found the bank's loan contract void and the debt fully discharged by the plaintiff's payments, ordering the bank to pay damages for moral harm. The Court rejected the appeal because the appellant failed to prove the lower courts violated the law or ignored facts presented in the original lawsuit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8)(a) and 495(4) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court did not violate the law or ignore facts presented in the original lawsuit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 665 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 665/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." (...), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φούλη Ευαγγελίδου-Τσικρικά και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σπυράκο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2405/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1861/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/4/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 30/9/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 1861/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ'αριθμ.1861/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε τις συνεκδικασθείσες αντίθετες Εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ'αριθμ.2405/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δεχόμενο την από 10-3-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης, 1)αναγνώρισε ότι α)η από 31-1-2005 εξώδικη καταγγελία της από 2-7-2001 σύμβασης δανείου είναι άκυρη και η οφειλή της ενάγουσας από το δάνειο αυτό έχει εξοφληθεί ολοσχερώς, β)η οφειλή της ενάγουσας από τις από 22-12-1987, 1-12-1988 και 13-12-1989 ιδιωτικές συμβάσεις δανείου που περιέχονται στις υπ'αριθμ.
…/22-12-1987, …/1-12-1988 και .../13-12-1989 συμβάσεις τοκοχρεολυτικού δανείου της Συμβολαιογράφου Πατρών Α. Δ. Σ. έχει εξοφληθεί ολοσχερώς, γ)η εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την περιγραφόμενη αδικοπραξία σε βάρος της και 2)διέταξε την εξάλειψη των αναφερομένων στην ως άνω απόφασή του, υπέρ της εναγομένης, προσημειώσεων υποθήκης επί του περιγραφομένου ακινήτου της εναγομένης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του προβαλλόμενου με αυτή λόγου της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ, ο λόγος αναίρεσης της απόφασης για την παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ιδρύεται. εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη του γεγονότα τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής. Όταν όμως το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ' αυτή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος και προσδίδει στην προσβαλλόμενη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ώστε να δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αλλά υπάγει απλώς στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τον ενάγοντα (ΑΠ 1487/2005, ΑΠ 45/2006, ΑΠ 1973/2007). Ως "πράγματα" δε, κατά την ανωτέρω διάταξη νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΑΠ 1008/2010, ΑΠ 1222/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως, η αναιρεσείουσα εναγομένη, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι, αν και η αναιρεσίβλητη θεμελίωσε τη νομική βάση της αγωγής της στην ακυρότητα της εκ μέρους της καταγγελίας της από 2.7.2001 τέταρτης κατά χρονολογική σειρά χορήγησης δανειακής σύμβασης αποκλειστικά και μόνο στην απόσβεση του χρέους της ένεκα της προηγούμενης εξόφλησης του, χωρίς να προβάλει τη δήθεν καταχρηστικότητα στην εκ μέρους της ενέργεια να καταγγείλει το δάνειο, εντεύθεν δε, στήριξε το αγωγικό της αίτημα στην κατ' ευθείαν παραβίαση του γράμματος του άρθρου 39 ν. 3259/2004 και όχι στην κατά κατάχρηση δικαιώματος επίκληση και εφαρμογή του, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, αυθαίρετα και χωρίς να έχει γίνει καμία, τέτοιου είδους επίκληση στην αγωγή της αναιρεσίβλητης, έκρινε ότι η Τράπεζα της, κατά την εκ μέρους της εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 39 ν.3259/2004, εσφαλμένα δεν συνυπολόγισε το κεφάλαιο του τέταρτου δανείου, θεωρώντας ότι η εκ μέρους της Τράπεζας καταγγελία του ήταν μεν άκυρη, όχι όμως λόγω της επικληθείσας προηγουμένης εξοφλήσεως του, αλλά λόγω αντιθέσεως της καταγγελίας αυτής στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και έτσι έλαβε υπόψη ισχυρισμό περί καταχρηστικότητας, ο οποίος όμως δεν είχε προταθεί με το δικόγραφο της αγωγής, οδηγούμενο κατά τον τρόπο αυτό, στην εσφαλμένη κρίση, ότι η καταγγελία ήταν άκυρη λόγω καταχρηστικότητας με βάση το άρθρο 281 AK, με συνέπεια να απορρίψει τον πρώτο λόγο της έφεσης της και θεωρώντας συνακόλουθα εσφαλμένο τον εκ μέρους της Τράπεζας υπολογισμό του κεφαλαίου και του τέταρτου δανείου στο σύνολο της κατ' άρθρο 39 του ν. 3259/2004 συνολικής χρηματοδότησης της αναιρεσίβλητης, να οδηγηθεί στην απόρριψη και των λοιπών λόγων της έφεσης της, που αφορούσαν άλλες νόμιμες και βάσιμες αιτιάσεις της, βάση των οποίων είχε περαιτέρω προβεί σε παραδεκτή και βάσιμη άρνηση της αγωγής.
Από την παραδεκτή όμως, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 1 0.3.2006, αγωγή της κατά της ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας, ανέφερε, για τη θεμελίωση των ασκούμενων με αυτή δικαιωμάτων της, όπως και το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε, τα εξής:
Ότι κατήρτισε με την εταιρεία "...", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη, τις από 22.12.1987, 1.12.1988 και 13.12.1989 συμβάσεις τοκοχρεολυτικού δανείου, δυνάμει των οποίων η ... χορήγησε σε αυτή τα ποσά των 42.500.000 δρχ. 14.300.000 δρχ. και 2.600.000 δρχ. αντίστοιχα και ότι προς εξασφάλιση των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων παραχωρήθηκαν, υπέρ της δανείστριας, οι αναφερόμενες στην αγωγή υποθήκες και προσημειώσεις υποθηκών στο περιγραφόμενο ακίνητο ιδιοκτησίας της, το οποίο βρίσκεται στη Ζάκυνθο.
Ότι η εναγομένη προέβη σε επιβολή επιβαρύνσεων και ανατοκισμό τόκων με συνέπεια να αυξηθεί η οφειλή της ενάγουσας, την οποία αυτή δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει, οπότε η εναγομένη, με την από 18.5.1993 επιταγή, που επέδωσε στην ενάγουσα στις 2.6.1993, προέβη σε καταγγελία των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων. Ότι με το από 30.9.1997 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβαστικής ρύθμισης των οφειλών της ενάγουσας από τα ανωτέρω δάνεια, συμφωνήθηκε η εξόφληση αυτών με επιτόκιο 19,50% σε εξαμηνιαίες δόσεις μέχρι την 1.1.2006 και με την από 27.1.2003 πράξη ρύθμισης οφειλών, ρυθμίστηκαν, ως ληξιπρόθεσμες, οι οφειλές της ενάγουσας από τα δύο πρώτα δάνεια, οι οποίες, κατά την πράξη αυτή, ανέρχονταν για μεν την πρώτη σύμβαση, στο ποσό των 151.386 ευρώ, για δε τη δεύτερη, στο ποσό των 60,845 ευρώ, ενώ για την τρίτη σύμβαση εξακολουθούσε να ισχύει η από 30.9.1997 ρύθμιση.
Ότι σε εξόφληση των ανωτέρω συμβάσεων δανείου, η ενάγουσα κατέβαλε στην εναγομένη συνολικά το ποσό των 693.358,23 ευρώ και ότι πέραν των ως άνω τριών συμβάσεων, κατήρτισε με την ... την από 2.7.2001 σύμβαση δανείου, με βάση την οποία αυτή της χορήγησε τοκοχρεολυτικό δάνειο ύψους 50.000.000 δρχ. για κεφάλαιο κίνησης, διάρκειας 5 ετών, με κυμαινόμενο επιτόκιο.
Ότι υπέβαλε εμπροθέσμως αίτηση στην εναγομένη, προκειμένου να υπαχθούν οι οφειλές της από τις τρεις δανειακές συμβάσεις, στη ρύθμιση του άρθρου 39 του Ν 3259/2004, αλλά η τελευταία συνυπολόγισε, όχι νομίμως, στο σύνολο των χορηγηθέντων κεφαλαίων και το τοκοχρεολυτικό δάνειο ποσού 50.000.000 δρχ., που της χορήγησε με την από 2.7.2001 δανειακή σύμβαση, το οποίο εξυπηρετείτο κανονικά, με αποτέλεσμα η εναγομένη να εμφανίζει, ως οφειλόμενο, βάσει του άρθρου 39 παρ.1 του ν. 3259/2004, το ποσό των 158.688,64 ευρώ.
Ότι, κατά τους υπολογισμούς της ενάγουσας, αν ληφθεί υπόψη, ως βάση οφειλής, το άθροισμα των ληφθέντων κεφαλαίων από τις τρεις πρώτες δανειακές συμβάσεις, πολλαπλασιαστεί αυτό με συντελεστή "3" και αφαιρεθούν από το γινόμενο όλες οι καταβολές, τα ανωτέρω τρία δάνεια έχουν ήδη εξοφληθεί ολοσχερώς. Ότι στις 8.2.2005 η εναγομένη της κοινοποίησε την από 31.1.2005 εξώδικη δήλωση, με την οποία κατήγγειλε την από 27.1.2003 πράξη ρύθμισης οφειλών και την από 2.7.2001 δανειακή σύμβαση, επικαλούμενη την μη τήρηση των όρων των ανωτέρω συμβάσεων από την ενάγουσα και ειδικότερα την καθυστέρηση εξόφλησης της καταβλητέας την 1.1.2005 δόσης του χορηγηθέντος, με την από 2.7.2001 δανειακή σύμβαση, δανείου.
Ότι η ως άνω καθυστέρηση οφειλόταν στην παράλειψη της εναγομένης να την ενημερώσει για το ύψος της δόσης αυτής και για το λόγο αυτό η ίδια η ενάγουσα προέβη στον υπολογισμό της και πριν την κοινοποίηση της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης στις 2.2.2005, κατέβαλε το ποσό των 19.000 ευρώ σε εξόφληση της ανωτέρω τοκοχρεολυτικής δόσης.
Ότι η καταγγελία της παραπάνω σύμβασης λόγω της καθυστέρησης καταβολής μίας και μόνο δόσης για το παραπάνω σύντομο χρονικό διάστημα, αντίκειται στις αρχές της καλής πίστης και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική μη παράγουσα τα αποτελέσματα της για την ως άνω σύμβαση δανείου" Ότι, στις 20.7.2005, η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των 34 751,99 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του τέταρτου δανείου, γεγονός που πιστοποίησε η εναγομένη με την από 20.7.2005 επιστολή της και ότι, παρά το γεγονός της εξόφλησης και του δανείου αυτού, η εναγομένη αρνείται να συναινέσει στην άρση των υποθηκών και προσημειώσεων σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της ενάγουσας, επικαλούμενη, ότι τα ποσά που καταβλήθηκαν σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της από 2.7.2001 σύμβασης, καταβλήθηκαν προς εξόφληση και των τεσσάρων δανείων και αξιώνει, ως υπόλοιπο από την ενάγουσα, το ποσό των 106.006,27 ευρώ.
Ότι τον Ιούνιο του 2005 αυτή (ενάγουσα) αποφάσισε να προβεί σε επέκταση της ξενοδοχειακής της επιχείρησης σε όμορο ακίνητο που έχει αγοράσει, καθώς και στην επέκταση, αποπεράτωση και ανακαίνιση της υπάρχουσας ξενοδοχειακής της μονάδας, λόγω δε της άρνησης της εναγομένης να συναινέσει στην άρση των ανωτέρω αναφερόμενων βαρών, παρόλο που γνωρίζει ότι οι απαιτήσεις της έχουν ικανοποιηθεί, εμφανίζεται αυτή (ενάγουσα) με ληξιπρόθεσμες οφειλές στην εναγομένη τράπεζα και ως εκ τούτου έχει σοβαρές δυσκολίες να πραγματοποιήσει με δανειοδότηση από άλλες τράπεζες την επέκταση της επιχείρησης και την ένταξη της σε αναπτυξιακό πρόγραμμα.
Ότι η εναγομένη ενεργεί όλα τα ανωτέρω, κατά παράβαση της αρχής της καλής πίστης και του καθήκοντος πρόνοιας των συναλλασσομένων, καθώς γνωρίζει ότι οι απαιτήσεις της έχουν ικανοποιηθεί, προκειμένου να αποσπάσει χρηματικά ποσά που δεν της οφείλονται, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη της ενάγουσας για απελευθέρωση των ακινήτων της, προκειμένου να πραγματοποιήσει τους επιχειρηματικούς της στόχους και ότι εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς της εναγομένης, υπέστησαν βαρύτατη προσβολή η επαγγελματική της φήμη, το όνομα, η εμπορική πίστη και το μέλλον της.
Κατόπιν τούτων η ενάγουσα ζήτησε, πλην άλλων, μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της, να αναγνωριστεί ότι 1) η από 31.1.2005 εξώδικη καταγγελία της από 2.7.2001 δανειακής σύμβασης, είναι άκυρη ως καταχρηστική και η οφειλή της από την ανωτέρω σύμβαση, έχει εξοφληθεί και 2) δεν οφείλει κανένα ποσό από τις από 22.12.1987, 1.12.1988 και 13.12.1 989 ιδιωτικές συμβάσεις δανείων, που εμπεριέχονται στα με αριθμό .../1987, .../1988 και .../1989 συμβόλαια της Συμβολαιογράφου Πατρών Α.
Σ.. Το Εφετείο, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της βασιμότητας της ως άνω αγωγής, κατά τα ενδιαφέροντα, στην προκείμενη περίπτωση, κεφάλαια της, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, τα εξής: "Με την .../22-12-1987 δανειακή σύμβαση της Συμβολαιογράφου Πατρών Α. Σ., την οποία κατήρτισε η πρώτη ενάγουσα με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ...;της οποίας η εναγόμενη τραπεζική εταιρεία είναι καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως και απορροφήσεως, χορηγήθηκε στην ενάγουσα εταιρία ενυπόθηκο τοκοχρεολυτικό δάνειο ύψους 42.500.000 δρχ ή 124.724,87 ευρώ εξοφλητέο σε χρονική διάρκεια 15 ετών με επιτόκιο 18,50%.
Για την εξασφάλιση της απαίτησης από το δάνειο αυτό, χορηγήθηκε στην δανείστρια τράπεζα το δικαίωμα εγγραφής υποθήκης για το ποσό τον 8.500.000 δρχ και προσημείωσης υποθήκης για το ποσό των 75.060.000 δρχ., η μεν πρώτη με βάση το ανωτέρω συμβόλαιο, η δε δεύτερη με την 5070/1987 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στον τόμο ...
και αριθμό ... και … αντίστοιχα των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Ζακύνθου, σε ακίνητο εμβαδού 6.405,52 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "…" ή "…" της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας … Ζακύνθου....Περαιτέρω με βάση την .../1-12-1988 δανειακή σύμβαση της Συμβολαιογράφου Πατρών Α. Σ. την οποία κατήρτισε η ενάγουσα με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...", της οποίας η εναγομένη είναι καθολική διάδοχος, χορηγήθηκε σε αυτή ενυπόθηκο τοκοχρεολυτικό δάνειο κεφαλαίου 14.300.000 δρχ ή 41.966,25 ευρώ, εξοφλητέο σε χρονική διάρκεια 13 ετών με επιτόκιο 19.50%.
Για την εξασφάλιση της απαίτησης από το δάνειο αυτό, χορηγήθηκε στην δανείστρια τράπεζα το δικαίωμα εγγραφής υποθήκης για το ποσό των 2.860.000 δρχ και προσημείωσης υποθήκης για το ποσό των 24.000.000 δρχ, η μεν πρώτη με βάση το παραπάνω συμβόλαιο, η δε δεύτερη με βάση την 1089/1988 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, στον τόμο ...
και αριθμό … και … αντίστοιχα των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Ζακύνθου στο ανωτέρω ακίνητο. Επίσης με την .../13-12-1989 δανειακή σύμβαση της Συμβολαιογράφου Πατρών Α. Σ. η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης, χορηγήθηκε στην ενάγουσα ενυπόθηκο τοκοχρεολυτικό δάνειο κεφαλαίου 2.600.000 δρχ ή 7.630,23 ευρώ, εξοφλητέο σε χρονική διάρκεια 13 ετών με επιτόκιο 23%.
Για την εξασφάλιση της απαίτησης από το δάνειο αυτό χορηγήθηκε στην δανείστρια τράπεζα το δικαίωμα εγγραφής υποθήκης για το ποσό των 520.000 δρχ και προσημείωση: υποθήκης για το ποσό των 4.000.000 δρχ . η μεν πρώτη με βάση το ανωτέρω συμβόλαιο, η δε δεύτερη με βάση την 1151/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, στον τόμο … και αριθμό … και … αντίστοιχα των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Ζακύνθου αντίστοιχα, στο παραπάνω ακίνητο.
Λόγω των επιβαρύνσεων και ανατοκισμών που επέβαλε η εναγομένη στα αναφερόμενα δάνεια, η οφειλή της ενάγουσας από αυτά αυξήθηκε δραματικά, με αποτέλεσμα από ένα χρονικό σημείο και μετά να μην μπορεί η τελευταία να ανταποκριθεί στην έγκαιρη εξόφληση των δόσεων, οπότε με την από 18-5-1993 επιταγή που επέδωσε στην ενάγουσα στις 2-6-1993, η εναγομένη κατήγγειλε τις δανειακές συμβάσεις αφού κήρυξε το σύνολο των δανείων ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, αξιώνοντας από την ενάγουσα να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 99.913.609 δρχ και στις 24-2-1994 προέβη στην εγγραφή υποθήκης στο παραπάνω ακίνητο της ενάγουσας για το ποσό των 50.000.000 δρχ στον τόμο … και αριθμό … των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Ζακύνθου για την εξασφάλιση των καθυστερούμενων τόκων.
Επίσης, με την από 3-6-1997 επιταγή, η οποία κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 4-6-1997, η εναγομένη αξίωσε από την ενάγουσα να της καταβάλει το ποσό των 133.728,057 δρχ. ως συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή και από τα τρία δάνεια. Στη συνέχεια οι διάδικοι υπέγραψαν το από 30-9-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβαστικής ρύθμισης οφειλών, με βάση το οποίο συμφωνήθηκε η εξόφληση των οφειλών από τα παραπάνω δάνεια σε εξαμηνιαίες δόσεις μέχρι την 1-1-2006 με επιτόκιο 19,50%.
Μέχρι τις 9-5-2001 η ενάγουσα εταιρία κατέβαλε στην εναγομένη για την οφειλή από την πρώτη δανειακή σύμβαση, το συνολικό ποσό των156.033.787 δρχ ή 457.912,80 ευρώ, για την οφειλή της από τη δεύτερη το ποσό των 49.385.651 δρχ ή 144.932,26 ευρώ και νια την οφειλή από την τρίτη, το ποσό των 8.542.514 δρχ ή 25.069.74 ευρώ και συνολικά 627.914,80 εύρω σύμφωνα με το προσκομιζόμενο με αριθμ.πρωτ. .../27-3-2002 έγγραφο της πιστώτριας τράπεζας ..., γεγονός που δεν αμφισβήτησε η εναγομένη.
Περαιτέρω, οι διάδικοι υπέγραψαν την από 27-1-2003 πράξη ρύθμισης οφειλών από τις .../1987 και .../1988 δανειακές συμβάσεις, οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των 151.386 ευρώ από την πρώτη και στο ποσό τον 60.845 ευρώ από τη δεύτερη και συνολικά στο ποσό των 212.221 ευρώ. το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε οκτώ έτη της πρώτης δόσης καταβλητέας την 1-1-2003 και με επιτόκιο κυμαινόμενο και ανερχόμενο, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, σε 6.50%.
Για την οφειλή από την .../1989 δανειακή σύμβαση εξακολουθούσε να ισχύει η από 30-9-1997 ρύθμιση. Περαιτέρω, με την από 2-7-2001 δανειακή σύμβαση, την οποία κατήρτισε η ενάγουσα με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "..." χορηγήθηκε σε αυτή ενυπόθηκο τοκοχρεωλυτικό δάνειο κεφαλαίου 50.000.000 δρχ. ή 146.735.14 ευρώ, εξοφλητέο σε χρονικό διάστημα 5 ετών, με την καταβολή την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου ίσων εξαμηνιαίων δόσεων, της πρώτης καταβαλλόμενης την 1η-1ου-2002 και της τελευταίας την 1η-7ου-2006 με κυμαινόμενο επιτόκιο.
Για την εξασφάλιση της απαίτησης από το δάνειο αυτό χορηγήθηκε στην δανείστρια τράπεζα το δικαίωμα προσημείωσης υποθήκης για το ποσό των 70.000.000 δρχ η 205.429.20 ευρώ με βάση την 2047/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, στον τόμο … και αριθμό … των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Ζακύνθου στο παραπάνω περιγραφόμενο ακίνητο.
Ακολούθως μετά την ισχύ του νόμου 3259/2004, η ενάγουσα εταιρία υπέβαλε αίτηση προς την εναγομένη για την αναπροσαρμογή της οφειλής της από τις ανωτέρω τρεις δανειακές συμβάσεις, οι οποίες είχαν ήδη, όπως προαναφέρθηκε, καταστεί ληξιπρόθεσμες και σε απάντηση αυτής της κοινοποίησε η εναγομένη την από 20-10-2004 επιστολή της, με την οποία της γνωστοποίησε ότι η οφειλή της από τις ανωτέρω τέσσερις δανειακές συμβάσεις, ανέρχεται στο ποσό των 158.688 ευρώ.
Στο εν λόγω ποσό κατέληγε η εναγομένη προσθέτοντας στο κεφάλαιο των δανείων που υπήχθησαν στις διατάξεις του ν.3259 2004 και το δάνειο των 50.000.000 δρχ., που χορήγησε στην ενάγουσα με την από 2-7-2001 δανειακή σύμβαση. Η εναγομένη υπέλαβε ως βάση υπολογισμού της οφειλής το άθροισμα των κεφαλαίων και των τεσσάρων δανείων ήτοι ποσό 321.056,49 ευρώ, το οποίο πολλαπλασιαζόμενο με τον συντελεστή 3 ανέρχεται στο ποσό των 963.169.48 ευρώ, (321.056,49X3), από το οποίο αφαίρεσε το σύνολο των καταβολών, ύψους 804.480.84 ευρώ, με αποτέλεσμα η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή της ενάγουσας να ανέρχεται, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της εναγομένης, στο ποσό των 158.688.64 = [963.169.48- 804.480,84] ευρώ.
Το δάνειο όμως ύψους 50.000.000 δρχ ή 146.735,14 ευρώ που χορηγήθηκε στην ενάγουσα με την τελευταία, από 2-7-2001, δανειακή σύμβαση, εξυπηρετείτο κανονικά και δεν υπήρχε καθυστέρηση στην καταβολή των δόσεων έως την έναρξη εφαρμογής του ν.3259/2004, στις 4-8-004. Επομένως, ο ανωτέρω τρόπος υπολογισμού που ακολούθησε η εναγόμενη, είναι λανθασμένος διότι δεν θα έπρεπε αυτή να συμπεριλάβει στο άθροισμα των κεφαλαίων των τριών πρώτων δανείων και το τέταρτο δάνειο των 50.000.000 δρχ.
για την εξεύρεση της συνολικής οφειλής, δεδομένου ότι το ανωτέρω δάνειο δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο, προκειμένου να υπαχθεί στις διατάξεις του ανωτέρω νόμου...
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της έφεσης της εναγομένης με τον οποίο αυτή ισχυρίζεται, ότι για τον υπολογισμό της συνολικής οφειλής υπολογίζονται και οι ενήμερες οφειλές επιχειρώντας να εντάξει το τέταρτο δάνειο στη ρύθμιση του παραπάνω νομού, η οποία αφορά συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις, δανείου ή πίστωσης, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Επομένως, η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή της ενάγουσας από τις .../1987, .../1988 και .../1989 δανειακές συμβάσεις, είχε εξοφληθεί ολοσχερώς, δεδομένου ότι ως βάση της οφειλής, πρέπει να θεωρηθεί το άθροισμα των κεφαλαίων των τριών δανείων, ήτοι [124.724.87 + 41.966,25 + 7.630.23] = 174.321,35 το οποίο αν πολλαπλασιαστεί με τον συντελεστή "3" ανέρχεται στο ποσό των 522.964.05 ευρώ, από το οποίο αν αφαιρεθεί το σύνολο των καταβολών, ύψους 627.914,80 ευρώ, προκύπτει πιστωτικό υπόλοιπο υπέρ της ενάγουσας, ποσού 104.950,75 ευρώ [522.964.05 - 627.914,80] ευρώ.
Περαιτέρω, η εναγομένη με την από 31-1-2005 εξώδικη δήλωσή της, την οποία κοινοποίησε στην ενάγουσα, στις 8-2-2005, κατήγγειλε την από 27-1-2003 πράξη ρύθμισης οφειλών και την από 2-7-2001 δανειακή σύμβαση λόγω μη τήρησης των όρων τους και κήρυξε ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και τις υπόλοιπες μη ληξιπρόθεσμες δόσεις των τεσσάρων δανείων, συνολικού ποσού των δόσεων αυτών 213.244.81 ευρώ, καθιστάμενης έτσι της οφειλής και από τα τέσσερα δάνεια ληξιπρόθεσμης και απαιτητής, ανερχόμενης στις 12-1-2005, στο συνολικό ποσό των 271.095.62 ευρώ.
Ειδικότερα, όσον αφορά την από 2-7-2001 σύμβαση δανείου, η εναγομένη επικαλέστηκε την καθυστέρηση εξόφλησης της καταβλητέας την 1-1-2005 εξαμηνιαίας δόσης, ύψους 18.639,73 ευρώ. Μάλιστα στην παραπάνω εξώδικη δήλωση αναφέρεται, ότι η καταγγελία γίνεται προκειμένου να καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή στο σύνολο της η οφειλή της ενάγουσας και να υπαχθεί στην ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρου 39 του ν.3259/2004.
Όμως, η εξώδικη αυτή καταγγελία της από 2-7-2001 δανειακής σύμβασης υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ενόψει του ότι η ενάγουσα είχε καταβάλει το μεγαλύτερο μέρος του δανείου με την εξόφληση των έξι [6] από τις δέκα [10] εξαμηνιαίων δόσεων, η καθυστέρηση αφορούσε πολύ μικρό χρονικό διάστημα ήτοι ένα μήνα από τότε που η εξαμηνιαία δόση της πρώτης Ιανουαρίου του 2005, κατέστη ληξιπρόθεσμη, οφειλόταν δε στο γεγονός και μόνο ότι η εναγομένη δεν την είχε ενημερώσει, όπως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με ρητό όρο της δανειακής σύμβασης για το ύψος της, όπως έπραξε όλες τις προηγούμενες φορές, το οποίο [ύψος] συχνά μεταβαλλόταν λόγω του γεγονότος, ότι το δάνειο είχε συμφωνηθεί με κυμαινόμενο επιτόκιο με δεδομένο μάλιστα ότι η από αυτό απαίτηση της εναγομένης, ήταν εξασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια.
Συνεπώς, η ως άνω εσπευσμένη από την εναγομένη καταγγελία, που συνιστά παραβίαση της υποχρέωσης προστασίας των συμφερόντων της ενάγουσας, δεδομένου ότι είχε υποχρέωση να ανεχθεί μικρή καθυστέρηση στην πληρωμή της ως άνω δόσης, επέφερε οικονομική ζημιά στην ενάγουσα, ενόψει και του γεγονότος της μεταγενέστερης άρνησης της εναγομένης να συναινέσει στην άρση των υποθηκών και προσημειώσεων στην ακίνητη περιουσία της.
Επομένως, η ως άνω εξώδικη καταγγελία ασκήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, γεγονός που διαλαμβάνεται ρητά στην αγωγή με την αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών και ως εκ τούτου συντρεχόντων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω, των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την παραδοχή της, είναι άκυρη και δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα.
Κατά συνέπεια οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της έφεσης της εναγομένης, με τους οποίους αυτή υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Περαιτέρω, αμέσως μετά την επίδοση της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης και συγκεκριμένα στις 10-2-2005, η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των 19.000 ευρώ για την εξόφληση της ανωτέρω δόσης και με την από 18-2-2005 εξώδικη δήλωση της, που επέδωσε στην εναγομένη στις 23-2-2005, επισήμανε την ολοσχερή εξόφληση των τριών πρώτων δανείων που υπήχθησαν στη ρύθμιση του ν.3259/2004 και ότι, η από 2-7-2001 τέταρτη σύμβαση, εξυπηρετείτο κανονικά, καλώντας την εναγομένη να ανακαλέσει την εξώδικη καταγγελία της, κάτι που αυτή δεν έπραξε.
Στις 20-7-2005 η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των 34.751,99 ευρώ προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της οφειλής της από την, από 2-7-2001, δανειακή σύμβαση και έλαβε μάλιστα την με ημερομηνία 20-7-2005 εξοφλητική απόδειξη υπογεγραμμένη από δύο υπαλλήλους του υποκαταστήματος της εναγομένης στη Ζάκυνθο...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ενόψει όσων έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8, εδ.α' του ΚΠολΔ, με τη λήψη πραγμάτων που δεν είχαν προταθεί από την αναιρεσίβλητη ενάγουσα.
Τούτο, διότι στην ένδικη αγωγή διαλαμβάνονται τα περιστατικά, τα θεμελιωτικά της από το άρθρο 281 ΑΚ αγωγικής βάσης, αναφορικά με την καταγγελία της τέταρτης σύμβασης, ως καταχρηστικής, όπως ορθώς δέχτηκε τόσο το πρωτοβάθμιο, όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και προκύπτει από το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αγωγής.
Στην καταχρηστικότητα δε της καταγγελίας της τέταρτης σύμβασης στήριξε η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη το σχετικό περί αναγνώρισης της επίμαχης ακυρότητας αίτημά της, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά το περιεχόμενο της αγωγής και τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης η ολοσχερής εξόφληση της οφειλής από την τέταρτη σύμβαση έλαβε χώρα σε χρόνο (20/7/2005) μεταγενέστερο της επίμαχης καταγγελίας.
Επομένως ο προαναφερόμενος μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-4-2015 αίτηση της Τράπεζας ...., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1861/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ