Greek Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of pledgee's claim for restitution of stored goods.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by Alpha Bank against the Thessaloniki Court of Appeal's dismissal of its claim. The lower court had rejected the plaintiff's request for restitution of goods based on the expiration of the pledge period, citing insufficient evidence regarding the storage duration. The appellate court found this reasoning flawed because the primary legal basis for the plaintiff's status as a lawful pledgee relies on the existence of the pledge document itself, not on the precise timing of the storage period's expiration. Consequently, the court ruled that the lower court erred in treating the storage duration as a mandatory element of the claim's foundation rather than a secondary fact subject to rebuttal. The case was remitted to the Court of Appeal for further examination with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; The expiration of the storage period for pledged goods is not a mandatory element for establishing the validity of a pledge claim, which is founded on the pledge document itself, allowing the court to accept the claim despite the lower court's dismissal based on alleged procedural defects regarding the storage duration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 664 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 664/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" (πρώην "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.") και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοϊμτζόγλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ με το διακριτικό τίτλο "Π.Α.Ε.Γ.Α.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγι Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28365/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2200/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης, ανέγνωσε την από 9-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί και οι τρεις λόγοι αναιρέσεως κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την υπό κρίση αναίρεση προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 2200/2013 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθ. 28.365/2011 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η έφεση έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη, με την οποία η αγωγή είχε γίνει δεκτή. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας ως αόριστη. Ακολούθως, προχώρησε στην έρευνα της επικουρικής βάσης τη αγωγής, την οποία επίσης απέρριψε ως αόριστη. Η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να της πληρώσει τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας της από την υπαίτια πράξη των υπαλλήλων της που επέτρεψαν στον οφειλέτη της να αφαιρέσει από τις αποθήκες της τα εμπορεύματα που είχε αποθέσει εκεί και επί των οποίων είχε συσταθεί υπέρ αυτής δικαίωμα ενεχύρου, με την οπισθογράφηση του ενεχυρόγραφου του τίτλου αποθηκεύσεως.
2.- Επειδή η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο υπ’ αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ ολομ 18/1998) Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται (και τα δύο αυτά είδη αοριστίας) αναιρετικά με τους λόγους υπ’ αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 αριθ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η αγωγή απορρίφθηκε λόγω ποσοτικής, ποιοτικής ή νομικής αοριστίας, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για τις πλημμέλειες αυτές.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 27, 28, 30, 33, 34 και 42 του ν.δ. 3077/1954 "περί Γενικών Αποθηκών", οι Γενικές Αποθήκες (Προνομιούχος Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Αποθηκών της Ελλάδος) έχουν ως σκοπό να αποδέχονται τη φύλαξη και συντήρηση των αποτιθέμενων σ’ αυτές εμπορευμάτων ή προϊόντων και να εκδίδουν υποχρεωτικά υπέρ των αποθετών ειδικούς εμπορεύσιμους τίτλους εις διαταγήν (αξιόγραφα), καλούμενα αποθετήρια και ενεχυρόγραφα, τα οποία παραδίδονται στον αποθέτη και μεταβιβάζονται εις διαταγήν ή "εις λευκόν", μαζί ή χωριστά και απολαμβάνουν όλων των εγγυήσεων και πλεονεκτημάτων που απονέμονται από το νόμο.
Εάν οπισθογραφηθεί και παραδοθεί από τον αποθέτη σε τρίτο πρόσωπο μόνο το ενεχυρόγραφο, στην περίπτωση που η οπισθογράφηση αυτή είναι η πρώτη, συνιστάται ενέχυρο υπέρ του κομιστή επί των αποθηκευμένων αντικειμένων για την εξασφάλιση χρηματικής απαιτήσεως (δανείου ή συμβάσεως πιστώσεως), το ποσό της οποίας σημειώνεται στην οπισθογράφηση, υπό την προϋπόθεση όμως ότι επακολουθεί μεταγραφή της οπισθογράφησης στο τηρούμενο από την εκδότρια του τίτλου ειδικό βιβλίο (άρθρο 31).
Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 25 του ίδιου ν.δ., "Ο διαχειριζόμενος Γενικήν Αποθήκην υποχρεούται να αποδώση το αποθηκευθέν αυτούσιον, ως παρέλαβε τούτο" και "Οι ανάδοχοι Γενικών Αποθηκών υπέχουν ευθύνην έναντι παντός έχοντος νόμιμον δικαίωμα επί τη φυλάξει και συντηρήσει των εμπιστευθέντων αυτοίς εμπορευμάτων και προϊόντων και υποχρεούνται εις αποζημίωσιν πάσης ζημίας, προελθούσης είτε εκ πλημμελούς ενεργείας ή αμελείας των υπαλλήλων και υπηρετών, είτε εξ ελαττώματος της οικοδομής και των μηχανημάτων των Αποθηκών.
Απαλλάσσονται όμως πάσης ευθύνης ... δι’ ελλείψεις, ζημίας ή βλάβας, οφειλομένας μεταξύ άλλων εις την τύχην ή αιτίαν μη οφειλομένην εις υπαιτιότητα του αναδόχου ή των υπαλλήλων αυτού." Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι βασική υποχρέωση των αναδόχων των Γενικών Αποθηκών είναι η φύλαξη των αποθηκευμένων σ’ αυτές εμπορευμάτων και η απόδοσή τους αυτούσιων στον αποθέτη ή στον ενεχυρόγραφο δανειστή ή η εκποίησή τους με πλειστηριασμό.
Η οποιαδήποτε τυχόν αδυναμία αποδόσεως των αποθηκευμένων εμπορευμάτων και προϊόντων, η οποία μπορεί να οφείλεται σε κλοπή ή αφαίρεση αυτών, συνιστά περίπτωση μη εκπλήρωσης της υποχρεώσεως προς απόδοση αυτών. Σε μία τέτοια περίπτωση αδυναμίας αποδόσεως των εμπορευμάτων, το πταίσμα των αναδόχων των Γενικών Αποθηκών για τη μη εκπλήρωση της υποχρεώσεώς τους για απόδοση των αποθηκευμένων τεκμαίρεται κατ’ άρθρο 335 ΑΚ, ενώ οι Γενικές Αποθήκες ως οφειλέτες, προκειμένου να απαλλαγούν από την ευθύνη τους, έχουν την υποχρέωση να επικαλεστούν και να αποδείξουν ότι η αδυναμία προς εκπλήρωση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχουν ευθύνη (άρθρο 336 ΑΚ).
Τέλος, κατά το άρθρο 1223 ΑΚ, το ενέχυρο εκτείνεται και στο οφειλόμενο για το πράγμα αντάλλαγμα ή ποσό αποζημίωσης, ιδίως σε περίπτωση καταστροφής του πράγματος. Επομένως, την (ενδοσυμβατική από τη σύμβαση παρακαταθήκης και το ενέχυρο, αλλά και την εξωσυμβατική λόγω αδικοπραξίας) αξίωση, έναντι των Γενικών Αποθηκών, προς αποζημίωση εξ αιτίας της αδυναμίας αποδόσεως των εμπορευμάτων έχει όχι μόνο ο αποθέτης, κύριος των πραγμάτων, αλλά και κάθε άλλος ο οποίος έχει "νόμιμον δικαίωμα επί τη φυλάξει και συντηρήσει των εμπιστευθέντων αυτοίς εμπορευμάτων και προϊόντων" (άρθρο 25), άρα και ο δανειστής του αποθέτη, στον οποίο μεταβιβάσθηκε με οπισθογράφηση το ενεχυρόγραφο, αφού με τον τρόπο αυτό συνεστήθη υπέρ αυτού ως κομιστή ενέχυρο επί των αποθηκευμένων αντικειμένων για την εξασφάλιση της χρηματικής απαιτήσεώς του.
Γι’ αυτό, ο τελευταίος στην περί αποζημιώσεως αγωγή του πρέπει να διαλάβει, ώστε να είναι ορισμένη σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ.1, 118 αριθ. 4, 216 ΚΠολΔ, πλην των λοιπών αναγκαίων στοιχείων, και όλα όσα θεμελιώνουν κατά τις -ειδικότερες των γενικών- διατάξεις του ν.δ. 3077/1954 νόμο την ιδιότητά του ως νόμιμου κομιστή του ενεχυρόγραφου και συγκεκριμένα ότι:
α) το ενεχυρόγραφο μεταβιβάσθηκε προς αυτόν με οπισθογράφηση που χρονολογήθηκε (άρθρο 30 παρ. 1 και 2) και β) η ανωτέρω οπισθογράφηση μεταγράφηκε στα ειδικά βιβλία μεταγραφών που τηρεί ο διαχειριζόμενος τις Γενικές Αποθήκες (άρθρο 31 παρ. 2 και 3), διότι αν παραλειφθεί η μεταγραφή ο κομιστής του ενεχυρόγραφου κανένα δικαίωμα δεν μπορεί να αξιώσει επί των αποθηκευθέντων εμπορευμάτων (άρθρο 31 παρ. 8).
Αυτά τα δύο είναι τα πρωτεύοντα και δικαιογόνα στοιχεία που οφείλει ο ενάγων να επικαλεσθεί και να αποδείξει για την κατά τους προαναφερόμενους κανόνες δικαίου θεμελίωση της ιδιότητάς του ως νόμιμου κομιστή του ενεχυρόγραφου. Και ναι μεν (προκειμένου ειδικά περί οπισθογραφήσεως ενεχυρόγραφου) το άρθρο 33 ορίζει ότι η πρώτη οπισθογράφηση πρέπει να περιέχει, αν ασφαλίζεται με το ενέχυρο απαίτηση δανείου, το ποσό αυτού, ο συμφωνημένος τόκος και η ημέρα λήξεως και πληρωμής του χρέους (παρ. 1), αν δε ασφαλίζεται απαίτηση Τράπεζας από σύμβαση πιστώσεως, η ημερομηνία της συμβάσεως και το σύνολο της πιστώσεως που ασφαλίζεται, καθώς και η ημέρα πληρωμής αυτής (παρ. 3 εδ.
α’ ). Τέλος, αν η ασφαλιζόμενη απαίτηση προέρχεται ειδικότερα από πίστωση με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, δεν είναι ανάγκη να αναφέρεται η ημέρα πληρωμής επειδή ακριβώς σε μία τέτοια σύμβαση πίστωσης δεν υπάρχει ορισμένη ημέρα λήξεως, αλλά αυτή λήγει με καταγγελία οπότε στη συνέχεια κλείνει και η παρεπόμενη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού.
Σε μία τέτοια περίπτωση ο νόμος ορίζει μόνο ότι πρέπει να γνωστοποιείται στο διαχειριστή των Γενικών Αποθηκών το κλείσιμο του λογαριασμού και η σχετική επιταγή, όταν οι πράξεις αυτές συντελεσθούν (παρ. 3 εδ. β’ ). Οι ίδιες πληροφορίες για το ασφαλιζόμενο δάνειο, τους τόκους αυτού και τη λήξη του πρέπει να καταχωρίζονται και στην πράξη μεταγραφής (άρθρο 31 παρ. 3 εδ.
γ’ ). Ωστόσο, τα ανωτέρω στοιχεία, και αν ακόμη δεν περιληφθούν στο περιεχόμενο της οπισθογράφησης και της μεταγραφής, δεν επηρεάζουν το κύρος αυτών διότι κατά μεν το άρθρο 33 παρ. 4 "εν παραλείψει σημειώσεως εν τη οπισθογραφήσει της ημέρας λήξεως και πληρωμής του χρέους, ως τοιαύτη λογίζεται η κατά το άρθρο 23 του παρόντος νόμου λήξις της διαρκείας του χρόνου της αποθηκεύσεως", κατά δε το άρθρο 35 "η εν τη οπισθογραφήσει του ενεχυρογράφου παράλειψις του οφειλομένου ποσού καθίστησιν υπέγγυον εις τον κομιστήν του ενεχυρογράφου ολόκληρον την αξίαν του αποθηκευθέντος, επιφυλασσομένου εις τον κομιστήν του αποθετηρίου του δικαιώματος αγωγής κατά του υπέρ το οφειλόμενον ποσόν, εισπράξαντος, δι’ εκποιήσεως του πράγματος, κομιστού του ενεχυρογράφου, και διά το επί πλέον ποσόν τούτο".
Σε περίπτωση λοιπόν παραλείψεως των ανωτέρω πληροφοριών, ο νόμος δεν προβλέπει κάποια κύρωση, αλλά επιτρέπει την οπισθογράφηση και μεταγραφή αυτής προβλέποντας -σε αναπλήρωση της βουλήσεως των μερών- τα προαναφερόμενα τεκμήρια.
Συνεπώς τα στοιχεία αυτά (χρόνος λήξεως και πληρωμής του χρέους, καθώς και του ποσού της οφειλής) είναι στοιχεία δευτερεύοντα, τα οποία δεν οφείλει ο ενάγων να επικαλεσθεί και να αποδείξει για την κατά τους προαναφερόμενους κανόνες δικαίου θεμελίωση της ιδιότητάς του ως νόμιμου κομιστή του ενεχυρόγραφου, αφού σε κάθε περίπτωση η παράλειψή τους (λόγω των προβλεπόμενων ως άνω νόμιμων τεκμηρίων) αναπληρώνεται και δεν συνεπάγεται ακυρότητα της οπισθογράφησης ή της μεταγραφής αυτής.
Το ίδιο ισχύει και για την αναφορά του χρόνου διάρκειας της αποθηκεύσεως. Δεν είναι αναγκαίο για την πληρότητα μίας τέτοιας αγωγής, αναφορικά με τη θεμελίωση της ιδιότητας του ενάγοντος ως νόμιμου κομιστή, να διευκρινίζεται αν ο χρόνος καταγγελίας του ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, που κατέστησε απαιτητό το ασφαλιζόμενο με το ενέχυρο χρέος, βρίσκεται εντός του συμφωνημένου χρόνου διάρκειας (αρχικής ή κατά παράταση) της αποθηκεύσεως.
Η λήξη της διάρκειας αποθηκεύσεως κατά το χρόνο συντελέσεως της ζημιογόνου αφαιρέσεως των αποθηκευθέντων εμπορευμάτων και η συνάρτηση του γεγονότος αυτού είτε με την άρση της υποχρέωσης των Γενικών Αποθηκών για τη φύλαξη των εμπορευμάτων που είναι αντικείμενο του ενεχύρου είτε με την διατήρηση της ισχύος του ίδιου του ενεχύρου, δεν αποτελεί αναγκαίο μέρος της ιστορικής βάσεως της αγωγής, αλλά μπορεί ενδεχομένως να στηρίξει κατ’ αυτής αρνητικό ισχυρισμό ή ένσταση, την οποία ο εναγόμενος οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει.
3.- Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, η ενάγουσα Τράπεζα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε τα εξής: Ότι με σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό χορήγησε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...." έντοκη πίστωση ύψους 2.347.762,29 ευρώ, προς εξυπηρέτηση της οποίας τηρήθηκε μεταξύ τους ανοικτός αλληλόχρεος λογαριασμός, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου την 07.11.2008 που τον κατήγγειλε ανήλθε στο ποσό των 1.872.052,77 ευρώ, εκδόθηκε δε για την οφειλή αυτή η υπ’ αριθ. 39.129/2008 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Ότι στις εγκαταστάσεις της πιστούχου εταιρείας είχαν συσταθεί ιδιωτικά παραρτήματα των Γενικών Αποθηκών που αποτελούνταν από "σιλό" όπου αποθηκεύτηκαν ποσότητες ρυζιού της πιστούχου, για τις οποίες εκδόθηκαν από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, ΥΠΟΔ/ΝΣΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΟΘΗΚΩΝ), της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη, οι αναφερόμενοι τίτλοι αποθήκευσης.
Ότι, για την εμπράγματη εξασφάλιση της απαιτήσεως της ενάγουσας από την προαναφερομένη σύμβαση πιστώσεως, καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής και της πιστούχου οι από 30.10.2006, 08.11.2006 και 17.11.2006 τρεις συμβάσεις παροχής ενεχύρου, δυνάμει των οποίων δόθηκε σε ενέχυρο ποσότητα 3.960.000 χιλ/μα, 3.945.000 χιλ/μα και 3.945.000 χιλ/μα, αντίστοιχα, ρυζιού αναποφλοίωτου χύμα, που βρισκόταν στις εν λόγω αποθήκες.
Ότι τα σχετικά ενεχυρόγραφα των τίτλων αποθηκεύσεως οπισθογραφήθηκαν εις διαταγήν από την πιστούχο εταιρία και παραδόθηκαν στην ενάγουσα, ενώ μεταγράφηκαν νόμιμα στα ειδικά βιβλία μεταγραφών της Εθνικής Τράπεζας. Ότι, συγχρόνως με την οπισθογράφηση και παράδοση των τριών ενεχυρόγραφων (που αρκούσαν για τη σύσταση του ενεχύρου), η πιστούχος εταιρία της παρέδωσε "λόγω ενεχύρου" και τα κυρίως αποθετήρια.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκε και τα εξής: Ότι, μετά την καταγγελία της σύμβασης πιστώσεως, η ενάγουσα ζήτησε από την εναγομένη να ικανοποιηθεί από την αναγκαστική εκποίηση των ενεχυριασμένων ποσοτήτων ρυζιού σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 3077/1954, ωστόσο η εναγόμενη της ανακοίνωσε ότι τελεί σε αδυναμία αποδόσεως του εμπορεύματος διότι μετά από έλεγχο που πραγματοποίησε την 06.10.2008 στο Παράρτημά της, όπου ήταν αποθηκευμένες οι ποσότητες ρυζιού συνολικής ποσότητας 9.210 τόνων, διαπίστωσε ότι είχαν αφαιρεθεί παράνομα από όργανα της αποθέτιδας εταιρείας.
Ότι, κατόπιν τούτου, η ενάγουσα απέστειλε στην εναγομένη την από 24.11.2008 εξώδικη δήλωση - όχλησή της, με την οποία την καλούσε να της καταβάλει την αξία του ενεχύρου, δηλαδή ποσό 2.210.400 ευρώ. Ότι η εναγομένη, κατά παράβαση των νόμιμων υποχρεώσεών της από τη σύμβαση παρακαταθήκης και το συσταθέν υπέρ αυτής ενέχυρο, επέτρεψε στην αποθέτιδα εταιρεία να αναλάβει τα νομίμως ενεχυριασθέντα κινητά.
Ότι οφείλει να της καταβάλει αποζημίωση, για την αποκατάσταση της ζημίας της από την αφαίρεση των εμπορευμάτων και την από το λόγο αυτό προκληθείσα αδυναμία της να ικανοποιηθεί από την αναγκαστική εκποίηση τούτων, ανερχόμενη στο ύψος της αξίας του συνόλου των ενεχυριασθέντων εμπορευμάτων 2.210.400 ευρώ και επικουρικά στο ύψος της αξίας αυτών ανάλογης με το προς αυτήν χρέος της πιστούχου ύψους 1.872.052,77 ευρώ.
Ότι η εναγομένη έχει και αδικοπρακτική ευθύνη διότι οι υπάλληλοί της, με υπαιτιότητά τους (από ενδεχόμενο δόλο και επικουρικά από αμέλεια) και κατά παράβαση του άρθρου 40 του ν.δ. 3077/1954 επέτρεψαν στην οφειλέτιδα εταιρεία να αναλάβει τις ποσότητες ρυζιού, μολονότι γνώριζαν τα εκ του ενεχύρου δικαιώματά της και γι’ αυτό έπρεπε η ανάληψη να γίνει υπό τον όρο της παρακατάθεσης του ποσού του δανείου, σε ασφάλεια του οποίου δόθηκαν σε ενέχυρο τα αποθηκευμένα.
Για τους λόγους αυτούς ζήτησε, μετά από τροπή του αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 2.210.400 ευρώ και επικουρικά 1.891.304,77 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 1-12-2008 (επόμενη ημέρα από την όχληση) και επικουρικά από την επίδοση της αγωγής, επικαλούμενη κυρίως την ενδοσυμβατική από τη σύμβαση παρακαταθήκης και το ενέχυρο ευθύνη της εναγομένης και επικουρικά την εξωσυμβατική ευθύνης της λόγω αδικοπραξίας.
Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, τα οποία εκτίθενται στο αναιρετήριο ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για τις επικαλούμενες πλημμέλειες, η ένδικη αγωγή, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της, έχει ορισμένο και σαφές περιεχόμενο και ως προς τις δύο βάσεις της, ευρίσκει δε νόμιμο έρεισμα στις προαναφερόμενες διατάξεις του ν.δ. 3077/1954 και των άρθρων 71, 297, 298, 330, 335, 336, 340, 345, 346, 914, 922, 1209, 1223 ΑΚ, δεδομένου ότι η ενάγουσα θεμελιώνει σαφώς την προς αποζημίωση αξίωσή της (λόγω προσβολής των εκ του ενεχύρου δικαιωμάτων της επί των αφαιρεθέντων εμπορευμάτων) στην ιδιότητά της ως νόμιμη κομίστρια των τριών ενεχυρόγραφων κατά τις -ειδικότερες των γενικών- διατάξεις του ν.δ. 3077/1954, ιδιότητα την οποία μάλιστα επικαλείται ρητά.
Επομένως, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, αρκούσε για την πληρότητα της αγωγής ως προς τη θεμελίωση του δικαιώματος αυτού η αναφορά ότι: α) τα ενεχυρόγραφα μεταβιβάσθηκαν προς αυτήν με οπισθογράφηση που χρονολογήθηκε και β) η ανωτέρω οπισθογράφηση μεταγράφηκε στα ειδικά βιβλία μεταγραφών που τηρεί ο διαχειριζόμενος τις Γενικές Αποθήκες.
Τα ανωτέρω δικαιογόνα στοιχεία διαλαμβάνονται σαφώς και επαρκώς στην αγωγή. Είναι βέβαια αλήθεια ότι στην αγωγή ιστορικά και εκ περισσού αναφέρεται ότι, συγχρόνως με την οπισθογράφηση και παράδοση των τριών ενεχυρόγραφων (που αρκούσαν για τη σύσταση του ενεχύρου), η πιστούχος εταιρία της παρέδωσε επί πλέον "λόγω ενεχύρου" και τα κυρίως αποθετήρια.
Αυτό δημιουργεί εκ πρώτης όψεως αμφιβολία για την ιδιότητα με την οποία η ενάγουσα ασκεί την αγωγή και ειδικότερα αν την ασκεί ως κομίστρια των ενεχυρόγραφων και δικαιούχος του ενεχύρου ή ως κυρία των αποθηκευμένων εμπορευμάτων. Και τούτο διότι κατά το άρθρο 30 ν.δ. 3077/1954 "η οπισθογράφησις ομού και των δύο τμημάτων των τίτλων συνεπάγεται την μεταβίβασιν εις τον νέον δι’ αυτής γιγνόμενον κομιστήν απάντων των δικαιωμάτων του αρχικού τοιούτου" (παρ. 3), ενώ "η οπισθογράφισης μόνον του ενεχυρογράφου παρέχει είς τον δι’ αυτής γιγνόμενον κομιστήν δικαίωμα ενεχύρου επί του αποτεθέντος" (παρ. 4).
Η αμφιβολία όμως αυτή υπερβαίνεται αμέσως από τη συνολική εκτίμηση του εισαγωγικού δικογράφου, από το οποίο αβίαστα προκύπτει ότι η ενάγουσα ενάγει με την ιδιότητα του δικαιούχου ενεχύρου και ειδικότερα της νόμιμης κομίστριας των ανωτέρω ενεχυρόγραφων και όχι με την ιδιότητα του κομιστή του όλου τίτλου και γι’ αυτό κυρίου των εμπορευμάτων.
Η πρώτη ιδιότητα υπερτονίζεται σε πολλά σημεία της αγωγής, γίνεται δηλωτική με πολλές διατυπώσεις και επιβεβαιώνεται από την παράθεση των ουσιωδών όρων των συμβάσεων οι οποίοι αρμόζουν αποκλειστικά σε σύμβαση ενεχύρου. Η, εκ περισσού εξιστορούμενη στην αγωγή, ενέργεια των συμβαλλομένων να παραδοθούν από την πιστούχο στην ενάγουσα, παράλληλα με την οπισθογράφηση των ενεχυρόγραφων των αποθετηρίων, και τα άλλα τμήματα των τίτλων (μάλιστα και αυτά "λόγω ενεχύρου", όπως αναφέρεται στην αγωγή), αποτελεί ενδεχομένως ζήτημα ερμηνείας της συμβάσεως κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ από το δικαστήριο της ουσίας.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε εσφαλμένα την υπό κρίση αγωγή, που στηριζόταν στην παραπάνω ιστορική και νομική βάση (κύρια και επικουρική), ως αόριστη και ως προς τις δύο βάσεις της, με την αιτιολογία ότι "στο δικόγραφο αυτής αναφέρεται μεν ότι η ενάγουσα είναι κομίστρια τόσο του αποθετηρίου όσο και του ενεχυρογράφου, χωρίς όμως διευκρινίζεται κατ’ αρχήν υπό ποία ιδιότητα εκ των ως άνω δύο ασκεί την αγωγή αποζημιώσεως και δη εάν την ασκεί ως νόμιμος κομιστής του αποθετηρίου ή ως ενεχυρογράφος δανειστής, δοθέντος ότι η μία ιδιότητα αποκλείει την άλλη και ούτε παρατίθενται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι κατέστη νόμιμος κομιστής των ως άνω τίτλων".
Σύμφωνα όμως με τα προαναφερόμενα, οι ανωτέρω παραδοχές της δεν είναι ορθές και επομένως παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο διαπιστώνοντας ποσοτική αοριστία στο περιεχόμενο της αγωγής ως προς όλες τις βάσεις της. Γι’ αυτό ο πρώτος και τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τους οποίος προβάλλεται αιτίαση κυρίως μεν από άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και επικουρικά από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. 4.- Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, για τη στήριξη του διατακτικού της, διατύπωσε και επάλληλη αιτιολογία, την οποία επίσης προσβάλλει η αναιρεσείουσα.
Πιο συγκεκριμένα, έκρινε ότι: "Υπό την εκδοχή ότι το Δικαστήριο θα εκτιμήσει πως η ενάγουσα τραπεζική εταιρεία ασκεί την υπό κρίση αγωγή ως εξ οπισθογραφήσεως λήπτρια του ενεχυρογράφου (ως ενεχυρόγραφος δανειστής), και πάλι ελέγχεται ως αόριστη, καθόσον, ουδόλως αναφέρεται στο δικόγραφο η συμφωνημένη προθεσμία (ή παράταση αυτής) λήξεως και εξοφλήσεως της ασφαλιζόμενης δια της οπισθογραφήσεως του ενεχυρογράφου χορηγηθείσης πιστώσεως και η μεταγραφή αυτής, που αποτελεί το αναγκαίο κατά τις προμνημονευόμενες ουσιαστικές διατάξεις του ν.δ 3077/1954 στοιχείο, για τη θεμελίωση του δικαιώματος της ενάγουσας επί των αποθηκευθέντων πραγμάτων και της αντίστοιχης υποχρέωσης και ευθύνης της εναγομένης σε αποζημίωση.
Για το ορισμένο δε και την δικονομική πληρότητα της αγωγής, δεν αρκεί η αναφορά στο δικόγραφο αυτής ότι η ως άνω πιστούχος εταιρεία κατέστη υπερήμερη περί την καταβολή του χρεωστικού υπολοίπου του ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού που ανοίχθηκε προς εξυπηρέτηση της επικαλούμενης στο δικόγραφο σύμβασης πιστώσεως, από την 08.11.2008, χωρίς ταυτόχρονη μνεία ότι η εν λόγω ημερομηνία βρίσκεται εντός του συμφωνημένου χρόνου διαρκείας της αποθηκεύσεως και ότι αποτελεί είτε την αρχικώς συμφωνηθείσα λήξη της ασφαλιζόμενης πίστωσης ή την κατόπιν τροποποίησης αυτής την συμφωνηθείσα παράταση της αρχικής προθεσμίας εξοφλήσεως καθώς και ότι έγινε η μεταγραφή τούτων".
Κρίνοντας όμως έτσι η προσβαλλόμενη, έσφαλε, στη διατύπωση της ως άνω επάλληλης αιτιολογίας της, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 25, 30 παρ. 1 και 2, 31 παρ. 2 και 8, 33 παρ. 1, 3 και 4 και 35 π.δ. 3077/1954 διότι απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωση των διατάξεων αυτών περισσότερα στοιχεία από όσα αυτές απαιτούν για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος, δηλαδή της ιδιότητας της ενάγουσας ως νόμιμη από οπισθογράφηση κομίστρια των τριών ένδικων ενεχυρόγραφων.
Σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, δεν ήταν απαραίτητο για τη θεμελίωση και το ορισμένο της αγωγής (εν σχέσει με την ιδιότητα της ενάγουσας ως νόμιμη κομίστρια των ενεχυρόγραφων) να γίνει και η αναφορά ότι στην οπισθογράφηση των τριών ένδικων ενεχυρόγραφων και τη μεταγραφή αυτής έχουν σημειωθεί ο χρόνος λήξεως και πληρωμής του χρέους, καθώς και το ποσό της οφειλής, διότι τα στοιχεία αυτά (χρόνος λήξεως και πληρωμής του χρέους, καθώς και το ποσό της οφειλής) είναι στοιχεία δευτερεύοντα και, σε περίπτωση παραλείψεώς τους, ο νόμος δεν προβλέπει κάποια κύρωση, αλλά επιτρέπει την οπισθογράφηση και μεταγραφή αυτής (που είναι τα μόνα δικαιογόνα στοιχεία, θεμελιωτικά της ιδιότητας του οπισθογράφου ως νόμιμο κομιστή των ενεχυρόγραφων και φορέα των εξ αυτών δικαιωμάτων), προβλέποντας -σε αναπλήρωση της βουλήσεως των μερών- τα προαναφερόμενα τεκμήρια.
Το ίδιο ισχύει και για την αναφορά του χρόνου διάρκειας της αποθηκεύσεως. Δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της υπό κρίση αγωγής, αναφορικά με τη θεμελίωση της ιδιότητας της ενάγουσας ως νόμιμη κομίστρια, να διευκρινίζεται αν ο χρόνος καταγγελίας του μεταξύ αυτής και της πιστούχου ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, που κατέστησε απαιτητό το ασφαλιζόμενο με το ενέχυρο χρέος, βρισκόταν ή όχι εντός του συμφωνημένου χρόνου διάρκειας (αρχικής ή κατά παράταση) της αποθηκεύσεως.
Όπως σημειώθηκε, η λήξη ή μη της διάρκειας αποθηκεύσεως κατά το χρόνο συντελέσεως της ζημιογόνου αφαιρέσεως των αποθηκευθέντων εμπορευμάτων και η συνάρτηση του γεγονότος αυτού είτε με την άρση της υποχρέωσης των Γενικών Αποθηκών για τη φύλαξη των εμπορευμάτων που είναι αντικείμενο του ενεχύρου είτε με την διατήρηση της ισχύος του ίδιου του ενεχύρου, δεν αποτελεί αναγκαίο μέρος της ιστορικής βάσεως της αγωγής, αλλά μπορεί ενδεχομένως να στηρίξει κατ’ αυτής αρνητικό ισχυρισμό ή ένσταση, την οποία ο εναγόμενος οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει.
Συνεπώς είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός (ειδικά για την ανωτέρω επάλληλη αιτιολογία) ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τον οποίο η αναιρεσείουσα επικουρικά προβάλλει.
5.- Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτήν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 2200/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτήν. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ