Legislator Case Law & Legislation
664/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal on court costs but dismisses it regarding lawyer fee calculation in expropriation cases.

Case Number 664/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Third Instance Court of the Northern Aegean regarding the allocation of litigation costs. The appellants argued that the Third Instance Court erred by assigning the entire legal fee to the State Fund, whereas the law requires the claimant to bear the costs of the public defender. The Court ruled that the State Fund, being a public entity, is liable for the costs, but the specific calculation of the public defender's fee must be adjusted to 1.5% of the compensation amount rather than the claimed 3%. Consequently, the appeal was accepted only to the extent of reassigning the litigation costs to the State Fund, while the remainder of the case was upheld.

Legislator headnote

AI generated

Articles 19(7), 19(8) of Law 2882/2001; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The State Fund is liable for litigation costs in expropriation proceedings, but the calculation of the public defender's fee must strictly follow statutory percentages applicable to the claimant's representation.

Keywords

AI generated
expropriation compensation litigation costs allocation public defender fees State Fund liability civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 19(7) and (8) of Law 2882/2001
Article 20(6) of Law 2882/2001
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) and (3) of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 664 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 664/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων" (ΤΑΠΑ) και ήδη "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ" (ΟΔΑΠ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον Ευάγγελο Τσάκαλο, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 13-1-2022 δήλωση, καθώς και με τις από 13-1-2022 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή του 2ου των αναιρεσειόντων.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Σ. του Ε. και 2) Μ. - Ο. θυγ. Ε. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Πολλάλη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 1-12-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2014 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων (μετά την έκδοση της 35/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου και συνεκδικάστηκε με την από 1-11-2014 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 33/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν τα αναιρεσείοντα με την από 7-7-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 7 και 8 του Ν. 2882/2001 (Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων - Κ.Α.Α.Α.), η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 6 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στη διαδικασία του οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης στο εφετείο, ορίζει ότι " 7. Η συζήτηση στο ακροατήριο πρέπει να τερματίζεται σε μια δικάσιμο.

Απόφαση για απόδειξη δεν εκδίδεται. Οι διάδικοι μέχρι να τελειώσει η συζήτηση στο ακροατήριο υποχρεούνται να προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα. Το δικαστήριο υποχρεούται να ερευνά την αίτηση στην ουσία και όταν απουσιάζει κάποιος από τους διαδίκους. 8. Κατά τη συζήτηση της αίτησης οι διάδικοι αναπτύσσουν τους ισχυρισμούς τους προφορικά.

Ο γραμματέας υποχρεούται να καταχωρίσει στα πρακτικά τους ουσιώδεις ισχυρισμούς των διαδίκων και τις καταθέσεις των μαρτύρων και να μνημονεύσει τα έγγραφα που προσήχθησαν από τους διαδίκους. Οι διάδικοι δύνανται να καταθέσουν υπόμνημα, στο οποίο να αναπτύσσουν τους ισχυρισμούς που πρόβαλλαν, μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από τη συζήτηση και να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του αντιδίκου τους μέσα στις δύο επόμενες εργάσιμες ημέρες. (Το τελευταίο εδάφιο της παρ.8 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 130 παρ. 4 του Ν.4070/2012, ΦΕΚ Α, 82/10-4-2012 και εφαρμόζεται, σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού νόμου και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις)".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην ειδική διαδικασία του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως του απαλλοτριωμένου ακινήτου, οι διάδικοι, μέχρι το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο, υποχρεούνται να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ο δε γραμματέας υποχρεούται να καταχωρίσει στα πρακτικά τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και να μνημονεύσει τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα.

Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι, αλλά δύνανται, να καταθέσουν προτάσεις ή υπόμνημα. Αν όμως καταθέσουν υπόμνημα και προσκομίσουν έγγραφα προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, προκειμένου να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, πρέπει να τα μνημονεύσουν και να τα προσκομίσουν μέχρι να τελειώσει η συζήτηση στο ακροατήριο.

Και τούτο για να καθορίζεται και να αποδεικνύεται ποία αποδεικτικά μέσα δικαιούται και υποχρεούται το δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη (ΑΠ 1227/2003).

Συνεπώς, αν δεν αποδεικνύεται, είτε από τα πρακτικά του δικαστηρίου, είτε από τις προτάσεις των διαδίκων ότι προσκομίστηκαν παραδεκτά (σύμφωνα με την προπαρετεθείσα διάταξη του KAAΑ) τα αποδεικτικά μέσα, θεωρούνται ότι αυτά δεν προσκομίστηκαν, οπότε το δικαστήριο δεν υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.ΠολΔ, κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, το οποίο συνεκδίκασε, κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, τις αντίθετες αιτήσεις των διαδίκων - ήδη αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων, για τον οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των τελευταίων (αναιρεσιβλήτων), δέχθηκε τα εξής, όσον αφορά τον ενδιαφέροντα πρώτο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, περί μη λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου και δη εγγράφου, που τα αναιρεσείοντα νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν:" Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης καθώς και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης για τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων, οι οποίες περιέχονται στα 35/2014 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου και από όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, πλην του με αρ.

πρωτ. ΛΕΣ 928/11-6-2015 εγγράφου, το οποίο επικαλούνται και προσκομίζουν τα αιτούντα στην πρώτη συνεκδικαζόμενη αίτηση με την από 17-6-2015 προσθήκη των προτάσεών τους και ως εκ τούτου δεν λαμβάνεται υπόψιν (ΑΠ 761/1996, ΑΠ 44/1998), εφόσον δεν προκύπτει ότι αυτό αναφέρεται σε αντίκρουση αυτοτελούς ισχυρισμού που προβλήθηκε με τις προτάσεις, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...".

Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του το με αριθμό πρωτ. ΛΕΣ 928/11-6-2015 έγγραφο, το οποίο τα αιτούντα και ήδη αναιρεσείοντα δεν επικαλέσθηκαν ούτε προσκόμισαν με το υπόμνημά τους, που νομίμως κατατέθηκε επί της έδρας (10-6-2015) κατά την ημέρα συζητήσεως της υποθέσεως. Τούτο βεβαίως (επίκληση και προσκόμιση), θα ήταν αδύνατον εκ του πράγματος, αφού το ως άνω έγγραφο δεν υφίστατο μέχρι τότε, δεδομένου ότι εκδόθηκε μεταγενεστέρως, ήτοι στις 11-6-2015.

Τα αιτούντα, επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν το ως άνω αποδεικτικό μέσο, μετά το πέρας της συζήτησης στο ακροατήριο, ήτοι με την προσθήκη-αντίκρουση του υπομνήματος τους, την οποία κατέθεσαν στον Γραμματέα, στις 17-6-2015. Το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του το ως άνω έγγραφο και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν προέκυψε ότι αυτό αναφερόταν σε αντίκρουση αυτοτελούς ισχυρισμού, ο οποίος προβλήθηκε με τις προτάσεις (εν προκειμένω με το υπόμνημα).

Στην από 17-6-2015 προσθήκη-αντίκρουση, που παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ, ακριβώς αναγράφεται ότι: " Σε συνέχεια του από 9-6-2015 υπομνήματος μας και προς υποστήριξη της από 12-11-2014 και με αριθμ. κατ. 7/2014 αίτησής μας, ταυτόχρονα δε προς αντίκρουση της από 1-11-2014 και με αριθμ. κατ. 8/2014 αίτησης καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος των αντιδίκων Σας προσάγουμε συμπληρωματικά, το με αριθμ.

πρωτ. ΛΕΣ 928/11-6-2015 έγγραφο της Γενικής Δ/νσης Δημόσιας Περιουσίας Αιγαίου του Υπουργείου Οικονομικών, το οποίο αναφερόμενο στην υπ' αριθμ. 161/2014 ανέκκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (εκ παραδρομής αναγράφεται η υπ' αριθμ. 35/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου) αναγάγει τη μισθωτική αξία, η οποία επιδικάσθηκε στην ανωτέρω απόφαση, σε εμπορική".

Επομένως, η επίκληση και προσκόμιση του ως άνω εγγράφου έγινε προς αντίκρουση αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως, ομοίως, προκύπτει και από το περιεχόμενο της αιτήσεως αναιρέσεως, όπου αναγράφεται ότι το επίδικο έγγραφο (ΛΕΣ 928/11-6-2015) έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Εφετείο και να αξιολογηθεί, επειδή παρείχε διευκρινίσεις αναγκαίες προς το Δικαστήριο για την υποστήριξη της δικής τους αίτησης (αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων).

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδ. τελευτ. του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρ. 9 του Ν. 3193/2003, "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου λαμβάνεται υπόψη, ιδίως η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιήσεως στην ανωτέρω διάταξη της λέξεως "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως (ΑΠ 872/2020). Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 261/2018, ΑΠ 56/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε για την ουσία της υπόθεσης, η ελάσσων πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλ.

τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδομένη νομική πλημμέλεια. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος αν δεν διαλαμβάνει α) τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) τον ισχυρισμό και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του ως προς τον οποίον παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνον της έλλειψης, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα και από πού προκύπτει (Ολ.ΑΠ 32/1996).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 68/2017).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την πληττόμενη 33/2015 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε 1) την από 12-11-2014 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων Ελληνικού Δημοσίου και Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων Μ. Σ. και Μ. - Ο. Σ. και 2) την από 1-11-2014 αντίθετη αίτηση των τελευταίων κατά των πρώτων, δέχθηκε, ανέλεγκτα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την Δ10Δ1015695/56 ΕΞ 2013/25-1-2013 Κ.Υ.Α.

των Υπουργών Οικονομικών - Παιδείας Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού...απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την προστασία και ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου της ..., με δαπάνη του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων έκταση συνολικού εμβαδού 611,86 τ.μ., που βρίσκεται στα ... ...

Ν. ... ...η απαλλοτρίωση αφορά δύο οικόπεδα και ειδικότερα: α) το πρώτο οικόπεδο, έκτασης 328,00 τ.μ., εμφαίνεται με τον αριθμό … ..., βρίσκεται στη θέση ... της Περιφέρειας του Δήμου ... και συνορεύει... και β) το δεύτερο οικόπεδο, έκτασης 320,00 τ.μ., εμφαίνεται με αριθμό … ...Η απαλλοτριούμενη έκταση βρίσκεται εντός του οριοθετημένου οικισμού ..., στην περιοχή ....

Είναι τουριστικά ανεπτυγμένη καθώς εκεί έχουν κτιστεί ξενοδοχεία (..., ..., ...). Τα επίδικα ακίνητα απέχουν 108 μέτρα από τη θάλασσα, έχουν πρόσωπο σε αδιέξοδη, λόγω της ύπαρξης του αρχαιολογικού χώρου, οδό και είναι άρτια και οικοδομήσιμα. Γι'αυτά ισχύει το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού αξίας ακινήτων.

Η εκτιμητική επιτροπή του άρθρου 15 του ΚΑΑΑ αναφέρει στην από 21-5-2013 έκθεσή της ότι η αξία της γης στην παραπάνω περιοχή, με βάση το αντικειμενικό σύστημα, ανέρχεται σε 199,04 ευρώ ανά τμ, όση και η αντικειμενική αξία τους. Η αξία των ως άνω ακινήτων προσδιορίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού ...σε 490.000 ευρώ. Εξάλλου με την 35/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου και με κρίσιμο χρόνο την 9-4-2014 καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου σε 575 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

Η μάρτυρας του Ελληνικού Δημοσίου, προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν...., κατέθεσε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου ότι αυτή την εποχή λόγω της οικονομικής ύφεσης η αντικειμενική τιμή είναι κατά πολύ υψηλότερη από την εμπορική. Η μάρτυρας των καθ' ων-αιτούντων, πολιτικός μηχανικός, κατέθεσε ότι το ακίνητο βρίσκεται σε περιοχή με μεγάλο τουριστικό και καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, ενώ αμφότερες οι ως άνω μάρτυρες κατέθεσαν ότι οι αγοραπωλησίες στην περιοχή είναι περιορισμένες.

Με την 69/1997 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος 120.000 δρχ. ανά τετραγωνικό μέτρο εφαπτομένης με το επίδικο έκτασης ιδιοκτησίας ομοίως των καθ'ων - αιτούντων, ενώ προσκομίζεται το με αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, με το οποίο πωλήθηκε οικόπεδο σε απόσταση 150 μέτρων από τα επίδικα, με τίμημα 200.000 ευρώ ανά τετρ.

μέτρο. Τα προαναφερόμενα όμως συγκριτικά στοιχεία δεν είναι πρόσφορα για σύγκριση και ενδεικτικά της πραγματικής και τρέχουσας αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων της συγκεκριμένης περιοχής εφόσον αναφέρονται σε πολύ προγενέστερο χρόνο κατά τον οποίο υπήρχε οικονομική άνθιση με τεράστια ανάπτυξη και μεγάλο ενδιαφέρον αγοραστών για την αγορά ακινήτων.

Λόγω της κήρυξης με την με αριθμό ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/ΑΙ/Φ43/60973/3093/22-12-1992 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, του αρχαιολογικού χώρου, η οποία έγινε για την "προστασία λειψάνων οικισμών, νεκροταφείων, λατομείων και λοιπών δραστηριοτήτων προϊστορικών, αρχαϊκών και ελληνιστικών χρόνων που διασώζονται στην εν λόγω περιοχή" και ενόψει του ότι ήδη από το έτος 1993 κατά την εκσκαφή θεμελίων ανέγερσης ξενοδοχείου εντοπίστηκαν για πρώτη φορά αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή των ..., σταμάτησαν οι αγοραπωλησίες και γενικά κάθε μεταβίβαση στην περιοχή, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν πρόσφατα συγκριτικά στοιχεία.

Με βάση τα προαναφερθέντα και αφού ληφθεί υπόψη ότι: α) η αντικειμενική αξία, που δεν αποτελεί στοιχείο το οποίο να δεσμεύει την σχετική δικαστική κρίση για την πραγματική αξία των ακινήτων, αλλά ενδεικτικό μεταξύ άλλων στοιχείο για την εκτίμηση της αξίας αυτών, πλην όμως κατά κανόνα αυτή (αντικειμενική αξία) δε συμφωνεί πάντοτε με την πραγματική αξία των ακινήτων, β) με την υπάρχουσα δυσχερέστατη κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας κατά την οποία οι πραγματικές - αγοραίες τιμές των ακινήτων είναι ενίοτε κατώτερες από τις αντικειμενικές αξίες, οι οποίες είχαν υπολογιστεί σε καιρό οικονομικής ανάπτυξης και γ) ενόψει όλων των ανωτέρω και από την ελεύθερη εκτίμηση των προαναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων και με βάση τις πιο πάνω σκέψεις της παρούσας, για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι, κατά το χρόνο που συζητήθηκε η κρινόμενη αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στις 10-6- 2015, διότι από το χρόνο συζήτησης ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου της αίτησης για την προσωρινή αποζημίωση, δηλαδή την 9-4-2014, μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης παρήλθε έτος, η πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων, ενόψει της θέσης, της έκτασης, του είδους, της πραγματικής κατάστασης και σύμφωνα με τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογιστεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση αυτής, λόγω της εξαγγελίας της απαλλοτρίωσης ή της κατασκευής του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και κατά συνέπεια η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη, με την οποία μπορεί να αντικατασταθεί το απαλλοτριούμενο με άλλα ισάξια, ανέρχεται σε 450 ευρώ ανά τ.μ.

Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης, αφού με αυτή οι ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν τις ιδιοκτησίες τους με άλλες ισάξιες..".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε την ανωτέρω μνημονευόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. Υ του ν. 2882/2001, σύμφωνα με την οποία ορθά προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του, σε ποσό μεγαλύτερο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του, και δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, όπως διατείνονται τα αναιρεσείοντα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος είναι πρωτίστως απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται (παρά μόνον αποσπασματικά) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, που θεμελίωσαν τη σχετική κρίση του δικαστηρίου και δεν εξειδικεύεται το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διατάξεως και ως προς την ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Ανεξαρτήτως και πέραν αυτού, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ως προς το ζήτημα του καθορισμού της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων των αιτούντων - αναιρεσιβλήτων, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ενώ αιτιολογεί ειδικώς την απόκλιση της ως άνω οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία τους, οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερομένων στη νομική σκέψη εφαρμοσθεισών διατάξεων και έτσι δεν στερείται αυτή νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, με σαφήνεια αναφέρει την περιοχή στην οποία βρίσκονται τα δύο απαλλοτριούμενα ακίνητα, τα χαρακτηριστικά της περιοχής αυτής επισημαίνοντας ότι απέχουν 108 μέτρα από την θάλασσα, εντός του οριοθετημένου οικισμού ..., στη θέση .... Περαιτέρω αναφέρει ότι τα επίδικα ακίνητα είναι άρτια και οικοδομήσιμα, πλην όμως από το έτος 1993 σταμάτησαν οι αγοραπωλησίες και μεταβιβάσεις στην ευρύτερη περιοχή λόγω της κήρυξης του αρχαιολογικού χώρου μετά την ανεύρεση αρχαιολογικών ευρημάτων κατά την εκσκαφή θεμελίων ανέγερσης ξενοδοχείου.

Αναφέρει, επίσης, και αξιολογεί όλα τα συγκριτικά στοιχεία που προσκόμισαν τα διάδικα μέρη, συνεκτιμώντας δε όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά και συγκριτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων την από 21-5-2013 έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 15 ΚΑΑΑ, περί καθορισμού της αντικειμενικής αξίας των επιδίκων ακινήτων και τέλος αναφέρει, τις κοινώς γνωστές και υφιστάμενες, κατά τον ανωτέρω χρόνο, οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί τότε στην χώρα.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 13 του ν. 2882/2001, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, αναφερομένων στην παράθεση άλλων συγκριτικών στοιχείων, ώστε να δικαιολογηθεί η διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, όπως αβασίμως διατείνονται οι αναιρεσείοντες.

Εξ άλλου, το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να αναλύσει διεξοδικά τις υφιστάμενες τότε οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, τις οποίες, κατά τα ανωτέρω, έλαβε υπόψη του για την διάγνωση της πραγματικής αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων, εφόσον αυτές, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν πασίγνωστες, λαμβανόμενες, συνεπώς, υπόψη και αυτεπαγγέλτως, χωρίς απόδειξη.

Ο ίδιος λόγος ως προς τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλομένη απόφαση : α) "δεν λαμβάνει υπόψη για τη μόρφωση της κρίσης της της ούτε παραθέτει άλλα συγκριτικά στοιχεία, που ούτως ή άλλως δεν προσκομίζονται από τους διαδίκους, τα οποία ενδεχομένως θα δικαιολογούσαν την απομάκρυνση του Δικαστηρίου από τις τιμές που αναφέρονται στην αίτηση και στα υπομνήματά τους (των ήδη αναιρεσειόντων), οι οποίες διαμορφώθηκαν με βάση την αντικειμενική αξία των απαλλοτριωθέντων" και β) αν και δέχεται ότι η αντικειμενική αξία είναι ενδεικτικό, μεταξύ άλλων, στοιχείο, για την εκτίμηση της αξίας αυτών, πλην όμως αυτή κατά κανόνα δεν συμφωνεί πάντοτε με την πραγματική αξία των ακινήτων και ότι με την υπάρχουσα δυσχερέστατη κατάσταση της Ελληνικής Οικονομίας οι πραγματικές -αγοραίες τιμές των ακινήτων είναι ενίοτε κατώτερες από τις αντικειμενικές αξίες, οι οποίες είχαν υπολογιστεί σε καιρό οικονομικής ανάπτυξης, εντούτοις προβαίνει στον καθορισμό της οριστικής τιμής των επιδίκων ακινήτων σε τιμές πολύ μεγαλύτερες, χωρίς να αιτιολογεί την κρίση του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον, με αυτόν πλήττεται, υπό το πρόσχημα της εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλειας, η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς το πραγματικό ζήτημα.

Κατά την διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 130 του ν. 4070/2012, σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, η δικαστική δαπάνη μαζί με την νόμιμη αμοιβή δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α' 247) η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας όσον και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης.

Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής στο οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής ώστε να μην επέρχεται, φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (Ολ.ΑΠ 502/2005 και 17/2000), προκύπτει, ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρ. 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό 2% της αποζημιώσεως για την σύνταξη της αιτήσεως ή ανταιτήσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρεμβάσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο και β) σε ποσοστό 1% για την σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως και κυρίας παρεμβάσεως που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο (Α.Π. 2227/2013, Α.Π. 526/2009).

Ο προσδιορισμός της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων στο ήμισυ των νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων σε περίπτωση κατά την οποία υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στην Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1 Β του ν. 2362/1995 (άρθρο 18 παρ. 4 εδ. 3 του ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012) εφαρμόζεται σε υποθέσεις που συζητήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας μετά την έναρξη ισχύος της τελευταίας αυτής διατάξεως (Α.Π. 844/2015, Α.Π. 926/2015, Α.Π. 1021/2015, Α.Π. 2227/2013), δηλονότι μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, 10.4.2012 και, συνεπώς η επιδικαζόμενη αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως υπολογιζόμενη με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης καθορίζεται:

α) σε ποσοστό 1% της αποζημιώσεως για την σύνταξη αιτήσεως ή ανταιτήσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρεμβάσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο και β) σε ποσοστό 0,50% για την σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως και κυρίας παρεμβάσεως που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο. Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ.

γ1 του ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 ν. 4070/2012, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος αλλά κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (πρβλ.

Ολ.ΑΠ 20/2005). Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ. ο κανόνας ουσιαστικού παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις" εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα. (Ολ.Α.Π. 14/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων για τα οποία είχε προηγηθεί προσωρινός προσδιορισμός αποζημιώσεως καταδίκασε το ήδη δεύτερο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων", ως υπόχρεο καταβολής της αποζημιώσεως στην δικαστική δαπάνη των καθ' ων η αίτηση - αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που άσκησαν αιτήσεις με ιδιαίτερο δικόγραφο σε ποσοστό 3%, συνολικά, επί της οριστικής αποζημιώσεως.

Προσδιορίζοντας επομένως το Εφετείο την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση - αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημιώσεως, αντί να καθορίσει αυτήν (αμοιβή του πληρεξουσίου τους δικηγόρου) σε ποσοστό 1, 5% επί του ποσού της αποζημιώσεως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις διότι υπόχρεο για την καταβολή της δικαστικής δαπάνης είναι το αιτούν - καθ' ου και ήδη δεύτερο αναιρεσείον, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων", που εποπτεύεται από το Υπουργείο Πολιτισμού, δηλαδή φορέας που, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υπάγεται στην Γενική Κυβέρνηση, προσέτι δε η προκειμένη υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 18.6.2015, δηλαδή μετά την 10.4.2012.

Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., διότι καθόρισε την συνολική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση - αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημιώσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αναίρεση και δη μόνο κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά τούτο και δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστεί το ήδη δεύτερο αναιρεσείον ν.π.δ.δ "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων", ως υπόχρεο για την καταβολή της επίδικης αποζημιώσεως, στα δικαστικά έξοδα των καθ' ων η αίτηση- αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων (δικαιούχων της αποζημιώσεως), τα οποία περιλαμβάνουν την αμοιβή για τις παραστάσεις του κοινού πληρεξουσίου δικηγόρου τους τόσο στη δίκη του προσωρινού, όσο και αυτή του οριστικού καθορισμού της αποζημίωσης και την αμοιβή του για τη σύνταξη της με αυτοτελές δικόγραφο αιτήσεως και των προτάσεών τους, ανέρχονται δε σε ποσοστό (2%+1%) : 2 = 1,5% επί του ποσού της αποζημιώσεως.

Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων της παρούσης αναιρετικής δίκης, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένη, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝ ΚΠολΔικ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 33/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου κατά το μέρος της που αφορά επιδίκαση δικαστικής δαπάνης στο δεύτερο των αναιρεσειόντων ΝΠΔΔ, με την επωνυμία 'Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων".

Κρατεί και δικάζει περαιτέρω την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της.

Καταδικάζει το δεύτερο αναιρεσείον, υπόχρεο προς αποζημίωση της απαλλοτριώσεως, "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων" να καταβάλει στους αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητους, δικαιούχους της αποζημιώσεως, την δικαστική δαπάνη, που καθορίζει σε ποσοστό 1,5% (ένα και ήμισυ τοις εκατό) επί της καθορισθείσας οριστικής αποζημιώσεως που τους οφείλεται για την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας τους, ως αμοιβή του ιδίου πληρεξουσίου δικηγόρου τους για τη σύνταξη της αιτήσεως και των προτάσεων. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, της παρούσας αναιρετικής δίκης, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ