Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of specific facts and failure to meet statutory requirements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision. The appellant argued for a new trial based on legal errors and new evidence regarding a separate business entity, but the court found the appeal inadmissible. The court ruled that the appeal lacked the necessary specific factual assertions and distinct legal arguments required to challenge the lower court's judgment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560 no. 5 KPolD; Art. 495 no. 3 KPolD: An appeal is inadmissible if it fails to state specific facts and distinct legal arguments that would influence the outcome, or if it merely reiterates arguments already presented in the lower court proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 664 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 664/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και με το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βούλγαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ……………., εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-4-2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 439/2012 εν μέρει οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 222/2013 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15-9-2016 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 904/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανέβαλε τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υποθέσεως που έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 1855/2017 απόφαση του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 15-9-2018 κλήση της αναιρεσείουσας - καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15-9-2018 κλήση της αναιρεσείουσας και την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου νομίμως φέρεται προς συζήτηση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, η από 15-9-2016 (αριθμ. εκθ. κατ. 2/16-9-2016) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 222/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου (δικάσαντος ως Εφετείο), μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 10/2018 αποφάσεως της Ολομελείας του Αρείου Πάγου (η οποία αποφάνθηκε για το ζήτημα ότι για τις δημοσιευθείσες πριν την 1-1-2016 αποφάσεις χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο πρώτο, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015), για την έκδοση της οποίας αναβλήθηκε η συζήτησή της (αναιρέσεως), που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο της 12-3-2018, με την υπ' αριθμ. 904/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτή η έφεση της καθ'ης η ανακοπή (αναιρεσιβλήτου), εξαφανίστηκε η υπ' αριθμ. 439/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου, ως προς τη σωρευομένη ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής (ως προς τη σωρευομένη ανακοπή κατά της επιταγής προς πληρωμή με την πρωτόδικη απόφαση είχε διαταχθεί ο χωρισμός και η παραπομπή της στο αρμόδιο καθ'υλην Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου) και, στη συνέχεια, η ανακοπή έγινε εν μέρει δεκτή και ακυρώθηκε εν μέρει η υπ' αριθμ. 191/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Βόλου ως προς το πέραν των 9.705,74 ευρώ ποσό. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως την 16-9-2016 κατά τη διάρκεια της τριετούς προθεσμίας για την άσκησή της, που έτρεχε από την επομένη της δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης, που έλαβε στις χώρα στις 17-9-2013, αφού από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοσή της (προσβαλλομένης) (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και έχει καταβληθεί το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (υπ' αριθμ. 2/16-9-2016 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Βόλου).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ), ερήμην της αναιρεσιβλήτου, η οποία αν και κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την αναιρεσείουσα, που επισπεύδει την παρούσα συζήτηση (βλ. τις υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητριών του Εφετείου Θεσσαλονίκης Μ. Κ. και Σ. Τ., αντιστοίχως, από τις οποίες προκύπτει η επίδοση στην αναιρεσίβλητη ακριβούς αντιγράφου της ανωτέρω κλήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο, και της από 15-9-2016 αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανίσθηκε κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, ούτε και κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, παρά την απουσία της, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υποθέσεως.
Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 (έναρξη ισχύος από 1-1-2016) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (16-9-2016), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως όριζε ο νόμος, ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η απαρίθμηση των προαναφερομένων λόγων αναιρέσεως είναι περιοριστική, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον" και, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναιρέσεως κατά των ως άνω αποφάσεων (ΑΠ 68/2018).
Με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 9, 10, 11 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ: α) της επιδικάσεως περισσοτέρων από όσα ζητήθηκαν, β) της παραδοχής πραγμάτων ως αληθινών χωρίς απόδειξη, γ) της μη λήψεως υπόψη από το δικαστήριο μετ' επικλήσεως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και δ) της παραμορφώσεως εγγράφων, αντιστοίχως. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού οι ως άνω, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9, 10, 11 και 20 ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες, δεν προβλέπονται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.
Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 560 του ιδίου Κώδικα, θεμελιώνεται η προβαλλομένη αιτίαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση, οι προτάσεις των διαδίκων κλπ (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560
αριθμ. 1 ΚΠολΔ, όμοιο με 559 αριθμ. 1 ιδίου κώδικα), που συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου (εσφαλμένη εφαρμογή), είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει (εσφαλμένη ερμηνεία), δεν αρκεί η παράθεση στο αναιρετήριο της διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, της κατά τον αναιρεσείοντα εννοίας αυτής, καθώς και της περί αυτής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και της δεκτής γενομένης από αυτό εννόμου συνεπείας, αλλά πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, έστω με συνοπτική αναφορά αλλά με σαφήνεια και πληρότητα και όχι εντελώς αποσπασματικά και επιλεκτικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφού στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΟλΑΠ 1/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 789/2019, ΑΠ 1779/2017).
Διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δε τελευταίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου.
Επομένως, η παράθεση των τελευταίων στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενο αυτού, αν η αποδιδομένη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου και να παρέχεται η δυνατότητα εξειδικεύσεως της αποδιδομένης μομφής, ενώ, όπως εκτέθηκε στην αρχή, δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση με αναφορά σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα και αυτήν την προσβαλλομένη απόφαση (ΑΠ 966/2013).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια, ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως (άρθρο 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, όμοιο με 559 αριθμ. 19 ιδίου κώδικα), που ιδρύεται ιδίως, όταν αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου), πρέπει να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, έστω συνοπτικά αλλά με πληρότητα και σαφήνεια, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση, ήτοι να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού και να προσδιορίζεται σε τί συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως (εξειδίκευση του σφάλματος), δηλαδή η αιτία, συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι, ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τί συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει ή, ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τί συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιό δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ (όμοιας του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1234/2018, ΑΠ 189/2018, ΑΠ 68/2018, ΑΠ 966/2013).
Τέλος, ως "πράγματα", για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και ον μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 68/2018).
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (ΟλΑΠ 11/96, ΑΠ 1434/2010), όπως συντρέχει και όταν το δικαστήριο δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον έχει αντιμετωπίσει και απορρίψει εκ των πραγμάτων (ΑΠ 1234/2018, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 1876/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο (μοναδικό) λόγο αναιρέσεως, κατά το υπόλοιπο μέρος του, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (με αναφορά του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, κατ' ακριβή, εκ του αναιρετηρίου, μεταφορά, "παραβίασε κανόνες των δικαιοπραξιών, αφού δεν μπορεί να καταλογίζει οφειλή άλλου προσώπου σε μένα" (πρώτο σκέλος αυτού) και "περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (έκτο σκέλος αυτού), αντιστοίχως.
Ενώ, όμως, εκτίθενται στο αναιρετήριο, σύντομο διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως και οι απόψεις της αναιρεσείουσας (αξιολογικές κρίσεις, αμφισβήτηση του αποδεικτικού πορίσματος με την παράθεση εκτιμήσεων) δεν περιέχονται όλα τα προαναφερόμενα αναγκαία, για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, στοιχεία, ειδικότερα δε, α) όσον αφορά το πρώτο σκέλος αυτού (ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου) ουδόλως παρατίθενται, έστω συνοπτικά, αλλά με σαφήνεια και πληρότητα, ενόψει του ότι το δικάσαν ως Εφετείο έκρινε επί της ουσίας, οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε τούτο, ως αποδειχθέντα, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το δικόγραφο της αναιρέσεως να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, οπότε, η μη αναφορά παντάπασι των παραδοχών του Δικαστηρίου της ουσίας, δεν επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο, β) όσον αφορά το έκτο σκέλος του ιδίου λόγου αναιρέσεως (εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου), αφενός μεν δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο στερεί νομίμου βάσεως την προσβαλλομένη απόφαση, αφού δεν διευκρινίζεται, εφόσον πρόκειται περί ανεπαρκούς αιτιολογίας, ποια είναι τα επί πλέον εκείνα περιστατικά, που έπρεπε να περιλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση, για να καταστεί αυτή επαρκής, αφετέρου δε δεν αναφέρονται, κατά τρόπο έστω συνοπτικό, αλλά με σαφήνεια και πληρότητα, όπως προεκτέθηκε, οι ουσιαστικές κρίσιμες πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στην ως άνω κρίση του επί της ενδίκου διαφοράς, ώστε να αποβαίνει εφικτή, με ασφάλεια, η διάγνωση της βασιμότητάς του.
Ενόψει τούτων, βάσει του περιεχομένου του αναιρετηρίου, συμπλήρωση του οποίου δεν επιτρέπεται, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί και στοιχειοθετηθεί, ούτε κατά το πρώτο ούτε κατά το έκτο σκέλος του, ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις κατά της ανωτέρω αποφάσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με την κρίση της ως προς την εν μέρει παραδοχή της ανακοπής και εν μέρει ακύρωση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής.
Επομένως, αφού στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται, έστω συνοπτικά, αλλά με πληρότητα, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και, συνακόλουθα, ο έλεγχος της ορθότητας του διατακτικού της αποφάσεως αυτής, ο ανωτέρω μοναδικός λόγος, κατά το ερευνώμενο υπόλοιπο μέρος του, όπως ατελώς κατά περιεχόμενο διαλαμβάνεται σ' αυτό (αναιρετήριο), είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας και ως προς τα δύο σκέλη του (πρώτο και έκτο), μη αρκούντων για τη θεμελίωσή του των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας μαζί με επιχειρήματα υπέρ των απόψεών της για την υπόθεση.
Τέλος, με τον ίδιο (μοναδικό) λόγο αναιρέσεως, κατά το υπόλοιπο, τελευταίο, μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση, εκ του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, ήτοι της μη λήψεως υπόψη πραγμάτων προταθέντων, κατ' ακριβή, εκ του αναιρετηρίου, μεταφορά, "δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι εγώ δεν έχω καμία οικονομική ή άλλου είδους σχέση με την ατομική επιχείρηση του Π.
Σ., που έχει αυτοτέλεια, άλλη έδρα και άλλο ΑΦΜ και ο οποίος δεν με εκπροσωπεί ". Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, διότι, ο σχετικός ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, ειδικότερα δε, δεν προβάλλεται συγκεκριμένος αυτοτελής ισχυρισμός, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά αιτιολογημένη άρνηση και ισχυρισμός, ο οποίος συνιστά επιχείρημα της αναιρεσείουσας και αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015),ενώ δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, διότι η αναιρεσίβλητη, λόγω της ερημοδικίας της, δεν έχει υποβληθεί σε τέτοια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-9-2016 αίτηση της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... " για αναίρεση της υπ' αριθμ. 222/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου (δικάσαντος ως Εφετείο).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ