Legislator Case Law & Legislation
665/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where appellant withdraws most grounds and loses on remaining argument regarding evidence distortion.

Case Number 665/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal after the appellant withdrew three of four grounds via oral declaration, leaving only one argument regarding evidence distortion. The appellant argued the lower court misread a final judgment to create doubts about their passive legitimation, but the court found this argument inadmissible as it constituted a denial rather than a claim of distortion. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; An oral withdrawal of appeal grounds by the appellant without the respondent's consent is valid and effective, and the court must reject the appeal if the remaining grounds are found inadmissible or unfounded.

Keywords

AI generated
oral withdrawal of appeal passive legitimation distortion of evidence inadmissible claim legal costs award Code of Civil Procedure unfounded appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 339 and 432 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 744/1982
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 665 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 665/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΜΑΤΡΑΝΣ Α.Ε." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νίκο Δούναβη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Παπαδάκου και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε τον λόγο δήλωσε ότι παραιτείται από τον 2ο, 3ο και 4ο λόγο της κρινόμενης αίτησης και συνεχίζει την συζήτηση της υπόθεσης ως προς τον 1ο λόγο της.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 666/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2837/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-9-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 17-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση προκύπτει, ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντα ολική ή μερική από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωσή του, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης, για το κύρος δε της εν λόγω παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ’ αυτή, εφόσον γίνεται προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (Ολ ΑΠ 744/1982). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, παραιτήθηκε από τον δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και δήλωσε επίσης ότι συνεχίζει τη συζήτηση της υπόθεσης ως προς τον πρώτο λόγο της. Πρέπει επομένως να θεωρηθεί ότι η εν λόγω αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε από αυτήν, ως προς τους προαναφερόμενους λόγους (2ο, 3ο και 4ο).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ. 663 επ. Κ.Πολ.Δ.) τελεσίδικη 2837/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, τότε 666/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συγκεκριμένα κατά το μέρος που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς τις αξιώσεις δεδουλευμένων αποδοχών κατά τη σχετική επικουρική βάση της (του αδικαιολογήτου πλουτισμού) και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί, μετά την άνω δήλωση παραίτησης της αναιρεσείουσας, από τους παραπάνω λόγους, μόνο ως προς τον πρώτο λόγο αυτής.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων είχε ασκήσει κατά της εναγόμενης την από 20-5-2005 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που κατήρτισε με την εναγομένη στις 12-5-2003 και την παροχή σ’ αυτήν στο πλαίσιο της ως άνω σύμβασης της εργασίας του, ως οδηγού φορτηγών αυτοκινήτων για τη μεταφορά των εμπορευμάτων (ηλεκτρικών ειδών) στην Ιταλία, από της προσλήψεώς του έως τις 10-9-2004 που η εναγόμενη τον απέλυσε προφορικά, χωρίς καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και υπό τις ειδικότερα αναφερόμενες προσβλητικές για την τιμή και την υπόληψη περιστάσεις (που αποτελούν και περιεχόμενο της νέας ένδικης, από 13-11-2007 αγωγής), ζήτησε, κυρίως μεν κατά τη σύμβαση, επικουρικά δε κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, να αναγνωρισθεί (κατόπιν μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό) ότι η εναγομένη του οφείλει για τις αναφερόμενες στην αγωγή αιτίες και το επίσης αναφερόμενο (στην αγωγή) για καθεμία ποσό καθώς επίσης και το συνολικό ποσό των 552 ευρώ για νομίμους τόκους υπερημερίας.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η ήδη τελεσίδικη 2506/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (βλ. υπ’ αριθμ. ...29-5-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Φ. και 11717/13-10-2009 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών), με την οποία απορρίφθηκε στο σύνολό της. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 322 παρ. 1 εδ.

Β’ κατά την οποία δημιουργείται δεδικασμένο από την τελεσίδικη δικαστική απόφαση και καθόσον αφορά το δικονομικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε απ’ αυτή, προκύπτει ότι η νομιμοποίηση των διαδίκων, ως διαδικαστική προϋπόθεση διεξαγωγής της δίκης, μπορεί ν’ αποτελέσει αντικείμενο δεδικασμένου εφόσον στη νέα δίκη μεταξύ των αυτών διαδίκων πρόκειται για την αυτή έννομη σχέση με την έννοια ότι ο δικαιούχος της αξιώσεως που ασκείται με τη νέα αγωγή πρέπει να συνδέεται με αυτή με την δικαιολογική βάση της (αγωγή που ασκήθηκε στην προηγούμενη δίκη).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά παράβαση νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει το δεδικασμένο που αυτή (αναιρεσείουσα) επικαλέσθηκε νόμιμα, ως προς την έλλειψη της παθητικής νομιμοποίησης της, το οποίο προέκυπτε από την 2506/2007 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Όπως, όμως, προκύπτει από την τελεσίδικη 2506/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η προηγούμενη αγωγή του αναιρεσιβλήτου απερρίφθη κατά το επικουρικό αίτημά της, για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως αόριστη και όχι για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της παραπάνω αποφάσεως αναφέρεται σ’ αυτή....Επιπροσθέτως σημειώνεται ότι αν και η εναγομένη εταιρεία αρνείται ότι είναι εργοδότης του ενάγοντος ζημιώνεται από τον τελευταίο να αναφέρει τον τόπο κατάρτισης της συμβάσεως εργασίας του αλλά και το φυσικό πρόσωπο το οποίο προσέλαβε για λογαριασμό της, ο ενάγων δεν διευκρινίζει τα στοιχεία αυτά με αποτέλεσμα να γεννούνται αμφιβολίες και για την παθητική νομιμοποίηση της εναγομένης.

Η προαναφέρομενη αναφορά του δικαστηρίου η οποία εκφράζει αμφιβολίες ως προς την παθητική νομιμοποίηση της εναγομένης, δεν αποτελεί παραδοχή που συνέχεται με το αποδεικτικό πόρισμα, ήτοι την απόρριψη της αγωγής, αφού αυτή (αγωγή) όπως αναφέρθηκε απορρίφθηκε λόγω αοριστίας.

Συνεπώς ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης εκ του αριθμ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το παραπάνω μέρος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω ο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 1ος λόγος αναίρεσης (κατά το δεύτερο σκέλος του) κατά τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε νόμιμα το δεδικασμένο που υφίσταται, ως προς το ουσιαστικό ζήτημα της ύπαρξης αμφιβολιών περί της παθητικής της νομιμοποίησης που προέκυπτε από την 2506/2007 τελεσίδικη απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αμφισβήτηση της υπάρξεως παθητικής νομιμοποιήσεως δεν συνιστά ισχυρισμό-ένσταση αλλ’ άρνηση της νομιμοποιήσεως και συνεπώς δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού αποδίδει σ’ αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχουν και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα κατά +-+++++++++++++++++++++παραμόρφωση του περιεχομένου της υπ’ αριθμ. 2506/2007 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου και συγκεκριμένα από εσφαλμένη ανάγνωσή της, ως προς το διαληφθέν σ’ αυτήν "με αποτέλεσμα να γεννώνται αμφιβολίες και για την παθητική της νομιμοποίηση". Ο παραπάνω λόγος (1ος κατά το τρίτο σκέλος του) κατά την προαναφερομένη αιτίαση της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέγνωσε εσφαλμένα το κείμενο της παραπάνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ως προς την διατυπωθείσα απ’ αυτό (Μονομελές) αμφιβολία και όχι πλήρη απόδειξη, ως προς την παθητική νομιμοποίηση της αναιρεσείουσας. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης μετά την παραίτηση της αναιρεσείουσας ως προς τους λοιπούς πλην του πρώτου λόγου της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττηθείσα (αρθρ.183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΘΕΩΡΕΙ ότι δεν ασκήθηκε η από 4-9-2014 αίτηση αναίρεσης ως προς τους δεύτερο (2ο), τρίτο (3ο) και τέταρτο (4ο) λόγους της.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της 2837/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ