Supreme Court dismisses appeal on legal uncertainty grounds, upholding lower court's evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a building accident. The appellants argued that the lower court ignored critical evidence proving the deceased's widow opened a door before the elevator, constituting legal uncertainty under Article 559 of the Civil Procedure Code. The court rejected this claim, stating the Second Instance Court properly evaluated all submitted documents and evidence without needing specific mention of each item in its reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 1, 8, 14, 106, 111, 216, 335 of the Civil Procedure Code: Legal uncertainty regarding the application of substantive law is reviewed as a violation if the court requested more or fewer elements than the law requires, whereas quantitative uncertainty is reviewed under Articles 559 no. 8 or 14.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 664 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 664/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Γ., 2) Θ. Γ., 3) Μ. Γ. - Δ., απάντων κατοίκων ..., ως εκ διαθήκης αποκλειστικών κληρονόμων της συζύγου και μητρός των Α. Λ. -Γ., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Καταφυγιώτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ν. Τ. χήρας Π. Β., για τον εαυτό της ατομικά και για την ανήλικη θυγατέρα της Ι. Β. στην οποία ασκεί τη γονική μέριμνα, κατοίκου ..., 2) Σ. συζύγου Ν. Τ., κατοίκου ... και 3) Α. Σ. Χ., κατοίκου .... Οι 1η και 2η αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Κουτρούμπα, η οποία ανακάλεσε την από 25-10-2016 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η 3η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Στουραΐτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2006 αγωγή των ήδη 1ης και 2ης αναιρεσιβλήτων και την από 14-5-2007 αναγωγή της αρχικής διαδίκου Α. Λ. - Γ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 599/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 5503/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-4-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 15-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή αυτή που συνδέεται με την εκτίμηση του δικαστηρίου ως προς τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου.
Νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή, τυχόν δε μνεία σ’ αυτήν της υπαγωγής των εκτιθέμενων περιστατικών σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι: α) ανθρώπινη συμπεριφορά, β) παράνομη, γ) υπαίτια, δ) επέλευση ζημίας και ε) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας.
Περαιτέρω, ως παράνομη συμπεριφορά που τελείται διά παραλείψεως νοείται η παράλειψη ενέργειας που επιβάλλεται διαζευκτικά από δικαιοπραξία, από το νόμο, από την καλή πίστη και τις κρατούσες αντιλήψεις ή ακόμη και από προηγούμενη επικίνδυνη συμπεριφορά του δράστη. Συγκεκριμένα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7 ν. 1396/1983, 20 π.δ. 778/1980 "Μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" και 1, 40 και 111 π.δ. 1073/1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών σε εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού" προκύπτει ότι ο επιβλέπων μηχανικός έχει την υποχρέωση να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα προστασίας για τους εκτελούντες εργασίες στην υπό ανέγερση οικοδομή.
Ειδικότερα: α) το άρθρο 7 ν. 1396/1983, που αφορά στις υποχρεώσεις του επιβλέποντος, ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι οφείλει αυτός να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους, καθώς επίσης να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο αρθρ. 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες.
β) κατά το άρθρο 20 εδ. α’ π.δ. 778/1980: "φωταγωγοί, φρέατα ανελκυστήρων και εν γένει ανοίγματα επί των δαπέδων, δέον όπως προστατεύονται είτε περιμετρικώς δι’ ανθεκτικών κιγκλιδωμάτων ύψους τουλάχιστον ενός (1,00) μέτρου και θωρακίων ύψους δεκαπέντε εκατοστών (0,15) του μέτρου, είτε διά της πλήρους καλύψεώς των δι’ αμετακινήτου στερεού σανιδώματος πάχους δύο και ημίσεος εκατοστών (0,025) του μέτρου, ηλουμένου επί ανθεκτικού πλαισίου εκ ξυλίνων λατακίων, είτε διά της τοποθετήσεως σιδηρού πλέγματος οπλισμού στερεουμένου εντός της πλακός κατά την κατασκευήν της".
και γ) το άρθρο 40 π.δ. 1073/1981, που αφορά στα ανοίγματα οριζόντιων και κατακόρυφων επιφανειών, ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "τα φρεάτια, πρέπει να εξασφαλίζονται κατά πτώσεων περιμετρικώς διά στηθαίου μετά χειρολισθήρος ελαχίστου ύψους ενός (1,00) μέτρου από του δαπέδου, σανίδος μεσοδιαστήματος και θωρακίου (σοβατεπί), ή δι’ επικαλύψεως ικανής αντοχής".
Τέλος, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του ευθυνομένου προσώπου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγουσες και ήδη πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ισχυρίσθηκαν ότι η πρώτη εναγομένη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, ιδιοκτήτρια ανεγειρόμενης οικοδομής, και η δεύτερη εναγομένη, επιβλέπουσα μηχανικός, κληρονόμοι της οποίας είναι οι ήδη αναιρεσείοντες, είναι υπαίτιες για το θανατηφόρο ατύχημα του τεχνίτη μαρμάρου Π.
Β., συζύγου της πρώτης και γαμβρού της δεύτερης, που συνέβη στις 7-10-2003, λόγω παραλείψεών τους σχετικά με την τήρηση των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας σε διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της οικοδομής αυτής. Ότι ειδικότερα, κατόπιν υποδείξεως της πρώτης εναγομένης, ο ως άνω συγγενής τους επιχείρησε να διέλθει, κρατώντας στα χέρια του ένα μαρμάρινο πάγκο βάρους 25 χγρ., από το κενό φρεάτιο του ανελκυστήρα, στον πρώτο όροφο της οικοδομής, και το οποίο φρεάτιο είχε δύο εισόδους χωρίς θύρες, το δε κενό του, μήκους 1,10 μ., είχε γεφυρωθεί από άλλους τεχνίτες με δύο ξύλινα μαδέρια, διαστάσεων 22 εκ.
Χ 1,45 μ. και 27 εκ. Χ 1,45 μ., αντίστοιχα. Ότι τα ξύλινα αυτά μαδέρια ήσαν μικρού μήκους και δεν στηρίζονταν επαρκώς και σε αρκετό μήκος στο δάπεδο της οικοδομής και επιπλέον ήσαν μικρής αντοχής, με αποτέλεσμα, μόλις ο ως άνω τεχνίτης πάτησε σ’ αυτά για να διασχίσει το φρεάτιο, να υποχωρήσουν ( τα μαδέρια ) και να βρεθεί αυτός στο κενό, μέσα στο φρεάτιο του ανελκυστήρα, πέφτοντας από ύψος 6 - 8 μ., με άμεσο επακόλουθο τον θανάσιμο τραυματισμό του.
Ότι το ατύχημα αυτό θα είχε αποφευχθεί, αν οι εναγόμενες είχαν φροντίσει, όπως όφειλαν σύμφωνα με το νόμο, να γεφυρώσουν το κενό στο φρεάτιο του ανελκυστήρα με μακρύτερα μαδέρια και μεγαλύτερης αντοχής, ώστε να αντέχουν μεγαλύτερο βάρος, ανεξάρτητα του ότι όφειλαν, εφόσον δεν υπήρχαν πόρτες, να έχουν κατασκευάσει πεζούλι ύψους ενός μέτρου γύρω από το φρεάτιο, προς αποφυγή ατυχημάτων.
Με βάση τα περιστατικά αυτά οι ενάγουσες ζήτησαν να επιδικασθεί υπέρ αυτών χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, επιπλέον δε υπέρ της πρώτης τούτων και αποζημίωση λόγω στερήσεως διατροφής για τον εαυτό της και το ανήλικο τέκνο της. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή περιέχει επαρκώς όλα τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, για τη νομική θεμελίωσή της επί των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330, 914 ΑΚ και 7 ν. 1396/1983, 20 εδ.
α’ π.δ. 778/1980 και 40 π.δ. 1073/1981. Συγκεκριμένα, προσδιορίζονται στο δικόγραφο αυτής με σαφήνεια και πληρότητα τα απαιτούμενα από τις ρηθείσες διατάξεις στοιχεία για τη γένεση της ένδικης αξίωσης προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση από αδικοπραξία, και ειδικότερα, η συγκλίνουσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αφενός μεν της κληρονομηθείσης από τους αναιρεσείοντες Α.
Λ., ως επιβλέπουσας μηχανικού, αφετέρου δε της τρίτης αναιρεσίβλητης Α. Χ., ως κυρίας της υπό ανέγερση οικοδομής, συμπεριφορά η οποία και συγκροτεί την εκ μέρους τους παράλειψη ενέργειας, όπως αυτή επιβάλλεται από το νόμο και αφορά στην τήρηση των απαραίτητων μέτρων προστασίας για τους εκτελούντες εργασίες σε υπό ανέγερση οικοδομή, η ζημία που υπέστησαν οι ενάγουσες - αναιρεσίβλητες και ο πρόσφορος μεταξύ αυτών αιτιώδης σύνδεσμος.
Εξάλλου, για τη θεμελίωση της ευθύνης της επιβλέπουσας μηχανικού αρκούσε το γεγονός ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η οικοδομή εξακολουθούσε να είναι υπό ανέγερση, δεν ήταν δε απαραίτητο να διαλαμβάνεται στο δικόγραφο, αν η ένδικη εργασία προβλεπόταν από την οικοδομική άδεια και αν η επιβλέπουσα μηχανικός ειδοποιήθηκε σχετικά για την εκτέλεσή της.
Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου ταύτης, λόγω αοριστίας της, και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι ως άνω εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 8 ΚΠολΔ αναιρετικές αιτιάσεις, κατά τη νοηματική δε εκτίμηση του περιεχομένου του μόνο από τον αριθ. 14, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ ΑΠ 27 και 28/ 1998).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. ΑΠ 1/1999, ΑΠ 934/2014). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εναγομένη είναι ιδιοκτήτρια μιας οικοδομής που αποτελείται από δύο διαμερίσματα.
Το έτος 2003 η ανωτέρω οικοδομή ήταν υπό ανέγερση. Την αρχιτεκτονική μελέτη και τη γενική επίβλεψη της ανεγειρόμενης οικοδομής είχε αναλάβει η δεύτερη εναγομένη ως αρχιτέκτων - μηχανικός, κατόπιν συμφωνίας με την πρώτη εναγομένη. Στις 7-10-2003 ο Π. Β., τεχνίτης μαρμάρου, μετέβη στην ανωτέρω οικοδομή, προκειμένου, όπως είχαν συμφωνήσει με την πρώτη εναγομένη, να τοποθετήσουν μάρμαρα στο λουτρό του αυτοτελούς διαμερίσματος του πρώτου ορόφου.
Κατ’ εκείνο το χρόνο η οικοδομή δεν είχε αποπερατωθεί, γίνονταν δε ακόμη πολλές οικοδομικές εργασίες, ... ενώ δεν είχε ακόμη τοποθετηθεί ανελκυστήρας στο προορισμένο γι’ αυτόν φρεάτιο της οικοδομής. Η πρώτη εναγομένη υποδέχθηκε τους τεχνίτες από την εξωτερική πόρτα του ισογείου διαμερίσματος. Ακολούθως ο Π.
Β., παρουσία της ιδιοκτήτριας ανέβηκε από την εσωτερική σκάλα στον πρώτο όροφο, κρατώντας στα χέρια του ένα μαρμάρινο πάγκο προκειμένου να μεταβεί στο αυτοτελές διαμέρισμα του πρώτου ορόφου. Μεταξύ των δύο διαμερισμάτων υπήρχε φρεάτιο του ανελκυστήρα στον α’ όροφο. Το φρεάτιο είχε δύο εισόδους, μια σε κάθε διαμέρισμα, με κενό 1,10 μ., το οποίο είχε γεφυρωθεί με δύο μαδέρια, διαστάσεων 22 εκ.
Χ 1,45 μ. και 27 εκ. Χ 1,45 μ., ενώ είχαν αφαιρεθεί οι πόρτες του φρεατίου, προκειμένου να διευκολύνονται τα συνεργεία στην εκτέλεση εργασιών στα δύο διαμερίσματα στον πρώτο όροφο. Κατά τη διέλευση του ανωτέρω τεχνίτη με το μαρμάρινο πάγκο από το φρεάτιο, το ένα μαδέρι υποχώρησε, με αποτέλεσμα να απωλέσει αυτός την ισορροπία του και να πέσει από ύψος 6 μέτρων περίπου μέχρι το δάπεδο του υπογείου.
Συνεπεία της πτώσης του ο Π. Β. υπέστη διαχωριστικά κατάγματα 6ου και 7ου θωρακικών σπονδύλων, κατάγματα 5ης, 6ης, 7ης πλευρών αριστερά και 4ης, 5ης, 6ης και 7ης δεξιά παρασπονδυλιακά, τραυματική ρήξη κάτω λοβού αριστερού πνεύμονος, μικρά τραύματα και ρήξη θωρακικής αορτής με εκτεταμένη αιμορραγική διήθηση του τοιχώματος της αορτής και ρήξη δεξιού λοβού ήπατος, κακώσεις από τις οποίες, ως μόνη ενεργό αιτία, επήλθε ακαριαία ο.
θάνατος του. Σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας των τεχνικών επιθεωρητών του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ΚΕ.Π.Ε.Κ. Ανατολικής Αττικής & Βορείου Αιγαίου, τα ανωτέρω μαδέρια δεν ήταν σε άριστη κατάσταση, ούτε ικανής αντοχής, για να αντέξουν το βάρος του τεχνίτη μαζί με το μεταφερόμενο μάρμαρο, ούτε είχαν στερεωθεί στο δάπεδο του πρώτου ορόφου και δεν έφεραν τις κατάλληλες κουπαστές, ώστε να εξασφαλίζεται η ακίνδυνη διέλευση του τεχνίτη.
Επιπρόσθετα αποδείχθηκε, ότι υπήρχε ασφαλής διαδρομή προς το αυτοτελές διαμέρισμα του πρώτου ορόφου μέσω της εξωτερικής σκάλας, που οδηγούσε σ’ αυτό. Νόμιμη υποχρέωση να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα προστασίας για τους εκτελούντες εργασίες στην υπό ανέγερση οικοδομή είχαν τόσο πρώτη εναγόμενη, ως κυρία του έργου, όσο και η δεύτερη εναγομένη, ως επιβλέπουσα μηχανικός, κατά τις διατάξεις των άρθρων 4 και 7 του Ν 1396/1983,20 του ΠΔ 778/1980 "μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" και των άρθρων 1 επ., 40 και 111 του ΠΔ 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών σε εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας Πολιτικού Μηχανικού".
Εντούτοις οι εναγόμενες επέδειξαν αμελή συμπεριφορά, συνεπεία της οποίας επήλθε το επίδικο θανατηφόρο ατύχημα. Ειδικότερα, η αμέλεια της πρώτης εναγομένης συνίσταται στην παράλειψή της να υποδείξει στο θανόντα να ακολουθήσει τη διαδρομή μέσω της εξωτερικής σκάλας του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου.
Επιπρόσθετα, η ίδια επέλεξε τον τρόπο μεταφοράς του μαρμάρινου πάγκου από το ισόγειο στον πρώτο όροφο μέσα από το ανοικτά φρεάτια του ανελκυστήρα, τα οποία είχαν γεφυρωθεί με τα δύο μαδέρια με εντελώς πρόχειρο και ακατάλληλο τρόπο, καθιστώντας τη μεταφορά ιδιαιτέρως επισφαλή και επικίνδυνη, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη το βάρος του μαρμάρινου πάγκου, που πολλαπλασίαζε τις πιθανότητες ατυχήματος.
Την επικινδυνότητα της διέλευσης από το ανωτέρω σημείο, είχε τη δυνατότητα, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας να αντιληφθεί η πρώτη εναγομένη, ενώ επιπλέον όπως κατέθεσε ο μάρτυρας των εναγόντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθνίου δικαστηρίου Ν. Τ., ένα μήνα πριν από το ατύχημα είχε επισκεφθεί με το θανόντα γαμβρό του την οικοδομή, για να λάβουν μετρήσεις για την τοποθέτηση των μαρμάρων, και τότε ο ίδιος (ο Ν.
Τ.) επισήμανε στην πρώτη εναγομένη τον κίνδυνο διέλευσης από το κενό φρεάτιο πάνω από τα μαδέρια, της υπέδειξε μάλιστα ή να κτίσει τοίχους ή να τοποθετήσει πόρτες, η τελευταία δε τον διαβεβαίωσε, ότι σε δύο ημέρες θα τοποθετούνταν οι πόρτες. Εξάλλου, η αμελής συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης, ως επιβλέπουσας μηχανικού, έγκειται στο ότι παρέλειψε να απαγορεύσει το άνοιγμα των θυρών του κενού φρεατίου του ανελκυστήρα και τη διέλευση προσώπων από το σημείο αυτό, ή τουλάχιστον δεν μερίμνησε να εξασφαλισθεί προσηκόντως η διέλευση, με την τοποθέτηση μαδεριών άριστης κατάστασης, ικανής αντοχής, στερεωμένων στο δάπεδο και με κατάλληλες κουπαστές.
Πράγματι, όπως αποδείχθηκε, στις αρχές Σεπτεμβρίου 2003 η δεύτερη εναγομένη είχε μεταβεί για επίβλεψη στην οικοδομή, κατόπιν πρόσκλησης της πρώτης εναγομένης, και συγκεκριμένα για τον τελικό έλεγχο των χρωμάτων στις διενεργούμενες εκεί εργασίες ελαιοχρωματισμών. Παρότι όμως διαπίστωσε ή ίδια, ότι οι σιδερένιες πόρτες των φρεατίων είχαν ανοιχθεί με σταθερό τρόπο (με τη χρήση σφηνών) από τους ελαιοχρωματιστές και η διέλευση από το ανοικτό φρεάτιο του πρώτου ορόφου γινόταν με μαδέρια με εντελώς πρόχειρο και ακατάλληλο τρόπο, εντούτοις δεν έδωσε, όπως είχε υποχρέωση (άρθρο 7 του Ν 1396/1983), εντολή και οδηγίες για άμεση αφαίρεση των μαδεριών, ασφάλιση των φρεατίων του ανελκυστήρα και απόλυτη απαγόρευση διέλευσης από τα εν λόγω ανοίγματα.
Εφόσον δεν απαίτησε η ίδια το άμεσο κλείσιμο των πορτών των φρεατίων, δεν αναιρείται η ευθύνη της από το γεγονός, ότι η πρώτη εναγομένη κατείχε τα κλειδιά των πορτών. Ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης, ότι οι εργασίες της οικοδομής, για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση επίβλεψης, είχαν ολοκληρωθεί κατά το χρόνο του ατυχήματος και είχε παραδοθεί η οικοδομή στην πρώτη εναγομένη, είναι αβάσιμος, επειδή, όπως προαναφέρεται, πολλές οικοδομικές εργασίες ήταν ακόμη σε εξέλιξη (υδραυλικές, ηλεκτρολογικές, ξυλουργικές, ελαιοχρωματισμοί κλπ).
Επίσης ο ισχυρισμός της, ότι για την εργασία τοποθέτησης μαρμάρινου πάγκου δεν απαιτείται οικοδομική άδεια ούτε επίβλεψη, είναι αβάσιμος, διότι η συγκεκριμένη εργασία είναι οικοδομική, που έγινε σε υπό ανέγερση οικοδομή, η οποία (ανέγερση) τελούσε υπό την επίβλεψή της, και δεν πρόκειται για μεταγενέστερη εργασία σε ήδη αποπερατωμένη κατοικία.
Ομοίως η μη πρόβλεψη της ανωτέρω εργασίας στην οικοδομική άδεια, ουδόλως αναιρεί την ευθύνη της δεύτερης εναγομένης, αφού η τελευταία στα πλαίσια της γενικής επίβλεψης της οικοδομής είχε την υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα μέτρα προστασίας, όσων προσώπων εκτελούσαν εργασίες στην οικοδομή. Ακόμη δε και αν δεν γνώριζε, ούτε ειδοποιήθηκε από την πρώτη εναγομένη για την εκτέλεση της ένδικης εργασίας, είναι πάντως βέβαιο, ότι γνώριζε για την ύπαρξη του ανοικτού φρεατίου με τα δύο μαδέρια επ’ αυτού και ανέχθηκε τη διατήρησή του, γεγονός, που αρκεί για τη θεμελίωση της ευθύνης της.
Παράλληλα όμως, στην πρόκληση του θανατηφόρου τραυματισμού του συνετέλεσε και ο ίδιος ο θανών με δικό του πταίσμα, ο οποίος δεν κατέβαλε την οφειλόμενη προσοχή. Ειδικότερα, αντί να ανέβει στον πρώτο όροφο από την εξωτερική σκάλα της οικοδομής προς διευκόλυνσή του, ενόψει διανύσεως μικρότερης απόστασης, επέλεξε την επικίνδυνη διαδρομή μέσω του κενού φρεατίου του ανελκυστήρα και δη υπό το βάρος του μεταφερόμενου πάγκου, χωρίς να λάβει υπόψη του ενδεχόμενο κίνδυνο πτώσης του κατά τη διέλευση του από το φρεάτιο.
Άλλωστε είχε διέλθει από το ίδιο ανωτέρω σημείο κατά την πρώτη επίσκεψή του μαζί με το μάρτυρα πεθερό του στην οικοδομή, ένα μήνα πριν από το ατύχημα, οπότε είχε γίνει η προαναφερόμενη επισήμανση περί επικινδυνότητας από τον πεθερό του στην πρώτη εναγομένη, και είχε (ο θανών) αντιληφθεί το κενό των 6 μέτρων κάτω από τα μαδέρια καθώς και την προχειρότητα, με την οποία είχαν τοποθετηθεί τα τελευταία πάνω στο ανοικτό φρεάτιο, ενόψει και της πολύχρονης εμπειρίας του ως τεχνίτη μαρμάρου σε οικοδομές.
Το συντρέχον πταίσμα του θανόντος ανέρχεται σε ποσοστό 30% σύμφωνα με την εν μέρει βάσιμη σχετική ένσταση των εναγόμενων, οι οποίες ευθύνονται εις ολόκληρο κατά το υπόλοιπο ποσοστό 70% προς αποζημίωση έναντι των εναγουσών.
Στη συνέχεια αποδείχθηκε, ότι η δεύτερη εναγομένη" Α. Λ.-Γ. πέθανε στις 18-7-2010 και κληρονομήθηκε εκ διαθήκης από το σύζυγο της Ι. Γ. και τα τέκνα της Θ. Γ. και Μ. Γ.-Δ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά και συνεχίζουν τη δίκη στη θέση της θανούσας. Σύμφωνα με τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ευθύνη για την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος και κατ’ επέκταση η υποχρέωση προς αποζημίωση των εναγουσών βαρύνει και τις δυο εναγόμενες στον ίδιο βαθμό, δηλαδή σε ποσοστό 50% καθεμία από αυτές. Συνακολούθως, η παρεμπιπτόντως εναγομένη Α. Χ. οφείλει να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα Α. Λ.-Γ. και ήδη στους, διαδεχθέντες αυτήν στην παρούσα δίκη, κληρονόμους της κατά ποσοστό 50% επί του ποσού, το οποίο θα υποχρεωθούν αυτοί να καταβάλουν κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα στις ενάγουσες της κύριας αγωγής, νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της καταβολής του. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η δεύτερη εναγομένη, κληρονόμοι της οποίας είναι οι αναιρεσείοντες, έχει κατ’ ίσο ποσοστό συγκλίνουσα αμέλεια στην πρόκληση του θανάτου του Π. Β., συζύγου και γαμβρού των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, καθώς επίσης ότι συντρέχον πταίσμα σε ποσοστό 30% είχε και το ίδιο το θύμα και απέρριψε την έφεση αυτής κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως ως προς τα ζητήματα αυτά.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 7 ν. 1396/1983, 20 εδ. α’ π.δ. 778/1980 και 40 π.δ. 1073/1981, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τους λόγους της ευθύνης της δεύτερης εναγομένης, με βάση την αδικοπρακτική της συμπεριφορά έναντι του συζύγου και γαμβρού, αντίστοιχα, της πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα περιστατικά της συγκλίνουσας αμέλειας της αρχιτέκτονα - μηχανικού Α. Λ. στην πρόκληση του θανάτου του τεχνίτη οικοδομών Π. Β., οι αιτιάσεις δε που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως είναι το μεν απαράδεκτες, το δε αβάσιμες.
Ειδικότερα, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι κατά το χρόνο προκλήσεως του ατυχήματος είχαν περατωθεί οι κατά νόμο, την άδεια οικοδομής και τη μελέτη αυτής οικοδομικές εργασίες, ότι είχαν ασφαλισθεί οι θύρες του φρεατίου του ανελκυστήρα και ότι τα κλειδιά είχαν παραδοθεί στην τρίτη αναιρεσίβλητη, και ότι ανεξαρτήτως τούτων για την ένδικη εργασία δεν απαιτείτο οικοδομική άδεια, ούτε προβλεπόταν ως εργασία στην εκδοθείσα οικοδομική άδεια, και συνεπώς ήσαν εκτός υποχρεώσεως επίβλεψης εκ μέρους της Α.
Λ., πλήττουν, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 1, την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές του Εφετείου πολλές οικοδομικές εργασίες ήσαν ακόμη σε εξέλιξη, η συγκεκριμένη εργασία, έστω και αν δεν προβλεπόταν από την οικοδομική άδεια, συνιστά οικοδομική εργασία που έγινε σε υπό ανέγερση οικοδομή, ενώ έστω και αν η Α.
Λ. είχε παραδώσει τα κλειδιά των θυρών του φρεατίου του ανελκυστήρα στην ιδιοκτήτρια της οικοδομής, είχε άμεση γνώση με την επίσκεψή της στην οικοδομή στις αρχές Σεπτεμβρίου 2003 για την ύπαρξη του ανοικτού φρεατίου με τα δύο μαδέρια και ανέχθηκε τη διατήρησή του. Εξάλλου, οι παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης, επί τη βάσει των οποίων θεμελιώθηκε η αμέλεια της Α.
Λ., δεν αντιφάσκουν με τις λοιπές παραδοχές του Εφετείου, επί τη βάσει των οποίων δέχθηκε τη συγκλίνουσα αμέλεια της τρίτης αναιρεσίβλητης και ιδιοκτήτριας της οικοδομής στην πρόκληση του θανάτου του Π. Β. και το συντρέχον πταίσμα του ίδιου του θύματος. Κατ’ ακολουθίαν τούτων οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι ότι με βάση τις παραδοχές του Εφετείου θα έπρεπε ο θανών να κηρυχθεί αποκλειστικά υπαίτιος και όχι απλώς συνυπαίτιος σε ποσοστό 30% για το ένδικο ατύχημα, εφόσον ήταν έμπειρος μαρμαροτεχνίτης, είχε μεταβεί στον τόπο του ατυχήματος ένα μήνα νωρίτερα και είχε διαπιστώσει το επικίνδυνο της διελεύσεως πάνω από το φρεάτιο του ανελκυστήρα και επέλεξε παρόλα αυτά να διέλθει από το σημείο αυτό, έχοντας στα χέρια του και τον μαρμάρινο πάγκο, ενώ με τον από το ίδιο άρθρο έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως μέμφονται το Εφετείο ότι με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης εσφαλμένα θεωρήθηκε η Α.
Λ. συνυπαίτια κατ’ ίσο ποσοστό ευθύνης με την τρίτη αναιρεσίβλητη ως προς το θάνατο του Π. Β., παρά το ότι δέχθηκε ότι η ιδιοκτήτρια της οικοδομής ήταν αυτή που άνοιξε την πόρτα του φρεατίου του ανελκυστήρα και υπέδειξε τη διέλευση του θανόντος από αυτό, εμμέσως δε ότι δεν είχε ειδοποιηθεί η επιβλέπουσα μηχανικός για την ένδικη εργασία.
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, προεχόντως γιατί τα στοιχεία εκείνα των προϋποθέσεων της ΑΚ 300, που αποτελούν πραγματικά ζητήματα, όπως π.χ. το αν υπήρξε πταίσμα, αν παραλείφθηκε η αποτροπή της ζημίας, πόσο βαρύ ήταν το πταίσμα σε σύγκριση με το συντρέχον πταίσμα του παθόντος, ο βαθμός συνυπαιτιότητας σε σχέση με τους λοιπούς συναιτίους κλπ, δεν υπόκεινται, κατ’ άρθρο 561 ΚΠολΔ, ως πραγματικά περιστατικά, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.
Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της εν μέρει βασιμότητας της περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αγωγής των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν αυτοί κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, και συγκεκριμένα:
α) το σημείο της ένδικης αγωγής που αφορά στην εν γένει συμπεριφορά της ιδιοκτήτριας της οικοδομής κατά την ημέρα του ατυχήματος, β) τις δύο φωτογραφίες που δείχνουν τις τοποθετημένες πόρτες του ανελκυστήρα και τις τέσσερις φωτογραφίες της οικοδομής, που δείχνουν ότι αυτή είχε ολοκληρωθεί πολύ πριν το ένδικο συμβάν, γ) την έκθεση αυτοψίας της ανακριτικής αρχής, που αναγράφει ότι ο θανών άνοιξε μια σιδερένια πόρτα στο φρεάτιο του ανελκυστήρα, δ) το υπ’ αριθμ.
πρωτ. .../2010 έγγραφο της Πολεοδομίας, στο οποίο αναγράφεται ότι ο νιπτήρας του λουτρού στο διαμέρισμα της τρίτης αναιρεσίβλητης απεικονίζεται χωρίς πάγκο, και άρα η ένδικη εργασία ήταν επιλογή της ιδιοκτήτριας και εκτός αντικειμένου επίβλεψης της Α. Λ., ε) το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../2009 έγγραφο της Πολεοδομίας, στο οποίο βεβαιώνεται ότι για την εργασία που επρόκειτο να εκτελέσει ο θανών δεν απαιτείτο οικοδομική άδεια και άρα ούτε επίβλεψη αυτής και στ) την 12402/2008 απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, και ειδικότερα την κατάθεση του πενθερού του θανόντος Ν.
Τ., ότι η ιδιοκτήτρια ξεκλείδωσε μια πόρτα πριν το "ασανσέρ", και συνεπώς υπήρχαν πόρτες στα φρεάτια, από το περιεχόμενο των οποίων προέκυπτε, κατά τους αναιρεσείοντες, ότι η οικοδομή με βάση την οικοδομική άδεια είχε περατωθεί και συνακόλουθα και η εκ μέρους της Α. Λ. επίβλεψη σε χρόνο προγενέστερο της ένδικης εργασίας, ότι είχαν τοποθετηθεί πόρτες στο φρεάτιο του ανελκυστήρα, είχαν ασφαλισθεί και τα κλειδιά είχαν παραδοθεί στην ιδιοκτήτρια της οικοδομής και αυτή με δική της πρωτοβουλία ξεκλείδωσε και άνοιξε την ημέρα του ατυχήματος τη συγκεκριμένη πόρτα, ανεξαρτήτως του ότι η σχετική εργασία δεν προβλεπόταν από την οικοδομική άδεια, και ότι ως εκ τούτου δεν αποδεικνυόταν η οποιαδήποτε επικαλούμενη με την αγωγή των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ μέρους της Α.
Λ.. Ο λόγος αυτός ως προς το υπό στοιχ. α) έγγραφο είναι απαράδεκτος, εφόσον, το αγωγικό δικόγραφο δεν είναι αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, κατά τα λοιπά δε είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) οι οποίες παρέστησαν με διαφορετική πληρεξουσιότητα, από κοινού οι δύο πρώτες και μόνη η τρίτη και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Απριλίου 2015 αίτηση των Ι. Γ., Θ. Γ. και Μ. Γ. - Δ. για αναίρεση της 5503/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τις πρώτη και δεύτερη τούτων και το αυτό ποσό για την τρίτη τούτων.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ