Supreme Court quarts labor court decision on medical fees, remanding case for clarification of statutory fee structure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the Second Instance Court's decision regarding medical fee calculations in a labor dispute. The appellant argued the lower court misapplied the 2005 Decree by failing to distinguish between visit fees and specific medical procedures, thereby violating statutory fee limits. Consequently, the court remanded the case to a different judge for further examination of the fee structure and costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court quashes a second instance judgment for failure to provide sufficient reasoning on the application of statutory fee regulations, necessitating remand for clarification of the disputed amounts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 664 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 664/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" - Ε.Ο.Π.Υ.Υ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητά του ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΙΚΟΣ ΤΟΥ ΝΑΥΤΟΥ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λεκέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπουρμπούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 387/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 25/1/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 25.01.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 387/2017 απόφαση του Μονομελούς Eφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατόπιν έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 47/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, το οποίο δικάζοντας κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών είχε δεχθεί την από 06.11.2008 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση κατ' ουσία επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά Δικαστήρια. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στα πολιτικά Δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών Δικαστηρίων, περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός άλλων και : "ι) τις διοικητικές συμβάσεις.
Διοικητικές είναι οι συμβάσεις εκείνες στις οποίες ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, έχουν αντικείμενο σχετικό με τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας ή εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό, και, προσθέτως, η κατάρτιση και εκτέλεσή τους διέπεται, έστω και εν μέρει, από κανόνες διοικητικού δικαίου ή περιέχουν νομίμως όρους που εξασφαλίζουν υπέρ του συμβαλλόμενου Δημοσίου ή ΝΠΔΔ δυνατότητες μονομερούς επέμβασης ή εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς.
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά Δικαστήρια. Δεν είναι άρα διοικητικές διαφορές ουσίας αλλά ιδιωτικές διαφορές εκείνες που αναφύονται από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες συνάπτονται μεν με το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., ανήκουν όμως από τη φύση τους στο ιδιωτικό δίκαιο και ρυθμίζονται από αυτό, εφόσον δεν υπάγονται σε εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς.
Συνεπώς διαφορές από τέτοιες συμβάσεις ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων (OλΑΠ 9/2018, Ολ.ΑΠ 7/2001, ). Στα ίδια Δικαστήρια υπάγονται και οι διαφορές από παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ, όταν η παρανομία συντελέστηκε μέσα στα πλαίσια των συμβάσεων αυτών ή έχει ως υπόβαθρο τη σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που συνδέει το νομικό πρόσωπο με τον εργαζόμενο που ζημιώθηκε (Ολ.ΑΠ. 1,2,3/2018, Ολ.ΣΤΕ 1500/2014, ΑΕΔ 11/2017). Ενόψει αυτών, ο ιδιώτης ιατρός ή το ιδιωτικό εργαστήριο που αποτελεί ιδιωτικό φορέα παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας, παρέχοντες στους ασφαλισμένους του Οίκου Ναύτου ιατρικές υπηρεσίες δυνάμει συμβάσεως συναπτομένης κατά τις ανωτέρω διατάξεις του π.δ/τος 239/84, συνδέονται με τον Οίκο Ναύτου με σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου και, για το λόγο αυτόν, οι διαφορές που αναφύονται από πράξεις οργάνων του Οίκου Ναύτου, οι οποίες αφορούν τη σύναψη ή την εκτέλεση τέτοιας συμβάσεως, δεν είναι διοικητικές αλλά ιδιωτικές διαφορές, για την εκδίκαση των οποίων αρμόδια δικαστήρια δεν είναι τα διοικητικά αλλά τα πολιτικά δικαστήρια (ΣτΕ 804/2018, ΣτΕ 684/2012, ΣτΕ 2406/2007).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και όταν τα πολιτικά δικαστήρια δέχονται, ότι έχουν δικαιοδοσία και επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών (ΑΠ 210/2016).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (ΚΠολΔ 562 παρ. 2 εδ. γ' , ΟλΑΠ 20/2008, ΑΠ 1493/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι με την από 6-11-2008 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, εξέθετε ότι με την από 20-12-1990 σύμβαση ορισμένου χρόνου που κατήρτισε με το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΙΚΟΣ ΝΑΥΤΟΥ", συμφωνήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως ιατρός ωτορινολαρυγγολόγος στους ασφαλισμένους του εναγόμενου.
Ότι η σύμβαση αυτή λειτούργησε μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2007 οπότε και το εναγόμενο προέβη σε καταγγελία αυτής. Oτι κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 2006 έως και τον Δεκέμβριο του 2007 παρείχε σε ασφαλισμένους του εναγόμενου τις ιατρικές υπηρεσίες που αναφέρονται στην αγωγή για τις οποίες το εναγόμενο του οφείλει το ποσό των 16.360 ευρώ.
Οτι η καταγγελία της σύμβασης του από το εναγόμενο με επίκληση προβλητικών για την τιμή και την υπόληψη του δικαιολογιών τον προσέβαλε και λόγω της προσβολής αυτής υπέστη ηθική βλάβη. Ενόψει αυτών ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 16.360,20 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι του οφείλει ποσό 40.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη.
Το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως επικαλείται την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι η ένδικη διαφορά είναι διοικητική και συνεπώς το Εφετείο επιλήφθηκε της υποθέσεως καθ'υπέρβαση της δικαιοδοσίας του.
Κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον η επικαλούμενη ενέργεια των οργάνων του Οίκου του Ναύτου συντελέσθηκε ενόψει της επικείμενης κατάρτισης σύμβασης μίσθωσης έργου. Η διαφορά που άγεται με αυτήν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι διοικητική, αλλά ιδιωτική και επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 4 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση, ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και ως εκ τούτου, το δίκασαν δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να δικάσει τη διαφορά αυτή, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο και οι λόγοι αναίρεσης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τις αποδιδόμενες στο δικαστήριο της ουσίας νομικές πλημμέλειες, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ιδίου κώδικα λόγους αναίρεσης θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, και δεν αρκεί η επίκληση μόνο της διατάξεως που προβλέπει το σχετικό λόγο αναίρεσης Εξ άλλου από τις διατάξεις του 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
συνάγεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Η παραπάνω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σ` αυτό, ότι ο ισχυρισμός που θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο τρόπος και χρόνος της πρότασης ή επαναφοράς του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αν δε το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει επί πλέον να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 669/2007).
Περαιτέρω, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σ` αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας, και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη του γεγονότα που δεν διαλαμβάνονταν σ` αυτή και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην κρίση του περί του νόμου βάσιμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη αυτή επειδή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα που καίτοι διαλαμβάνονταν σ` αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης.
Για να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης από τις προαναφερόμενες διατάξεις ο περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να επαναφέρεται στο εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο έφεσης του εναγομένου η εις βάρος του οποίου αγωγή του αντιδίκου του κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή είτε με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου προς απόκρουση της έφεσης του αντιδίκου του.
Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η αγωγή είναι αόριστη, όπως προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο τρόπος που ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο (ΑΠ 669/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο με το δευτερο σκέλος του 2ου λόγου αναίρεσης, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου Πατρών, επικαλούμενο, κατ` εκτίμηση, παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ αποδίδοντας στο εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο απέρριψε τον ισχυρισμό του (ένσταση) ότι η αγωγή είναι αόριστη λόγω του ότι ο εναγων δεν διαχωρίζει την αμοιβή του ανά επίσκεψη ή ιατρική πράξη κατά τις διατάξεις του ΠΔ 172/2005,αλλά ζητάει συνολικά ένα ποσό ανά ασφαλισμένο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον δεν αναφέρει στο δικόγραφο της αναίρεσης ότι τον ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής επανέφερε νομίμως στο εφετείο, καθορίζοντας και τον τρόπο της νόμιμης επαναφοράς του. Κατά το άρθρο 1 του ΠΔ 127/2005, που έχει εφαρμογή στην ένδικη σχέση , "Οι αμοιβές των ιατρικών επισκέψεων ανά μήνα και ειδικότητα διαμορφώνονται ως κατωτέρω:
Στο ιατρείο: 1η επίσκεψη στο ποσό των 20 ευρώ. Στο ιατρείο: Μετά την 1η όλες οι επισκέψεις στο ποσό των 10 ευρώ. Κατ` οίκον: 1η επίσκεψη Ημέρα Νύχτα στο ποσό των 25 ευρώ. Κατ` οίκον: Μετά την 1η όλες οι επισκέψεις Ημέρα Νύχτα στο ποσό των 15 ευρώ. Σε μηνιαία βάση το Σύνολο των κατ` οίκον επισκέψεων δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10% του συνόλου των επισκέψεων στα ιατρεία.
Το Σύνολο των δεύτερων επισκέψεων δεν θα υπερβαίνει το 30% επί του συνολικού αριθμού των πρώτων επισκέψεων. Η ημερομηνία επίσκεψης θα αναγράφεται ευδιάκριτα και δεν θα επιτρέπεται η τοποθέτηση της σφραγίδας του αναγράφοντος επί αυτής, διαφορετικά η δαπάνη θα καταλογίζεται στον υπαίτιο. Κατά το άρθρο 2 του ως άνω ΠΔ " Στην έννοια της ιατρικής επίσκεψης περιλαμβάνεται η κλινική εξέταση ασθενούς από ιατρό δηλαδή το σύνολο των καθιερωμένων από την κλινική διαγνωστική διαδικασιών και χειρισμών, που σκοπό έχουν την αξιολόγηση της κλινικής κατάστασης του ασθενούς και τον κατ` αρχήν προσδιορισμό της νόσου.
Ειδικότερα περιλαμβάνει πλήρη λήψη ιστορικού, αντικειμενική εξέταση κατά συστήματα με εφαρμογή των καθιερωμένων ανά ιατρική ειδικότητα ειδικών διαγνωστικών χειρισμών, εντολή εκτέλεσης παρακλινικών εξετάσεων για την τεκμηρίωση της διάγνωσης, εφόσον κριθεί απαραίτητο και τέλος τη συνταγογράφηση της συνιστώμενης θεραπείας.
Για τις παρακάτω ιατρικές ειδικότητες στην έννοια της ιατρικής επίσκεψης περιλαμβάνονται επί πλέον οι ακόλουθες αναφερόμενες διαγνωστικές τεχνικές.
Αγγειοχειρουργική εξέταση Επιπλέον της κλινικής εξέτασης αδρός έλεγχος αιματικής ροής σε αρτηρίες και φλέβες άνω και κάτω άκρων με απλή συσκευή υπερήχων (Dopper).
Γαστρεντερολογική εξέταση Επιπλέον της κλινικής εξέτασης, δακτυλική εξέταση ορθού.
Γυναικολογική εξέταση Επιπλέον της κλινικής εξέτασης, η κολποσκόπηση.
Δερματολογική εξέταση Επιπλέον της κλινικής εξέτασης με λυχνίας wood, επισκόπηση με δερματοσκόπιο.
Καρδιολογική εξέταση Επιπλέον της κλινικής εξέτασης, το ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ).
Ορθοπεδική εξέταση Επιπλέον της κλινικής στατικοκινητικός έλεγχος επιμέρους περιοχών του μυοσκελετικού συστήματος, test μυϊκής ισχύος διαφόρων μυών και μυϊκών ομάδων, test αισθητικότητας, εκτίμηση τενοντίων αντανακλαστικών, ειδικοί διαγνωστικοί χειρισμοί διαφόρων αρθρώσεων (Lachman, Mc Murray, Appley κ.α.), νευρολογική εκτίμηση.
Ουρολογική εξέταση Επιπλέον της κλινικής εξέτασης, δακτυλική εξέταση προστάτου.
Οφθαλμολογική εξέταση α. Λήψη οπτικής οξύτητας β. Εξέταση στη σχισμοειδή λυχνία γ. Βυθοσκόπηση δ. Τονομέτρηση Πνευμονολογική εξέταση Επιπλέον της κλινικής εξέτασης, η σπειρομέτρηση και η καμπύλη ροής όγκου.
Ωτορινολαρυγγολογική εξέταση α. Εξέταση στοματικής κοιλότητας και φάρυγγος β. Πρόσθια ρινοσκόπηση γ. Οπίσθια ρινοσκόπηση δ. Ωτοσκόπηση ε. Έμμεση λαρυγγοσκόπηση στ. Εκτίμηση ακοής δια τονοδοτών και ομιλίας η. Ψηλάφηση ανατομικών δομών κεφαλής και τραχήλου.
Κατά το άρθρο 3 του ως άνω ΠΔ, η ισχύς του παρόντος αρχίζει από 1.9.2005 και παύει να ισχύει κάθε αντίθετη διάταξη. Από τις παραπάνω διατάξεις του ΠΔ προκύπτει σαφώς οτι: α) στο άρθρο 1 ορίζεται η αμοιβή των 20 € ανά επίσκεψη και ότι για κάθε επίσκεψη του ιδίου ασφαλισμένου μετά την πρώτη επίσκεψη η αμοιβή ορίζεται στο ποσό των 10 ευρώ, β) στο άρθρο 2 καθορίζεται η έννοια της ιατρικής επίσκεψης, για την οποία η αμοιβή ορίζεται στα 20 €, περιλαμβάνεται δε σ' αυτή και η κλινική εξέταση του ασθενούς και συγκεκριμένες ιατρικές πράξεις για την εξέταση ΩΡΛ για τις οποίες ο ιατρός δεν δικαιούται επιπλέον αμοιβής, πλην της οριζόμενης στο άρθρο 1.
Αναφέρεται δε ρητά στην περίπτωση στ', που αφορά ειδικά σε πράξεις ΩΡΛ, ότι η εκτίμηση ακοής, δηλαδή ο προσδιορισμός της ακουστικής ικανότητας περιλαμβάνεται στην αμοιβή του ιατρού για την επίσκεψη του ασθενούς στο ιατρείο και γ) ότι οι διατάξεις του ως άνω Διατάγματος ισχύουν από 1 Σεπτεμβρίου 2005. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.
α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, επί της ως άνω αναφερομένης από 6-11-2008 αγωγής εκδόθηκε η 47/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε εν μέρει την αγωγή, υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει, στον ενάγοντα ποσό 16.360,26 ευρώ και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 2.000 ευρώ.
Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του εναγομένου, του οποίου καθολικός διάδοχος κατέστη το Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση. Το Εφετείο Πατρών όπως προκύτεπει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα " Δυνάμει της από 20-12-1990 σύμβασης μίσθωσης έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντα, ο οποίος είναι ιατρός με την ειδικότητα του ωτορινολαρυγγολόγου και του εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ", Ε.Ο.Π.Υ.Υ, ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει για ένα έτος τις ιατρικές του υπηρεσίες σε ασφαλισμένους του εναγομένου στην περιφέρεια του παραρτήματος της ….
και το εναγόμενο να του καταβάλει αμοιβή, ανά ιατρική επίσκεψη και ιατρική πράξη, ίση με την προβλεπόμενη από το εκάστοτε ισχύον κρατικό τιμολόγιο για το Δημόσιο και τους ασφαλισμένους του. Σύμφωνα με το μέρος Γ της εν λόγω σύμβασης μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο μετά τη συμπλήρωση του κάθε διμήνου, ο ενάγων είχε υποχρέωση να υποβάλει με αίτησή του, σύμφωνα με τις οδηγίες των ελεγκτικών υπηρεσιών του εναγομένου, τα εγκριτικά των επισκέψεων η εργασιών, δελτία του διμήνου για έλεγχο και εξόφληση.
Ο εναγών, αμέσως, μετά τη σύναψη της σύμβασης παρείχε στο ιδιωτικό του ιατρείο τις ιατρικές υπηρεσίες του στους ασφαλισμένους του εναγόμενου,με την πάροδο δε του συμφωνηθέντος χρόνου, η μεταξύ τους σύμβαση δεν λύθηκε, αλλά ανανεώθηκε σιωπηρώς για αόριστο χρόνο και διήρκησε έως το Δεκέμβριο του έτους 2007, οπότε καταγγέλθηκε εκ μέρους του εναγομένου.
Για τη σύναψη της ανωτέρω σύμβασης μάλιστα δεν απαιτείται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του πδ/τος 239/1984, σε συνδυασμό με τη εκείνη του άρθρου 158 ΑΚ η τήρηση του έγγραφου τύπου και επομένως εγκύρως αυτή ανανεώθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Περαιτέρω, σε εκτέλεση της μεταξύ τους σύμβασης ο ενάγων, όπως καθ ' όλη τη διάρκεια της, έτσι και κατά το χρονικό διάστημα Σεπτεμβρίου 2006 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2007 εξυπηρετούσε τους;
ασφαλισμένους του εναγομένου, προβαίνοντας στην εξέτασή τους και στην πραγματοποίηση των αναγκαίων ιατρικών πράξεων. Η αμοιβή του δε για τις ιατρικές επισκέψεις για το ως άνω χρονικό διάστημα, ήτοι από το Σεπτέμβριο του έτους 2006 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2007, όπως ορίζεται στα άρθρα 1 παρ.2 του πδ/τος 239/1984 και 1 του Πδ/τος 127/2005 καθώς και το άρθρο 3α της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης, καθορίζεται σε 20 € ανά ιατρική επίσκεψη, ενώ για τις εκτελούμενες ιατρικές πράξεις καθορίζεται από τα πδ 157/1991 και 138/1990.
Ειδικότερα, ο ενάγων το παραπάνω χρονικό διάστημα παρείξε τις ιατρικές υπηρεσίες του έναντι της καθορισθείσας από τα ανωτέρω πδ/τα αμοιβής, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από τον ίδιο καταστάσεις πληρωμών, βάσει των οποίων του καταβάλλονται από το εναγόμενο οι αμοιβές που δικαιούται σε 26 ασθενείς τον Σεπτέμβριο του 2006, σε 25 ασθενείς τον Οκτώβριο του 2006, σε 24 ασθενείς το Νοέμβριο του 2006, σε 24 ασθενείς τον Δεκέμβριο του 2006, σε 25 ασθενείς τον Ιανουάριο του 2007, σε 29 ασθενείς τον Φεβρουάριο του 2007, σε 27 ασθενείς τον Μάρτιο του 2007, σε 31 ασθενείς τον Απρίλιο του 2007, σε 27 ασθενείς τον Μάιιο του 2007, σε 37 ασθενείς τον Ιούνιο του 2007, σε 31 ασθενείς τον Ιούλιο του 2007, σε 30 ασθενείς τον Αύγουστο του 2007, σε 32 ασθενείς τον Σεπτέμβριο του 2007, σε 39 ασθενείς τον Οκτώβριο του 2007, σε 22 ασθενείς το Νοέμβριο του 2007 και σε 18 ασθενείς τον Δεκέμβριο του 2007.
Οι αμοιβές που αναφέρονται στις καταστάσεις πληρωμών αντιστοιχούν στα ποσά που δικαιολογούνται από τα ανωτέρω πδ/τα τόσο για τις ιατρικές επισκέψεις όσο και για τις ιατρικές πράξεις. Συνολικά, η αμοιβή του για τις ανωτέρω παρασχεθείσες στους ασφαλισμένους του εναγομένου ιατρικές υπηρεσίες ανέρχεται στο ποσό των 16.360,26 ευρώ εκ του οποίου το ποσό των 8.770 ευρώ αφορά σε ιατρικές επισκέψεις και το ποσό των 7.590,26 ευρώ σε ιατρικές πράξεις, γεγονός που αποδεικνύεται και από το υπ' αρ.
πρ. Ε232/19- 5-2008 έγγραφο του τμήματος ελέγχου δαπανών του εναγομένου και το άνευ χρονολογίας έγγραφο του υπαλλήλου του εναγομένου Α. Μ.. Για την καταβολή δε της αμοιβής του ο ενάγων υπέβαλε στο εναγόμενο τα απαιτούμενα παραστατικά με τους εξετασθέντες από αυτόν ασφαλισμένους και τις διενεργούμενες ιατρικές πράξεις.
Ωστόσο, ο πρόεδρος του ΔΣ του εναγομένου την 14-5-2007, με αφορμή έγγραφη καταγγελία ασφαλισμένης του που αφορούσε την άρνηση μέρους του ενάγοντος να της παράσχει τις ιατρικές του υπηρεσίες, με το αρ. πρ. Ε253/2007 εμπιστευτικό έγγραφο του ζήτησε από τη διεύθυνση οικονομικών υπηρεσιών να μην προχωρήσει στην πληρωμή του ενάγοντος και να προβεί σε έλεγχο των λογαριασμών του.
Στη συνέχεια με το υπ' αρ. 458/10-8-2007 πόρισμα της διεύθυνσης γενικής επιθεώρησης του εναγομένου, σχετικά με τον έλεγχο των λογαριασμών του ενάγοντος για τη χρονική περίοδο από το Σεπτέμβριο 2006 έως το Δεκέμβριο 2006, το τελευταίο διαπίστωσε ότι ο ενάγων πραγματοποίησε σε 89 ασφαλισμένους 918 ιατρικές πράξεις και δη 102 αφαιρέσεις βύσματος εκατέρωθεν, 102 τυμπανομετρίες, 102 προσδιορισμούς ακουστικής ικανότητας και 612 εμφυσήσεις ευσταχιανής σάλπιγγας.
Ο αριθμός αυτός των ιατρικών πράξεων, σύμφωνα με το ανωτέρω πόρισμα κρίθηκε από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο υπερβολικός ενώ περαιτέρω το τελευταίο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν διαπιστώθηκε η ανάγκη των συνταγογραφούμενων ιατρικών πράξεων και ότι πιθανόν δεν πραγματοποιήθηκαν αυτές από τον ενάγοντα.
Με το έγγραφο αυτό της διεύθυνσης επιθεώρησης του Οίκου του Ναύτου προτάθηκε μεταξύ των άλλων και η περικοπή της χρηματικής αξίας των ιατρικών πράξεων, λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς και παράβασης του πδ/τος 67/2000 και η καταγγελία της μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης. Ακολούθως, το εναγόμενο απέστειλε στον ενάγοντα το υπ' αρ.
πρ. Ε 654/2007 έγγραφο του, στο οποίο αναφέρεται ότι ο ενάγων παρέβη τους όρους σύμβασης και συγκεκριμένα το άρθρο 8 και του πδ/τος 67/200 και ως κύρωση για την παράβαση αυτή επιβάλλεται η διακοπή της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης από το μήνα του 2007. Περαιτέρω, το εναγόμενο, ύστερα από την προσφυγή που υπέβαλε ο ενάγων ενώπιον του ΔΣ αυτού κατά της περί καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, κατά την υπ' αριθ. 4873/49/28-11-2007 συνεδρίασή του απορρίπτοντας αυτή, κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση και αποφάσισε τον επανέλεγχο των λογαριασμών του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως την ημέρα της συνεδρίασης και την μη εξόφληση των λογαριασμών του έως ότου ολοκληρωθεί ο επανέλεγχος.
Στη συνέχεια, διενεργήθηκε από το τμήμα ελέγχου δαπανών του εναγόμενου επανέλεγχος στους λογαριασμούς του ενάγοντα και το ΔΣ αυτού, κατά την υπ' αρ. ….00/24/4-6-2008 συνεδρίαση του, αποφάσισε να μην καταβάλει στον ενάγοντα για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του στους ασφαλισμένους για το ανωτέρω χρονικό διάστημα το οφειλόμενο ποσό των 16.320,26 ευρών, διότι παρατηρήθηκε στους λογαριασμούς των μηνών αυτών η επανάληψη των ίδιων ιατρικών πράξεων για σχεδόν το σύνολο των ασφαλισμένων.
Με βάση τα παραπάνω έγγραφα και τον έλεγχο που έγινε από το τμήμα ελέγχου δαπανών του εναγομένου, το τελευταίο αρνήθηκε να καταβάλει την οφειλόμενη αμοιβή διότι διαπίστωσε εκ μέρους του ενάγοντος την πραγματοποίηση των ίδιων ιατρικών πράξεων στην πλειοψηφία των εξετασθέντων ασφαλισμένων. Παρά την ύπαρξη όμως των ανωτέρω αποφάσεων δεν αποδείχθηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι ο ενάγων δεν πραγματοποίησε τις αναφερόμενες στις καταστάσεις πληρωμής του ανωτέρω χρονικού διαστήματος ιατρικές πράξεις.
Εξάλλου, στο υπ' αρ. πρ. Ε.458/10-8-2007 πόρισμα της διεύθυνσης επιθεώρησης του εναγομένου σχετικά με τον έλεγχο των λογαριασμών του ενάγοντος πιθανολογείται πως οι πράξεις αυτές δεν πραγματοποιήθηκαν, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται επακριβώς ποιες ιατρικές πράξεις δεν εκτελέσθηκαν και σε ποιους ασφαλισμένους του αφορούν, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση της επέλευσης ή μη ζημίας σε βάρος του εναγομένου.
Θα πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι όλες οι ιατρικές πράξεις που αναφέρονται στα παραπεμπτικά , πριν τη διενέργεια τους ελέγχονται από τοπικό ελεγκτή ιατρό, με τον οποίο είναι συμβεβλημένο το εναγόμενο, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να περικόψει ιατρικές πράξεις που δεν θεωρεί αναγκαίες, γεγονός όμως που ουδόλως συνέβη σε οποιαδήποτε περίπτωση ασθενούς από τις ένδικες.
Επίσης παρά 'γεγονός ότι με την υπ αριθ. 4873/28-11-2007 απόφαση του εναγόμενου με την οποία καταγγέλθηκε η σύμβαση αποφασίστηκε ο επανέλεγχος των λογαριασμών του ενάγοντα, αυτός ο έλεγχος ουδέποτε έλαβε χώρα από το εναγόμενο μέχρι και σήμερα. Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα συνεπώς ο ενάγων δικαιούται την αμοιβή του για τις παρασχεθείσες από τον ίδιο υπηρεσίες σε ασθενείς ασφαλισμένους στο εναγόμενο για το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο του 2006 έως και Δεκέμβριο του 2007, συνολικού ύψους 13.350,26 ευρώ καθότι η γενόμενη καταγγελία της ένδικης σύμβασης εκ μέρους του εναγόμενου νομικού προσώπου με την απόφαση που έλαβε το ΔΣ αυτού κατά την υπ' αρ. 4873/49/28-11-2007 συνεδρίαση του έχει ως αποτέλεσμα τη λύση της εν λόγω σύμβασης για το μέλλον και όχι την μη καταβολή της αμοιβής του ενάγοντος για τις παρασχεθείσες ιατρικές πράξεις κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα.
Περαιτέρω, το εναγόμενο νομικό πρόσωπο με την άσκηση της ανωτέρω καταγγελίας, για αντιδεολογική, άσκοπη και αδικαιολόγητη κατάχρηση ιατρικών εργασιών εκ μέρους του ενάγοντος, βασιζόμενη σε πιθανολογίες όσον αφορά στην κατάχρηση των εκτελούμενων ιατρικών πράξεων προσέβαλε την προσωπικότητα του ενάγοντος, του οποίου αμφισβήτησε την επαγγελματική ακεραιότητα και εντιμότητα του, καθώς τον εμφάνισε να αναγράφει στις εντολές υγειονομικής περίθαλψης εικονικές ιατρικές πράξεις, χωρίς να τις έχει εκτελέσει, με σκοπό την είσπραξη αμοιβής που δεν δικαιούται.
Από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του από το εναγόμενο, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας, λαμβανομένου υπόψη του είδους της προσβολής και της βαρύτητάς της καθώς και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 2.000 €....." Το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος αυτού) επικαλείται την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει τα παραπάνω αναφερόμενα ποσά για αμοιβές επισκέψεων και ιατρικών πράξεων παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ΠΔ 172/2005 ( που καθορίζει το ύψος των ιατρικών αμοιβών του ενάγοντος) και ότι η προσβαλλόμενη δεν έχει νόμιμη βάση και δη επαρκείς αιτιολογίες αφού δεν καθορίζει αναλυτικά το ύψος των δαπανών κατά τα οριζόμενα στο ως άνω ΠΔ.
Υπό τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι ο ενάγων δικαιούται για την επίσκεψη και την κλινική εξέταση του ασθενούς στο ιατρείο αμοιβή μεγαλύτερη των 20 € ανά επίσκεψη, και δη σε ότι αφορά στις 102 περιπτώσεις προσδιορισμού ακουστικής ικανότητας (γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο), εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις του ΠΔ 127/2005, δεδομένου ότι κατά το άρθρο 2 του ως άνω ΠΔ η εκτίμηση ακοής, δηλαδή ο προσδιορισμός της ακουστικής ικανότητας περιλαμβάνεται στην αμοιβή του ιατρού για την επίσκεψη του ασθενούς στο ιατρείο και δεν αποτελεί (πρόσθετη) ιατρική ενέργεια, αμειβόμενη επιπλέον των 20 ευρώ.
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και στέρησε εαυτήν νόμιμης βάσης, καθιστώντας έτσι ανέφικτο και τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή του ανωτέρω ΠΔ, αφού δεν προσδιορίζει αναλυτικά ποιες είναι οι ιατρικές πράξεις του ενάγοντος ιατρού για τις οποίες αυτός δικαιούται αμοιβής 20 ευρώ ή τοιαύτης πέραν των 20 € της επίσκεψης στο ιατρείο, ούτε πως κοστολογούνται αυτές, ούτε αν η αμοιβή ανά επίσκεψη αφορά πρώτη ή μετά την πρώτη επίσκεψη του ασφαλισμένου στο ιατρείο, αφού ανάλογα διαφοροποιείται το ποσόν της αμοιβής, ούτε αν στις ιατρικές πράξεις για τις οποίες επιδικάζει αμοιβή στον ενάγοντα πλέον των 20 € συμπεριλαμβάνει και την αμοιβή της επίσκεψης στο ιατρείο και την αμοιβή της εκτέλεσης κάποιων εκ των πράξεων που αναφέρονται ως περιπτώσεις α' - η' στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του ΠΔ 127/2005 και αν ναι ποίων.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή του ως άνω δευτέρου λόγου αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος αυτού), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη με αριθμό 387/2017 απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και να παραπεμφθεί, κατά ταύτα, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών, συγκείμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε τη προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικών έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας αυτού (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. κατά της υπ` αριθμ. 387/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή προς περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 6 Μαΐου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 11 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ