Supreme Court dismisses appeal on insurance contract validity, ruling the lower court correctly applied substantive law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding an insurance contract dispute. The appellant argued that the insurer's claim of invalidity due to late notification of the vessel transfer was abusive, but the court found this argument lacked independent legal substance. Consequently, the court upheld the lower court's rejection of the appeal and ordered the appellant to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559(1) of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Civil Code: An appeal based on the alleged abuse of a contractual claim of invalidity is inadmissible if the claim is merely an evidentiary argument supporting the main suit rather than a distinct legal ground for invalidity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 665 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 665/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γερασίμου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο της Δημήτριο Πετσάλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Μαρτίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5036/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 828/2007 του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Απριλίου 2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός , ανέγνωσε την από 17 Φεβρουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 11-4-2008 αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (Ελληνικού ή αλλοδαπού) στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εξάλλου, κατά το εφαρμοζόμενο εν προκειμένω, σύμφωνα με σχετική ρήτρα του ένδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αγγλικό δίκαιο, (όπως δέχεται και η προσβαλλόμενη απόφαση) οι συμβάσεις θαλάσσιας ασφάλισης διέπονται από το νόμο περί θαλάσσιας ασφάλισης (Μarine Insurance Act στο εξής ΜΙΑ) του 1906. Προϋπόθεση για την εφαρμογή του ΜΙΑ σε συγκεκριμένη ασφαλιστική σύμβαση είναι το ότι το ασφαλισμένο συμφέρον εκτίθεται σε θαλάσσιους κινδύνους, για την αντιμετώπιση των οποίων συνομολογείται η ασφαλιστική κάλυψη.
Το περιεχόμενο δε κάθε ασφαλιστικής σύμβασης προσδιορίζεται από το ασφαλιστήριο και τα παραρτήματά του, όπως τροποποιούνται κατά κανόνα και συμπληρώνονται από επισυναπτόμενους τυπικούς όρους με τη μορφή των ρητρών του Ινστιτούτου Ασφαλιστών Λονδίνου, μεταξύ των οποίων και όροι ασφάλισης σκαφών αναψυχής της 1-11-1985 που όλα συναπαρτίζουν την ασφαλιστική σύμβαση ως ενιαίο όλο (ΑΠ 1651/2005).
Ειδικότερα, η σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης είναι άκυρη, όταν ο ασφαλισμένος δεν έχει ασφαλίσιμο συμφέρον και μετέχει της σύμβασης χωρίς προσδοκία απόκτησης τέτοιου συμφέροντος (άρθρο 4 του ΜΙΑ). Ένα πρόσωπο έχει ειδικότερα συμφέρον στη θαλάσσια αποστολή, όταν τελεί σε οποιαδήποτε έννομη ή καλής πίστης σχέση με την αποστολή ή την ασφαλιστέα, κινδυνεύουσα, περιουσία, και συνεπώς μπορεί να ωφεληθεί από την ασφαλή κατάσταση ή προσήκουσα άφιξη της ασφαλιστέας περιουσίας ή να ζημιωθεί από την απώλεια, βλάβη ή δέσμευση αυτής ή μπορεί να γεννηθεί στο πρόσωπό του ευθύνη σε σχέση με αυτή (αρθρ. 5 (2) του ΜΙΑ).
Δεν απαιτείται να είναι κύριος του πλοίου ή των επ' αυτού αγαθών ή εκείνου που ασφαλίσθηκε, αλλά αρκεί να έχει ένα δικαίωμα στο ασφαλισθέν πράγμα, ή δικαίωμα ή ευθύνη προκύπτουσα από τη σύμβαση σχετικά με το ασφαλισθέν πράγμα ή από τη φύση της σχέσης έτσι ώστε ο ασφαλισθείς να μπορεί να ευνοηθεί από τη διατήρηση του ή να ζημιωθεί από την καταστροφή του.
Η ύπαρξη του ασφαλίσιμου συμφέροντος απαιτείται να υπάρχει, σύμφωνα με το νόμο (αρθρ. 6(1) του ΜΙΑ), κατά τον χρόνο επέλευσης της ζημίας, έστω και αν δεν υπήρχε όταν συνήφθη η ασφάλιση. Πάντως πρέπει να υπάρχει προσδοκώμενο αληθές συμφέρον κατά τον χρόνο σύναψης της ασφαλιστικής σύμβασης. Όταν παύσει το ασφαλισθέν συμφέρον υπέρ του ασφαλισμένου, είτε λόγω πώλησης και μεταβίβασης του ασφαλισθέντος αντικειμένου (πλοίου, φορτίου κλπ) είτε κατ' άλλον τρόπο προ της πραγμάτωσης του καλυφθέντος κινδύνου, παύει και το εκ του ασφαλιστηρίου δικαίωμα υπέρ του ασφαλισθέντος.
Κατά το νόμο όμως, το ασφαλιστήριο θαλάσσιας ασφάλισης είναι δεκτικό εκχώρησης με οπισθογράφηση ή άλλο συνήθη τρόπον, εκτός αν περιλαμβάνει ρητό όρο εμποδίζοντα την εκχώρηση (αρθρ. 15, 50 του ΜΙΑ). Στην πράξη, το ασφαλιστήριο των διά θαλάσσης μεταφερομένων ή δια ξηράς αγαθών (εμπορευμάτων) είναι πάντοτε μεταβιβάσιμο μετά των καλυπτομένων με αυτό αγαθών.
Στην περίπτωση όμως ασφάλισης πλοίου, είναι συνήθης ο περιορισμός της εκχώρησης, του ασφαλιστή δικαιουμένου σε ανάκληση (ακύρωση), εάν το πλοίο πωληθεί ή μεταβιβασθεί σε άλλη διαχείριση, εκτός αν οι ασφαλιστές ενέκριναν την πώληση ή μεταβίβαση της διαχείρισης. Επί πωλήσεως δε η μεταβίβασης εν πλω, η ανάκληση (ακύρωση) ισχύει αφ' ης το πλοίο καταπλεύσει σε λιμάνι.
Ενόψει των ρυθμίσεων αυτών, και με τη διάταξη του άρθρου 8 των προαναφερθέντων Ρητρών του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών του Λονδίνου για τα σκάφη αναψυχής της 1.11.1985 (Institute Yacht Clauses 1.11.1985 CL. 328 ) υπό τον τίτλο "ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΟΙΟΚΤΗΣΙΑΣ" ορίζονται τα ακόλουθα : "Η παρούσα Ρήτρα 8 υπερισχύει ανεξάρτητα οιουδήποτε αντιθέτου όρου, είτε γραπτού είτε δακτυλογραφημένου είτε ατύπου στην παρούσα σύμβαση. 8.1.
Σε περίπτωση που το πλοίο πουληθεί ή μεταβιβασθεί σε νέα ιδιοκτησία ή, εφ' όσον το πλοίο ανήκει σε εταιρία, στην περίπτωση που υπάρξει αλλαγή στους διοικούντες την εταιρία, τότε, εκτός εάν οι ασφαλιστές αποδεχθούν εγγράφως τη συνέχιση της ασφαλίσεως, η παρούσα ασφάλιση θα καταστεί άκυρη από τη στιγμή αυτής της πωλήσεως, μεταβιβάσεως ή αλλαγής και θα δοθεί μια αναλογική ημερησία καθαρή επιστροφή του ασφαλίστρου που έχει χρεωθεί για την περίοδο της ενεργού υπηρεσίας ή και την περίοδο του παροπλισμού. 8.2.
Αν παρά ταύτα το πλοίο έχει αποπλεύσει από το αγκυροβόλιό του ή ευρίσκεται στο πέλαγος κατά την ημέρα πωλήσεως, της μεταβιβάσεως, η τοιαύτη ακύρωση θα ανασταλεί, εάν τούτο ζητηθεί από τον ασφαλισμένο, μέχρι την άφιξη στο λιμένα ή τον τόπο προορισμού". Η προαναφερομένη διάταξη, που ισχύει, μάλιστα, ρητά, υποχρεωτικά και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αντίθετη συμβατική ρύθμιση του ασφαλιστηρίου και ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη άλλου ασφαλιστικού συμφέροντος, μετά τη μεταβίβαση στο πρόσωπο του ατομικά ασφαλισμένου που μεταβιβάζει την κυριότητα του ασφαλισμένου πλοίου, προβλέπει, χωρίς καμία εξαίρεση, αυτοτελή λόγο ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης υπέρ του ασφαλιστή, που δικαιολογείται από την ανάγκη διασφάλισης του τελευταίου από το ενδεχόμενο μεταβίβασης του ασφαλισμένου πλοίου σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο φυσικό ή νομικό.
Για το λόγο δε αυτό ο ίδιος συμβατικός όρος εξαρτά τη συνέχιση της ασφάλισης σε μια τέτοια περίπτωση, μόνο από την έγγραφη (και όχι προφορική) συναίνεση του ασφαλιστή, που παρέχεται ύστερα από ενημέρωσή του εκ μέρους, του μεταβιβάζοντος ασφαλισμένου έγκαιρα πριν από την κατάρτιση της πώλησης. Μόνο δε στην περίπτωση που το ασφαλισμένο πλοίο έχει αποπλεύσει και η πώληση γίνεται "εν πλω", η ακύρωση αναστέλλεται μέχρι την άφιξη του πλοίου στο λιμένα προορισμού και εφόσον αυτό έγκαιρα ζητηθεί από τον ασφαλισμένο.
Στην περίπτωση δε που η πιο πάνω γνωστοποίηση της μεταβίβασης γίνει προς τον ασφαλιστή μετά η μεταβίβαση δεν επέρχεται αναδρομικά αναβίωση της ασφαλιστικής σύμβασης που κατέστη πλέον άκυρη από του χρόνου της μεταβίβασης, και μετά την οποία ο ασφαλιστής δεν φέρει πλέον τον ασφαλιστικό κίνδυνο. Εξ άλλου, αφού δοθεί η προαναφερθείσα έγγραφη συγκατάθεση του ασφαλιστή, χωρεί η μεταβίβαση του ασφαλιστηρίου κατά τα προαναφερθέντα.
Περαιτέρω, σε συνέχεια των όσων προαναφέρθηκαν, ως "πώληση ή μεταβίβαση του πλοίου σε νέα ιδιοκτησία" στο πιο πάνω χωρίς εξαίρεση εφαρμοζόμενο, άρθρο 8 "των ρητρών του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών του Λονδίνου για τα σκάφη αναψυχής της 1-11-1985", νοείται και η μεταβίβαση της κυριότητας του πλοίου σε ναυτιλιακή εταιρεία, της οποίας το σύνολο των μετοχών ή μεριδίων κατέχονται από το μεταβιβάζοντα κύριο, αφού και στην περίπτωση αυτή ο μεταβιβάζων κύριος αποξενώνεται από την κυριότητα του πλοίου σε σχέση με τις αστικές έναντι τρίτων, τις φορολογικές και λοιπές ευθύνες, τις οποίες στο εξής πλέον και από της μεταβίβασης φέρει η αποκτώσα εταιρεία.
Αλλά και στην περίπτωση που ο κύριος του ασφαλισμένου πλοίου, κατά τη μεταβίβαση της κυριότητάς του, σε εταιρεία ή άλλο τρίτο κύριο, και ανεξαρτήτως των επί του πλοίου αποκτηθέντων πλέον δικαιωμάτων εκ μέρους της εταιρείας ή του τρίτου κυρίου, διατηρούσε την εκμετάλλευση και διαχείριση του πλοίου για δικό του πλέον λογαριασμό, δεν εξοβελίζεται η επελθούσα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 των Ρητρών της 1-11-1985 αυτοδικαίως ακυρότητα της μέχρι της μεταβίβασης ισχύουσας ασφαλιστικής σύμβασης στο πρόσωπο του μεταβιβάσαντος κυρίου εάν δεν τηρήθηκαν οι προαναφερθείσες διατυπώσεις ενημέρωσης και συγκατάθεσης του ασφαλιστή, ενώ ο προηγούμενος κύριος νομιμοποιείται πλέον αυτοτελώς, ως φορέας πλέον ειδικού εννόμου συμφέροντος, κατά την έννοια των άρθρων 5 και 6 του ΜΙΑ, να ασφαλίσει ατομικά το συμφέρον του που απορρέει από την ιδιότητά του ως κατόχου (εκμεταλλευτή) και διαχειριστή του πλοίου, όχι όμως και ως κυρίου πλέον.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) Ολ.
ΑΠ 1/1999. Δεν υπάρχει, όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Κατόπιν αποδοχής έγγραφης προτάσεως του εφεσιβλήτου προς την εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, η τελευταία αυτή ανέλαβε την ασφάλιση του υπό σημαία Αυστρίας και με αύξοντα αριθμό νηολογίου Ο.Ε ... μηχανοκινήτου σκάφους αναψυχής "A..." ,ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου, για την περίοδο από 12ης μεσημβρινής της 8-8-2003 έως 12ης μεσημβρινής της 8-8-2004.
Για την απόδειξη της παραπάνω συμβάσεως ασφαλίσεως εκδόθηκε από την εκκαλούσα στις 22-8-2003 το υπ' αριθμ. ...ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο αναγράφει τον εφεσίβλητο ως λήπτη της ασφαλίσεως και ασφαλιζόμενο και ορίζει ότι η ασφαλιστική σύμβαση, η οποία διατυπώνεται σ' αυτό, διέπεται από το αγγλικό δίκαιο και την πρακτική καθώς επίσης και από τους συνημμένους γενικούς και ειδικούς όρους που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
Περιλαμβάνονται μεταξύ αυτών και οι στερεότυποι όροι ασφαλίσεως σκαφών αναψυχής του Ινστιτούτου Ασφαλιστών Λονδίνου (Institute Yacht Clauses) της 1-11-1985, στους οποίους περιέχονται και οι καλυπτόμενοι κίνδυνοι, όπως αυτοί επεκτείνονται με άλλους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Υπό τον τίτλο "αλλαγή πλοιοκτησίας", ορίζεται στον όρο υπ' αριθ. 8 των Institute Yacht Clauses της 1-11-1985 ότι "...Σε περίπτωση που το πλοίο πωληθεί ή μεταβιβασθεί σε νέα ιδιοκτησία ή εφόσον το πλοίο ανήκει σε εταιρεία, στην περίπτωση που υπάρξει αλλαγή στους διοικούντες την εταιρεία, τότε, εκτός εάν οι ασφαλιστές αποδεχθούν εγγράφως τη συνέχιση της ασφάλισης, η παρούσα ασφάλιση θα καταστεί άκυρη από τη στιγμή αυτής της πώλησης, μεταβίβασης ή αλλαγής και θα δοθεί μια αναλογική ημερήσια καθαρή επιστροφή του ασφαλίστρου που έχει χρεωθεί για την περίοδο της ενεργούς υπηρεσίας ή και την περίοδο του παροπλισμού...".
Δηλαδή, σε περίπτωση πωλήσεως του ασφαλισμένου σκάφους ή μεταβολής κατ' άλλον τρόπο της επ' αυτού κυριότητας, η ισχύς της ασφαλιστικής συμβάσεως για τον χρόνο μετά τη μεταβίβαση της κυριότητας εξαρτάται από τη συναίνεση των ασφαλιστών. Η συγκατάθεση των ασφαλιστών στη συνέχιση της ασφαλιστικής καλύψεως πρέπει να δοθεί γραπτώς προ πάσης πωλήσεως, άλλως η ασφάλιση λύεται και η ασφαλιστική κάλυψη διακόπτεται από του χρόνου της πωλήσεως.
Στις 19-7-2004, το σκάφος "A..." άλλαξε ιδιοκτησία. Ο ασφαλισμένος εφεσίβλητος πώλησε και μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα το σκάφος αυτό στην αγγλική εταιρεία "Goldcraft Limited" και το σκάφος ενεγράφη στα νηολόγια του Λονδίνου με αύξοντα αριθμό ..., χαρακτηρίσθηκε δε από τις Αρχές ως σκάφος ιδιωτικής χρήσεως, για την εκτέλεση πλόων αναψυχής.
Εν όψει της λήξεως της ανωτέρω ασφαλιστικής περιόδου ανανεώθηκε η ασφάλιση του σκάφους "A..." και η εκκαλούσα εξέδωσε στις 3-8-2004 το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο για τη νέα πλέον ασφαλιστική περίοδο από 12ης μεσημβρινής της 8-8-2004 έως 12ης μεσημβρινής της 8-8-2005 με ορισμένες διαφοροποιήσεις από το πρώτο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως προς το ασφαλιστικό ποσό καλύψεως του σκάφους και των μηχανών του και ως προς την περίοδο ακινησίας του σκάφους, αν και το σκάφος "A..." είχε αλλάξει ιδιοκτησία στις 19-7-2004.
Δηλαδή, έχει λήξει η ασφαλιστική περίοδος του πρώτου ασφαλιστηρίου, το σκάφος περί το τέλος της περιόδου αυτής είχε αλλάξει ιδιοκτησία και η εκκαλούσα δεν ειδοποιείται σχετικώς, ώστε να συναινέσει εγγράφως στη συνέχιση της ασφαλιστικής καλύψεως υπέρ της νέας κυρίας του σκάφους, βάσει της σχετικής προβλέψεως του όρου υπ' αριθ. 8 των Institute Yacht Clauses, αλλά, αντιθέτως, μετ' ολίγον ανανεώνεται η αυτή ασφάλιση στο όνομα και πάλιν του εφεσιβλήτου ως ασφαλιζομένου με την ιδιότητά του ως κυρίου του σκάφους "A...".
Στις .... το σκάφος "A..." επέστρεφε από ταξείδι στο Ιόνιο Πέλαγος με προορισμό την 3η Μαρίνα Γλυφάδας, όπου είχε το μόνιμο αγκυροβόλιό του. Κατά τη διάρκεια του ανωτέρω ταξειδίου και ενώ το σκάφος έπλεε σε απόσταση πέντε ναυτικών μιλίων από τη νήσο Σαλαμίνα υπέστη ζημία η δεξιά κυρία μηχανή του σκάφους λόγω θραύσεως μιας βαλβίδας στο No B6 κύλινδρο και για το συμβάν αυτό ζήτησε ο εφεσίβλητος με την υπό δίκη αγωγή του την πληρωμή του ασφαλίσματος, ισχυριζόμενος ότι ήταν κύριος του σκάφους "A..." και υπό την ιδιότητα του αυτή ασφάλισε το σκάφος κατά την ασφαλιστική περίοδο από 8-8-2004 έως 8-8-2005, δηλαδή κατά τον χρόνο ισχύος του δευτέρου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ενώ το αληθές είναι ότι τόσον κατά την έναρξη της ισχύος του δευτέρου ασφαλιστηρίου συμβολαίου (8-8-2004) όσον και κατά τον χρόνο του άνω συμβάντος (,,,) κυρία του σκάφους "A..." ήταν η εταιρεία "Goldcraft Limited", ασφάλιση δε του εφεσιβλήτου υπό άλλη πλέον σχέση αυτού με το σκάφος "A...", δικαιολογούσα ασφαλιστικό συμφέρον αυτού, δεν υπήρξε.
Μετά, όμως την πώληση και μεταβίβαση του ασφαλισθέντος σκάφους του, ο εφεσίβλητος εμποδίζεται κατ' εφαρμογή της αρχής του ασφαλιστικού συμφέροντος, να ασκήσει για λογαριασμό του δικαιώματα εκ της ασφαλίσεως. Η εταιρεία "Goldcraft Limited" συνεστήθη στις 28-11-2002 σύμφωνα με τον αγγλικό νόμο περί εταιρειών του 1985 ως ιδιωτική εταιρεία και η εταιρεία αυτή είναι περιορισμένης ευθύνης.
Ο εφεσίβλητος είναι ο καταχωρημένος κύριος των χιλίων (1000) μετοχών της εταιρείας "Goldcraft Limited", τις οποίες είχε μεταβιβάσει σ' αυτόν, κατά μήνα Απρίλιο του έτους 2003, η προηγουμένη μέτοχος, εταιρεία "De Sol Maritime S.A.". Ακολούθως, δυνάμει του από 19-7-2004 πωλητηρίου εγγράφου (bill of sale) ο εφεσίβλητος πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα το σκάφος "A..." στην εταιρεία "Goldcraft Limited".
Επιπλέον με το υπ' αριθμ. 3 της 10-2-2005 πρακτικό του, ο εφεσίβλητος, ως μόνος διευθυντής της εταιρείας Goldcraft Limited", γνωστοποιεί προς κάθε ενδιαφερόμενο ότι εκπρόσωπος της εταιρείας αυτής είναι ο ίδιος, ως επίσης ο ίδιος είναι ο χρήστης και ο κυβερνήτης του σκάφους "A...". Εκ του ότι η εταιρεία "Goldcraft Limited" τελούσε υπό τον έλεγχο του εφεσιβλήτου δεν παρέπεται και ότι άλλαξε τυπικώς η κυριότητα του σκάφους "A..." και στην πραγματικότητα κύριος του σκάφους και φορέας του ασφαλιστικού συμφέροντος υπό την ιδιότητα αυτή παρέμεινε ο εφεσίβλητος, όπως υπεστήριξε με την προσθήκη και αντίκρουση των ενώπιον του Πρωτοδικείου προτάσεών του ο εφεσίβλητος και δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση.
Η κυριότητα του σκάφους για την ύπαρξη ασφαλιστικού συμφέροντος κρίνεται από την κατά νόμο οριζομένη σχέση και κατά νόμο κυρία του σκάφους "A..." από 19-7-2004 και εφεξής ήταν η εταιρεία "Goldcraft Limited". Κατά το δεύτερο ασφαλιστήριο, όπως και κατά το πρώτο, η ασφάλιση ήταν επ' ονόματι του εφεσιβλήτου ως κυρίου του ασφαλισμένου σκάφους "A...".
Τούτο δε συμβιβάζεται και με το περιεχόμενο του όρου υπ' αριθ. 8 των συνημμένων και στα δύο ασφαλιστήρια Institute Yacht Clauses της 1-11-1985, ο οποίος προϋποθέτει ότι η ασφάλιση συνάπτεται υπέρ του κυρίου του ασφαλιζομένου σκάφους, ο οποίος έχει και την εξουσία εκποιήσεως και διαθέσεως αυτού, την οποία, εν προκειμένω, είχε η εταιρεία "Goldcraft Limited".
Λόγω της αποξενώσεώς του από την κυριότητα του σκάφους "A..." ζήτησε και ο εφεσίβλητος από την εκκαλούσα να αλλάξει το όνομα του ασφαλιζομένου προσώπου σε "Goldcraft Limited", με έγγραφο που απεστάλη στην εκκαλούσα, μέσω του ασφαλιστικού συμβούλου του, στις 7-2-2005. Λόγω ελλείψεως των εγγράφων που απεδείκνυαν την αλλαγή της ιδιοκτησίας και τον χρόνο που έλαβε χώρα η αλλαγή αυτή, η δεύτερη ανανέωση της ασφαλίσεως, για την ασφαλιστική περίοδο από 12ης μεσημβρινής της 8-8-2005 έως 12ης μεσημβρινής της 8-2-2006, έγινε στο όνομα και πάλιν του εφεσιβλήτου.
Άλλαξε τελικώς στο όνομα της νέας ιδιοκτήτριας του σκάφους "A..." εταιρείας "Goldcraft Limited", όταν συγκεντρώθηκαν τα αναγκαία έγγραφα και η εκκαλούσα εξέδωσε στις 6-9-2005 την υπ' αριθμ. ...πρόσθετη πράξη ασφαλίσεως. Στην πράξη αυτή αναφέρεται ότι κατά την ευθύς ως άνω ασφαλιστική περίοδο "αλλάζει το όνομα του λήπτη της ασφάλισης και ασφαλιζομένου από Χ1 (εφεσίβλητος) σε Goldcraft Limited".
To γεγονός ότι η εκκαλούσα γνώριζε από τις 7-2-2005 την αλλαγή της επί τους σκάφους "A..." κυριότητας και δεν επέστρεψε ασφάλιστρα αλλά συνέχισε την ασφάλιση στο όνομα του εφεσιβλήτου δεν προσδίδει στον τελευταίο ασφαλιστικό συμφέρον. Η ύπαρξη ή μη ασφαλιστικού συμφέροντος δεν εξαρτάται από περιστατικά ως τα ανωτέρω, αλλά απαιτείται απόδειξη της υπάρξεως αυτού, εάν δε έγινε πληρωμή ασφαλίστρων και η ασφάλιση είναι ανίσχυρη, διότι δεν υπάρχει ασφαλιστικό συμφέρον, αναγνωρίζεται απαίτηση επιστροφής αυτών.
Συμπερασματικώς, όταν έπαυσε το ασφαλισθέν συμφέρον υπέρ του ασφαλισμένου σαν κυρίου του σκάφους "A..." εφεσιβλήτου, λόγω της πωλήσεως και μεταβιβάσεως του ασφαλισθέντος σκάφους "A...", έπαυσε και το εκ του ασφαλιστηρίου συμβολαίου δικαίωμα υπέρ του ασφαλισθέντος εφεσιβλήτου, καθώς δε το δεύτερο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ήταν ανίσχυρο λόγω ελλείψεως ασφαλιστικού συμφέροντος του εφεσιβλήτου, η εκκαλούσα δεν οφείλει καταβολή σ' αυτόν του επιδιωκομένου με την υπό δίκη αγωγή ασφαλίσματος για το μετά την πώληση και μεταβίβαση του σκάφους "A..." συμβάν της, ....
Κατά συνέπεια, κατ' αποδοχή του σχετικού ισχυρισμού της εκκαλούσας περί ελλείψεως ασφαλιστικού συμφέροντος στο πρόσωπο του παλαιού κτήτορα εφεσιβλήτου, η υπό δίκη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε τον άνω ισχυρισμό της εκκαλούσας και δέχθηκε (μερικώς, για ποσό 61.248,80 ευρώ) ως κατ'ουσία βάσιμη την αγωγή αυτή, έσφαλε".
Το Εφετείο με το να δεχθεί τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε, δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων με την ιδιότητα του κυρίου μόνο για καταβολή ασφαλίσματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 4,5 και 6 του Μ.Ι.Α. του 1906 και στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 των Ρητρών της 1-11-1985, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την επελθούσα ακυρότητα της μεταξύ των διαδίκων ασφαλιστικής σύμβασης και την έλλειψη ασφαλιστικού συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος με την ιδιότητα του κυρίου στο ένδικο πλοίο μετά τη μεταβίβαση της κυριότητάς του στην προαναφερθείσα εταιρεία, και πριν από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, αλλά και τη μη αναγγελία της μεταβίβασης εκ μέρους του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία μέχρι την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού αλλοδαπού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Εξ άλλου, οι ίδιοι πρώτος και δεύτερος κατά την σ'αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης, δηλαδή, ασφαλιστέου εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, πρώην κυρίου του ενδίκου πλοίου, και μετά τη μεταβίβαση της κυριότητάς του στην προαναφερθείσα εταιρεία κα τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση:
α) με το ότι είναι ο μοναδικός κύριος των 1000 μετοχών της εταιρείας του απέκτησε την κυριότητα του πλοίου, β) ότι και μετά τη μεταβίβαση εξακολούθησε να έχει την πραγματική εκμετάλλευση του πλοίου είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου δεν εκτίθεται παράλληλα αλλά ούτε και ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι μετά τη μεταβίβαση ασφάλισε αυτοτελώς και στο όνομά του την εκμετάλλευση και χρήση του σκάφους καίτοι κατά κυριότητα ανήκε πλέον στην εταιρεία με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεση, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. Ό λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997 ΑΠ 1933/2006).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997 Ελ.Δ/νη 1992 σελ. 72), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Περαιτέρω η απαγόρευση της εφαρμογής ενός καταχρηστικού γενικού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης αποτελεί εξειδικευμένη περίπτωση της θεμελιώδους αρχής του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς στην περίπτωση κατά την οποία η ασφαλιστική εταιρεία προβάλλει κατά της αγωγής του ασφαλισμένου για επιδίκαση του ασφαλίσματος, ένσταση καταλυτική της αγωγής, με βάση κάποιο γενικό όρο των ασφαλιστηρίων, ο ενάγων ασφαλισμένος μπορεί να επικαλεστεί με αντένσταση την ακυρότητα του όρου αυτού, ως καταχρηστικού, αλλά βέβαια και για οποιοδήποτε άλλο λόγο (ΑΠ 115/2007).
Η διάταξη. όμως του άρθρου 281 του Α.Κ. δεν εφαρμόζεται επί της κατ'αντένσταση εκ μέρους του ενάγοντος προβολής σχετικού ισχυρισμού κατά προταθείσας εκ μέρους του εναγομένου ένστασης για ακυρότητα της αγωγικής σύμβασης στο σύνολό της, που επήλθε λόγω παράβασης εκ μέρους του ενάγοντος ουσιώδους όρου συμβατικού που επέχει θέση στις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις κανονιστικού αναγκαστικού νόμου, και για τη στήριξη των εκ της αγωγικής σύμβασης "ενδοσυμβατικών αξιώσεων", διότι η άκυρη σύμβαση δεν καθίσταται έγκυρη, έστω και αν η πρότασή της ακυρότητας είναι καταχρηστική, ούτε ενεργοποιεί τις εκ της άκυρης σύμβασης αξιώσεις, που είναι ανύπαρκτες (ΑΠ 1791/2006, ΑΠ 349/2004).
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό (αντένσταση) του αναιρεσείοντος ότι: η προβολή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της ένστασης της ακυρότητας της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, που επήλθε λόγω της μη έγκαιρης ενημέρωσής της για τη μεταβίβαση του πλοίου και της μη παροχής της αναγκαίας έγγραφης συγκατάθεσής της είναι καταχρηστική κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ γιατί : 1) Το σκάφος μεταβιβάσθηκε σε εταιρεία της απόλυτης κυριότητας και ελέγχου του και ουδεμία διαφοροποίηση επήλθε στον ασφαλιζόμενο κίνδυνο, 2) ότι και μετά τη μεταβίβαση συνεχίστηκε η ασφάλιση με τα ίδια ασφάλιστρα και δεν εκδόθηκε νέο ασφαλιστήριο, 3) ότι με τη μεταβίβαση δεν άλλαξε ο πραγματικά ενδιαφερόμενος επί του πλοίου, ούτε ο χρήστης ή ο κυβερνήτης του, 4) ότι η αναιρεσίβλητη εισέπραξε τα ασφάλιστρα και δεν τα επέστρεψε και αποδέχθηκε τη μεταβίβαση στην εταιρεία, 5) ότι ο ίδιος είναι ο πραγματικός φορέας του ασφαλιστικού συμφέροντος και δεν επήλθε ουσιαστική αλλαγή στο καθεστώς της πλοιοκτησίας του πλοίου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι ο ανωτέρω "ισχυρισμός" δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα ως επιχείρημα συναγόμενο από τις αποδείξεις για την άρση ανταποδεικτικά του βασικού καταλυτικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης κατά της αγωγής του, ότι δηλαδή η ένδικη σύμβαση ασφάλισης ακυρώθηκε στο σύνολό της, μετά τη μεταβίβαση του ασφαλισμένου πλοίου και τη μη έγκαιρη ενημέρωσή της ούτε την παροχή έγγραφης συγκατάθεσής της πριν την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, χωρίς να καθίσταται έγκυρη η ακυρωθείσα σύμβαση.
Ανεξάρτητα όμως από αυτά, (με επικουρική αιτιολογία) το Εφετείο, και εάν ακόμη τα πιο πάνω περιστατικά συγκροτούν αυτοτελή ισχυρισμό, τον απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, με την έννοια που προαναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας αναλυτικά, και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-4-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 828/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ